Από έναν ηθοποιό-χορευτή ακούγεται το ερώτημα: «Τι σου αρέσει να κάνεις;». Όχι, για να λάβει απάντηση, αλλά –και καλά– για να προβληματιστείς εσύ που βρίσκεσαι από κάτω. Στη σκηνή υπάρχουν πολλά μικρόφωνα, τα οποία είναι μαθηματικά βέβαιο ότι οι ηθοποιοί-χορευτές θα τα πετάξουν κάτω σαν γερασμένοι ροκ σταρ που παλιμπαιδίζουν. Το Protect Me της Schaubühne στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών δεν ήταν μια κακή παράσταση τεχνικά. Οι χορευτές χόρεψαν στην εντέλεια και οι φωτισμοί τούς ακολούθησαν άψογα. Υπήρχε επίσης ένα απολαυστικό inside joke για την παράσταση του Ρομέο Καστελούτσι Περί της έννοιας του προσώπου του Υιού του Θεού. Ωστόσο, το Protect Me ήταν βαρετό. Γιατί πέρα από την κεντροευρωπαϊκή σκηνική μανιέρα του (μαυρίλα στο σκηνικό, industrial ambient μουσική επένδυση, ηλικιωμένος ηθοποιός ανάμεσα στους σφριγηλούς χορευτές, ατάκτως ερριμμένο ποπ τραγούδι), από την οποία έχει μπουχτίσει ένας μέσος θεατής του Φεστιβάλ Αθηνών των τελευταίων χρόνων, η παράσταση μετέφερε ένα πολύ βαρετό κείμενο για την κατάσταση του σύγχρονου ανθρώπου. Για τη μοναξιά του, το φόβο της αρρώστιας και των γηρατειών, την οικονομική κρίση, την απέχθεια προς τον καπιταλισμό, τα λεφτά που σκάει χωρίς αποτέλεσμα στους ψυχοθεραπευτές. Ας βρει, επιτέλους, ο σύγχρονος άνθρωπος καινούργιες ανασφάλειες, γιατί σε λίγο δε θα τον παίρνουν στα σοβαρά ούτε οι ίδιοι οι σύγχρονοι άνθρωποι!
Το ίδιο αίσθημα αποκόμισα πριν από λίγο καιρό στο Ντιμπέιτ στο Bios. Άλλη μια σύνθεση των σύγχρονων ανασφαλειών και φόβων, με αποσπάσματα μάλιστα από το America’s Next Top Model και ομιλίες του Μπάρακ Ομπάμα για να σιγουρέψουμε την εποχή που διαδραματίζεται αυτή η ανθρώπινη αγωνία. Κι εδώ, μοναξιά, χαρακτήρες φουσκωμένοι στα όρια της διαταραγμένης προσωπικότητας και λίγη οικονομική κρίση, αν θυμάμαι καλά. Γιατί βαρέθηκα και στο Protect Me και στο Ντιμπέιτ; Γιατί τα υπαρξιακά του σύγχρονου ανθρώπου είναι βαρετά. Γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος είναι κατακερματισμένος, αποσπασματικός, ρηχός και πολύ μα πολύ δραματικός όταν βρίσκει ελάχιστο χρόνο να ασχοληθεί με την ύπαρξή του. Κι αυτό βγαίνει και στη σκηνή. Σκεφτείτε ότι οι δύο ώρες μιας παράστασης (τις οποίες κάποιοι ακόμα δεν μπορούν να τις περάσουν χωρίς να τσεκάρουν το κινητό τους) είναι για αρκετούς η εκτόνωση της μέρας. Και οι δημιουργοί, αδύναμοι κι αυτοί να συνθέσουν τα καταιγιστικά ερεθίσματα, εκτονώνουν και εκτονώνονται μέσα από κείμενα που προσπαθούν να πουν λίγο απ’ όλα, μιας και βρέθηκε η ευκαιρία (η επιχορήγηση, η χορηγία, έστω ο δωρεάν χώρος).
Παλιά τα θεατρικά έργα πραγματεύονταν ανοιχτά ένα θέμα. Κι ας υπονοούσαν από πίσω χίλια. Το ένα έργο μιλούσε για το θάνατο. Το άλλο έργο μιλούσε για τον έρωτα. Τώρα πια αυτό δεν ισχύει. Τώρα θα μιλήσουμε και για τον έρωτα και για το θάνατο και για τον καπιταλισμό και για την πολιτική και για το Internet και με ένα καταιγιστικό λόγο που δεν επιτρέπει βουτιά σε κανένα απ’ αυτά. Σύμπτωμα αυτής της πολυδιάσπασης είναι τα κείμενα που προκύπτουν από συρραφή. Όπως ήταν το Ντιμπέιτ, αλλά και το ΜΕΤΑ της ομάδας ODC (η οποία μπορεί να αποδίδεται φωνητικά ως «odyssey», εμένα όμως με παραπέμπει σε αναγραμματισμό του OCD, του obsessive compulsive disorder ή της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής, και θα καταλάβετε στη συνέχεια γιατί). Το κείμενο του ΜΕΤΑ, που αντηχούσε εφιαλτικά στο σκηνικό του Βυρσοδεψείου, στο οποίο αισθανόσουν ότι βρίσκεσαι στα γυρίσματα του The Road, αποτελούνταν μεταξύ άλλων από κείμενα του Πεσόα, του Σάμπατο, της Λούξεμπουργκ και των ηθοποιών. Γιατί χρειάζονταν τόσες πολλές πηγές; Γιατί στην εποχή μας πνευματικός άνθρωπος θεωρείται αυτός που τα παρακολουθεί όλα και εμπνέεται από τα πάντα. Διαβάζει και φιλοσοφία, βλέπει και τηλεόραση. Παρακολουθεί την πολιτική και οικονομική αρθρογραφία, αλλά ξέρει και ποια είναι τα YouTube sensations (εδώ το πιο πρόσφατο για να με καταχωρίσετε και μένα στους πνευματικούς ανθρώπους). Ο πολύς κόσμος δεν έχει το χρόνο ή την πολυτέλεια να το κάνει, οπότε εναποθέτει την ελπίδα του σε μια θεατρική συρραφή. Πώς όμως να τα καταφέρει ο σκηνοθέτης-συγγραφέας όταν προέρχεται ακριβώς από αυτό το κοινό (και απευθύνεται σε αυτό), το οποίο βλέπει διαρκώς να περνούν από μπροστά του αποσπάσματα ζωής;
Πιστεύω ακράδαντα πως ο σύγχρονος άνθρωπος πάσχει από έλλειψη σαφών αγωνιών. Το να φροντίσει κάποιος να διατηρηθεί το προφίλ του στο Facebook μετά θάνατον δεν είναι σαφής αγωνία. Είναι μόνο μια ναρκισιστική πράξη για να εξασφαλίσει μια υστεροφημία που μάλλον δεν την αξίζει, αν και το πιστεύει για τον εαυτό του γιατί βγαίνει πολύ όμορφος στις ημίγυμνες φωτογραφίες από την παραλία κρυμμένος πίσω από τα μαύρα του γυαλιά. Ένα «μικρό» θεατρικό έργο θα αναφερόταν επίμονα στο σύμπτωμα και όχι στο σύγχρονο ναρκισισμό. Άλλο παράδειγμα: οι Έλληνες κατεβαίνουν στο Σύνταγμα και μουτζώνουν τη Βουλή. Τα περισσότερα έργα θα χειριστούν το θέμα ως ενσταντανέ από επεισόδια (αν δεν έχει γίνει, θα γίνει σύντομα). Δύσκολα όμως θα βρούμε ένα έργο που να μελετήσει σε βάθος τη διαφθορά, όπως το έκανε μέσα από τη βιογραφία του Τζούλιο Αντρεότι το Il Divo. Στο Protect Me το κείμενο μιλούσε για μια 17χρονη που συμμαχεί με συνομήλικές τις για να κάνουν σεξ μέχρι εξοντώσεως με άπληστους τραπεζίτες και στη συνέχεια να ανεβάσουν τα βιντεάκια κηρύσσοντας την Porn revolution. Και έπειτα από αυτό το αστειάκι χαμογελάσαμε με την ικανοποίηση ότι την «είπαμε» στον καπιταλισμό. Τρομάρα μας… Ο Άντι Γουόρχολ θα μπορούσε κάποτε να είχε πει ότι «όλοι θα είναι διάσημοι για ένα like». Οι δημιουργοί δε χρειάζεται να συντονιστούν με αυτή τη ρηχότητα. Εκτός κι αν το μοναδικό που επιδιώκουν να απομείνει από το έργο τους, είναι ένα τρέιλερ αποθηκευμένο στο YouTube στη λίστα «το είδαμε κι αυτό».
