Yπάρχουν βιβλία που δεν μένουν απλώς στα ράφια — μένουν στην καρδιά. Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου (2 Απριλίου), την ημέρα που γεννήθηκε ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, οι συντάκτες του ελculture προσκλήθηκαν να ξεφυλλίσουν ξανά τις σελίδες εκείνων των παιδικών βιβλίων που, χωρίς να το ξέρουν τότε, άφησαν μέσα τους ένα σημάδι ανεξίτηλο. Εκείνες οι ιστορίες που φωτίζουν ακόμη τη μνήμη τους, εκείνοι οι ήρωες που στάθηκαν σύντροφοι, δάσκαλοι, παρηγοριά ή φλόγα ελπίδας.

Ποιο βιβλίο τους μύησε στη μαγεία; Ποιος ήρωας σας έδωσε δύναμη, φαντασία, κουράγιο ή χαμόγελο;

 

Old Boy

 

Τι είχε τελικά σε εκείνη την ιστορία Ο μικρός Νικόλας; Ποιο πρόβλημα υγείας του προκαλούσε τόση δυσφορία; Και τι ανακούφιση, όταν στο τέλος συνειδητοποίησαν πως δεν έτρεχε κάτι άλλο ανησυχητικό, αλλά απλώς τον έσφιγγε πολύ η γραβάτα του. Και κυρίως πόσο τυχερός ήταν που, ακόμα κι αν δεν μοιράστηκε την ανακάλυψή του με τους αναγνώστες του, πάντως ανακάλυψε τόσο νωρίς ότι δεν είναι για όλους οι γραβάτες, ότι πολλούς ανθρώπους απλώς τους σφίγγουν τον λαιμό και τη ζωή κι ότι ο μόνος τρόπος να ανασάνουν ανεμπόδιστα είναι να τις πετάξουν μακριά τους σαν ρούχο ξένο και ρόλο ανοίκειο.

Και τι έγινε τελικά σε εκείνον τον περίφημο ποδοσφαιρικό αγώνα με τους φίλους του; Πόσο ήρθε; Ποιος νίκησε; Ολοκληρώθηκε ποτέ; Υπάρχει άραγε αγόρι που μεγαλώνοντας και με ό,τι κι αν έζησε στη συνέχεια στην ενήλικη ζωή του, να μην έχει στην πεντάδα των πιο ευτυχισμένων του αναμνήσεων το να παίζει μπάλα με τους φίλους του; Εκείνη η στιγμή που οι ομάδες χωρίζονταν και το παιχνίδι ήταν έτοιμο να αρχίσει, εκείνη η προσμονή της ελευθερίας, της χαράς, της ευτυχίας που θα διαρκούσε τόσο όσο.  

 

 

Λευτέρης Αναγνωστόπουλος

 

Ο Χάρι Πότερ με έκανε να διαβάζω βιβλία, ο Χάρι Πότερ με έκανε να θέλω να γράφω βιβλία, και επίσης με έκανε να πω πρώτη φορά «εεμ, το βιβλίο ήταν καλύτερο!», όταν έβλεπα τις ταινίες στο δημοτικό και απογοητευόμουν που έκοβαν αρκετά πράγματα. Κυριολεκτικά κοιμόμουν μαζί με τα βιβλία – τα είχα στο κομοδίνο δίπλα το ένα πάνω στο άλλο.

Δεν ξέρω τι θα ήμουν χωρίς αυτή τη σειρά· πράγμα που κάνει όλο και πιο στενάχωρη την κατάληξη της Ρόουλινγκ, όπου πλέον το μόνο που κάνει είναι να επιτίθεται σε μειονότητες καθώς μετράει τα εκατομμύριά της. Το αγαπημένο μου είναι «Ο Χάρι Πότερ και ο Ημίαιμος Πρίγκιψ».

 

 

Κωστής Καλογρούλης 

 

Υποθέτω ότι πριν από μερικές δεκαετίες οι περισσότεροι από εμάς ως παιδιά διαβάζαμε πάνω κάτω τα ίδια πράγματα: Άλκη Ζέη (Το Καπλάνι της Βιτρίνας και Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου), Ίνιντ Μπλάιτον (Μυστικοί Επτά και Πέντε Φίλοι), Τόλκιν (πρώτα το Χόμπιτ και κάνα δυο χρόνια αργότερα ο Άρχοντας των Δακτυλιδιών), Πηνελόπη Δέλτα (Τα Μυστικά του Βάλτου) κι εγώ δεν αποτελώ εξαίρεση. Θυμάμαι να χάνομαι όπως όλοι στα μυστήρια της Ίνιντ Μπλάιτον, στα σκοτεινά παραμύθια του Τόλκιν, και ιδιαίτερα στα Μυστικά του Βάλτου που, για κάποιον μυστήριο λόγο, ένιωθα πολύ περήφανος που είχα καταφέρει να διαβάσω. Αλλά με μικρή διαφορά ξεχωρίζω δύο βρετανικά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα που έχουν μαγέψει διαδοχικές γενιές παιδιών του δυτικού κόσμου: το Νησί των Θησαυρών του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον και το Μούνφλιτ του Τζ. Μιντ Φόκνερ, και τα δύο με πειρατές, θησαυρούς και ναυάγια.

Η μνήμη είναι παράξενο πράγμα, αναξιόπιστο μεν ως προς την αποτύπωση γεγονότων αλλά που περιέχει μια δική της, εσωτερική αλήθεια. Στη δική μου μνήμη αυτά τα βιβλία έχουν μείνει σαν ασυναγώνιστες περιπέτειες και εκπληκτικά ταξίδια της φαντασίας. Για να γράψω πάντως αυτό το μικρό κείμενο επισκέφτηκα για πρώτη φορά μετά από τριάντα και πλέον χρόνια ένα ράφι το οποίο φιλοξενεί ακόμη αρκετά από τα βιβλία που διάβασα ως παιδί, μια διαδικασία που με έκανε να ανατριχιάσω. Και γι’ αυτή τη νοσταλγική εμπειρία είμαι ευγνώμων.

 

 

Ζωή Λυμπέρη

Από τις σελίδες του πρώτου κόμικ της Marvel που βρέθηκε ποτέ στα χέρια μου γεννήθηκε ο ήρωας που συνδέθηκε με τις παιδικές μου αναμνήσεις και έτυχε να ανήκει στον κόσμο των σούπερ ηρώων. Όταν πια ήρθαν και οι ταινίες, στην ερώτηση «ποιος θα ήθελες να ήσουν αν είχες σούπερ δυνάμεις;» με έπιανα να απαντώ… ο Spider-Man.

Με μάγευε αυτή η διπλή ζωή που ζούσε μεταξύ ανθρώπων και ηρώων, από το εφηβικό του δωμάτιο στο επίκεντρο του κινδύνου, η ικανότητά του να εξαφανίζεται σε μια στιγμή με έναν όχι και τόσο εξωπραγματικό τρόπο για το παιδικό μυαλό και να πετά από πολυκατοικία σε πολυκατοικία πάνω από το ατμοσφαιρικό χάος της Νέας Υόρκης.

Ο Spider-Man δεν έχει την εικόνα του άτρωτου ήρωα – «προστάτη» της πόλης. Θα χάσει, θα δυσκολευτεί να φέρει εις πέρας την αποστολή του, θα ρισκάρει τη ζωή του αλλά δεν θα σκοτώσει τους αντιπάλους του και δεν θα σταματήσει να πιστεύει στο καλό και να τον κινεί η φράση του θείου του, Ben, λίγο πριν πεθάνει: «Με τη μεγάλη δύναμη έρχεται και μεγάλη ευθύνη».

Τις πιο σύγχρονες περιπέτειές του δεν τις διάβασα ποτέ, σαν να ήθελα να μείνει χαραγμένος στη μνήμη μου αυτός ο Peter Parker που γνώρισα και αγάπησα τότε σε εκείνες τις σελίδες των κόμικ και στις πρώτες ταινίες μέσα από τα μάτια του Tobey Maguire. Δεν θα πάψει όμως να είναι ο ήρωας που με έκανε να καταλάβω ότι η πόλη δεν είναι μόνο εδώ κάτω αλλά και εκεί ψηλά, από όπου μπορείς να δεις και τον καλό και τον κακό εαυτό της.

 

 

Πέπη Νικολοπούλου

 

Θυμάμαι ακόμα τις εικόνες μιας άλλης Αθήνας — τραυματισμένης, μελαγχολικής, με εκείνη τη σιωπή που ακολουθεί λίγο πριν τη θύελλα. Ήμουν παιδί όταν διάβασα τους Νικητές της Ζωρζ Σαρή, κι όμως οι εικόνες που τότε σχηματίστηκαν στο μυαλό μου με συντροφεύουν μέχρι σήμερα. Ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα πως οι πόλεις κουβαλούν πληγές, και οι άνθρωποι μέσα τους, ακόμη περισσότερες. Πως ο κόσμος δεν μοιάζει με παράδεισο αλλά με διαρκή αγώνα.

Οι ήρωες ήταν νέοι. Και ανήσυχοι. Αγωνιούσαν για τη ζωή, για την αγάπη, για την αλήθεια. Κάτι μέσα τους δεν μπορούσε να συμβιβαστεί. Και εγώ, μικρή, τους ακολουθούσα σαν φίλη τους πιστή — ένιωθα τις ανασφάλειες, τις επιθυμίες, τις ελπίδες τους. Καμία από τις σελίδες του δεν μου χάιδεψε τα αυτιά. Καμία δεν μου πούλησε κάποιο ψεύτικο όνειρο. Αντίθετα, με κοίταξε κατάματα με την ωμή της αλήθεια.

Δεν είχα ζήσει καμία αντίσταση, καμία δικτατορία. Είχα όμως ζήσει ήδη τις πρώτες μου απογοητεύσεις. Και μέσα από το βλέμμα αυτών των παιδιών, έμαθα τι θα πει να χάνεις και να συνεχίζεις. Τι θα πει να μην νικάς όπως το ορίζουν οι άλλοι — αλλά να νικάς επειδή δεν εγκατέλειψες τον εαυτό σου.

Οι Νικητές δεν ήταν απλώς ένα μυθιστόρημα για τη μεταπολίτευση. Ήταν ένας καθρέφτης της εφηβείας — αυτής της εκρηκτικής, άγριας περιόδου, όπου όλα μοιάζουν πιθανά, και όλα απειλούνται ανά πάσα στιγμή. Και τώρα, χρόνια μετά, νιώθω ευγνωμοσύνη που ένα τέτοιο βιβλίο μπήκε στη ζωή μου τόσο νωρίς. Γιατί μου έμαθε ότι η μνήμη δεν είναι βάρος — είναι δύναμη.

 

 

Μύριαμ Παρασκευοπούλου

 

Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου και η πρώτη αίσθηση που μου δημιουργήθηκε διαβάζοντας πως τιμάται ετησίως στις 2 Απριλίου ήταν μια πολύχρωμη νοητική και ψυχική ηρεμία. Αυτή ακριβώς μου δημιουργούνταν κάθε φορά που άνοιγα το αγαπημένο μου παιδικό παραμύθι, το οποίο δεν είναι άλλο από την ιστορία της Μικρής Γοργόνας του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Θυμάμαι τον εαυτό μου από μωρό σε μια πισίνα να κολυμπάω, οπότε το να συνδεθώ με ένα μυθικό υδρόβιο πλάσμα, στην αεικίνητη παιδική μου φαντασία, φάνταζε εντελώς φυσιολογικό. Το διάβαζα για χρόνια, με τις σελίδες του ξεκολλημένες.

Η ιστορία της εξελίσσεται όταν στα 15 της, της επιτρέπεται να κολυμπήσει ως την επιφάνεια. Εκεί σώζει από βέβαιο πνιγμό τον πρίγκιπα του οποίου το πλοίο έχει ναυαγήσει και έπειτα εξελίσσεται μια βαθιά ιστορία αγάπης(;) κατά την οποία η πριγκίπισσα Άριελ αποτινάσει την υδρόβια φύση της, για να γίνει άνθρωπος (;) και να μείνει για πάντα με τον αγαπημένο της. Ωστόσο, αυτό που δεν καταλάβαινα από παιδί ήταν γιατί δεν έγινε ο πρίγκιπας γοργόνος;

 

 

Κατερίνα Παρρή

 

Και το όνομα αυτού Μικρός Πρίγκιπας, η πασίγνωστη μορφή του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ που απ’ όταν την είδα, δεν την ξέχασα κι απ’ όταν άνοιξα το βιβλίο του και γνώρισα αυτό το πλάσμα, τον αστεροειδή -μάλλον- Β612 όπου κατοικούσε και όλα όσα έμαθα για το τριαντάφυλλό του, συνδέθηκα ξεχωριστά. Από αυτές τις συνδέσεις που γίνονται σταθερές και επανέρχεσαι στις σελίδες του κάθε φορά που θες να θυμηθείς, για να επιστρέψεις εκεί που γνωρίζεις ότι υπάρχουν μέρη που μιλάτε την ίδια γλώσσα, σε καταλαβαίνουν και με κάποιον τρόπο η μοναδική τους ατμόσφαιρα και η ανεξίτηλη αίσθηση γίνεται ο δικός σου ασφαλής πλανήτης. Ο Μικρός Πρίγκιπας μοιάζει τόσο εύθραυστος αλλά έχει όλες τις απαντήσεις μέσα από τις ερωτήσεις του. Η ατμόσφαιρα του βιβλίου μελαγχολική με τον πιο ρομαντικό κυνισμό που μπορώ να αισθανθώ σε ένα παιδικό βιβλίο που μάλλον είναι περισσότερο για τους μεγάλους. Aυτό ακριβώς, όταν οι μεγάλοι έχουν παραμεγαλώσει κι έρχεται Ο Μικρός Πρίγκιπας για να τους υπενθυμίσει σημεία της ανθρώπινης ύπαρξης που έχουν ξεχάσει. Προς το τέλος του ο Μικρός Πρίγκιπας μας αφήνει το φως του ή μάλλον γίνεται ο ίδιος το γελαστό αστέρι μας:

(Μικρός Πρίγκιπας) – Εσύ θα ‘χεις τ’ αστέρια που δεν έχει κανένας…
(πιλότος) – Τι θες να πεις ;
(Μικρός Πρίγκιπας) – Όταν θα κοιτάζεις τον ουρανό τη νύχτα, αφού εγώ θα μένω σ’ ένα από αυτά, αφού εγώ θα γελάω σ’ ένα από αυτά, θα είναι για σένα λοιπόν σαν να γελάνε όλα τ’ αστέρια. Εσύ θα έχεις αστέρια που ξέρουν να γελάνε.

 

 

 

Στέλιος Παρρής

 

Αγαπημένο ανάγνωσμα δεν θα το αρνηθώ ήταν ανέκαθεν τα κόμικς για μένα. Αυτά τα κουτάκια που είχανε μέσα τους συννεφάκια με λόγια και σκίτσα με χρώματα. Όταν άφηνα τα «μικυμάου» έπιανα τις εγκυκλοπαίδειες, ειδικά αυτές με την αρχαία ελληνική ιστορία. Οι μύθοι των Θεών και των Ανθρώπων κρύβανε διδασκαλίες μέσα τους που με συντρόφευσαν σε όλο το Δημοτικό. Επισκέφθηκα τα πίσω ράφια της βιβλιοθήκης μου εκεί που έχω φυλαγμένα τ’ αγαπημένα αναγνώσματα των παιδικών μου χρόνων.

Βρήκα τον τουριστικό οδηγό του τότε Μουσείου της Ακρόπολης, φύλλο και φτερό και πίσω απ’ τη φωτογραφία του «Μοσχοφόρου» να γράφω «μπράβο στον γλείφτη». Βρήκα το Mπρεχτ ο μπάρμπα-Έντε από τη σειρά μεγάλοι συγγραφείς για παιδιά (εκδ. Οδυσσέας, σκίτσα Αρλέτα Τσάπρα) με κυκλωμένο το «Ζούσε ένα σκυλί παλιά, που ‘χε στόμα μια σταλιά. Λιγοστό φαί μπουκώνει κι ο αφέντης καμαρώνει: Τί σκυλί και τούτο πάλι! Ανακάλυψη μεγάλη!» όλο οξείες και περισπωμένες. Και τις ζωές των Λέοναρντο Ντα Βίντσι και Πάμπλο Πικάσσο βρήκα (εκδ. Άμμος του Ibi Lepscky) που διάβαζα και ξαναδιάβαζα. Τον Ιούλιο του 1990 η θεία μου η Καλιρρόη που πάντα μου έφερνε γουστόζικα παιχνίδια μου έδωσε (εκδ. Πατάκη του Έριχ Καίστνερ) το Ο Αιμίλιος και οι ντέτεκτιβ. Πρέπει να’ χα πάρει μια τέτοια φάτσα απογοήτευσης γιατί θυμάμαι να μου λέει απολογητικά «Σκέφτηκα Στέλιο μου να διαβάσεις και σύγχρονη λογοτεχνία για παιδιά και νέους καλό θα σου κάνει». Δεν το διάβασα εκείνο το καλοκαίρι είχα θυμώσει. Μα το διάβασα τον χειμώνα και ήθελα να μάθω τι συμβαίνει παρακάτω κι έτσι σιγά σιγά άρχισα να πιάνω κι άλλα βιβλία με πολλά γράμματα και σελίδες δίχως σκίτσα που δεν ήτανε εγκυκλοπαίδειες.

Άφησα για το τέλος το αγαπημένο μου ανάγνωσμα ήταν από τη σειρά οι κωμωδίες του Αριστοφάνη σε κόμικς (διασκευή κείμενα Τάσου Αποστολίδη και σκίτσα Γιώργου Ακοκαλίδη, αγροτικές συνεταιριστικές εκδόσεις). Η Λυσιστράτη μ’ άρεσε πιο πολύ μα από τις Σφήκες δεν μπορώ να ξεχάσω αυτή τη φράση που επαναλάμβανα πολύ όταν παίζαμε κλέφτες κι αστυνόμοι στη γειτονιά «Θέλω να δικάζω, να καταδικάζω, να βάζω πρόστιμα, να ρίχνω φυλακή, χρόνια φυλακή, αιώνες». Έναν ήρωα δεν αγάπησα ποτέ μου, με τους αντιήρωες ήμουν παιδιόθεν.