Στο πλαίσιο του τριήμερου αφιερώματος της Στέγης στον Βιμ Βέντερς με τίτλο «Wim Wenders: Η μεγάλη αναδρομή», είχαμε τη χαρά να παρακολουθήσουμε από κοντά το Σάββατο 15 Νοεμβρίου το masterclass του αγαπημένου Γερμανού δημιουργού. Ακόμα κι αν δεν είχε υπολογίσει καλά τα του χρόνου του και δεν πρόλαβε να μιλήσει και να μας δείξει σκηνές για την τρίτη ταινία που σκόπευε (τις «Υπέροχες Μέρες»), πρόλαβε πάντως να μοιραστεί πολύ ενδιαφέρουσες ιστορίες για τη σχέση δύο άλλων ταινιών του («Παρίσι, Τέξας» και «Μέχρι το Τέλος του Κόσμου») με τη δική του οικογένεια, καθώς η οικογένεια και η σχέση της με τον κινηματογράφο ήταν το θέμα της παρουσίασής του. Ας μοιραστούμε λοιπόν κι από εδώ όσα μοιράστηκε.
«Όταν ρώτησα τον εαυτό μου αν μπορούσα να ορίσω ποια θεωρούσα τη σημαντικότερη πηγή του κινηματογράφου, αυτή που τον τρέφει περισσότερο, που του δίνει το μεγαλύτερο μέρος του συναισθηματικού του υπόβαθρου, και επομένως σχηματίζει το DNA του περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, δεν κατέληξα σε κάτι εξεζητημένο. Όχι, συνειδητοποίησα ότι ήταν κάτι πολύ κοινό και απλό, μια καθημερινή πραγματικότητα για σχεδόν όλους μας: η οικογενειακή ζωή.
Στην αρχή εξεπλάγην αρκετά από τη σκέψη μου, γιατί η οικογενειακή ζωή είναι συχνά τόσο μη εντυπωσιακή, τόσο βαρετή, μετά όμως άρχισε να μου γίνεται σιγά σιγά σαφές. Αγάπη, μίσος, σύγκρουση, δράμα, κωμική ανακούφιση, φόβος, αγωνία, εμπιστοσύνη, νοσταλγία για το σπίτι, φυγή, μοναξιά, ασφάλεια, απόγνωση, χωρισμός, ταυτότητα, εκδίκηση, ευτυχία, απώλεια, ζωή και θάνατος είναι όλα μέρος της εμπειρίας της οικογενειακής ζωής. Συνέβησαν σ’ όλους μας στο πλαίσιο της οικογένειας. Έτσι μάθαμε όλοι αυτά τα συναισθήματα, και έτσι μπορούμε να τα τοποθετούμε στις ταινίες μας ως σκηνοθέτες, ή να τα αναγνωρίζουμε και να τα βιώνουμε ως θεατές. Η οικογένεια αποτελεί άλλοτε το πεδίο μάχης κι άλλοτε το ασφαλές λιμάνι για όλα τα παραπάνω συναισθήματα.

Ο καθένας μας είναι ένα γενετικό προϊόν μιας σχέσης μεταξύ ενός άνδρα και μιας γυναίκας. Μόνο πρόσφατα υπάρχουν μερικές ιατρικές εξαιρέσεις. Αλλά όλοι γεννηθήκαμε από μια μητέρα και βγήκαμε από μια μήτρα. Ακόμη κι αν δεν θηλάσαμε όλοι από τη μητέρα μας. Κι εκεί ίσως αρχίζουν μερικά από τα προβλήματά μας. Και φυσικά δεν είχαμε όλοι πατέρα που να φρόντισε για μας. Εκεί ξεκίνησαν περισσότερα προβλήματα. Αλλά παρ’ όλα αυτά, η πλειονότητα είχε μητέρες και πατέρες, οι περισσότεροι έχουμε γονείς, αδερφούς και αδερφές, γιαγιάδες και παππούδες, θείους και θείες, ξαδέρφια ή άλλους πιο μακρινούς συγγενείς, στενές σχέσεις αίματος. Η οικογένεια δεν είναι μόνο ο χώρος των πρώτων εμπειριών μας, αλλά οι οικογενειακές σχέσεις διαμορφώνουν επίσης σε μεγάλο βαθμό το υποσυνείδητό μας και τον χαρακτήρα μας. Και σε μεγάλο βαθμό επίσης κάποιες πολύ πραγματικές συνθήκες της ζωής μας. Η οικογένεια είναι ο πυρήνας των ιστοριών από την αρχαία ελληνική δραματουργία μέχρι τον Σαίξπηρ και μέχρι τις σαπουνόπερες. Λαμβάνοντας υπόψη την τεράστια επιρροή της οικογένειας στο ποιοι είμαστε, ή καλύτερα, στο ποιοι έχουμε γίνει. Λαμβάνοντας υπόψη το πόσο οι οικογενειακές δομές έχουν όχι μόνο διαμορφώσει τους χαρακτήρες μας, αλλά και τις κοινωνίες μας. Και πάνω απ’ όλα λαμβάνοντας υπόψη ότι τα δύο αναπόφευκτα καθοριστικά γεγονότα για όλους μας, που είναι προφανώς η γέννηση και ο θάνατος, είναι ακραία οικογενειακές υποθέσεις.
Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλα αυτά, νιώθω ότι οι ταινίες δεν εκπροσωπούν πραγματικά την οικογένεια καθόλου επαρκώς. Σίγουρα όχι σε όλη της την πολυπλοκότητα και υπαρξιακή επίδραση. Μου φαίνεται ότι οι ταινίες που πραγματικά ασχολούνται με την οικογενειακή ζωή είναι ένα μικρό, σχεδόν ασήμαντο κομμάτι του παγκόσμιου κινηματογράφου. Ίσως βέβαια οι οικογενειακές ταινίες δεν αποτελούν ένα σημαντικό κινηματογραφικό είδος από μόνες τους, επειδή η οικογένεια είναι υπόβαθρο όλων των άλλων ταινιών που ενδεχομένως αγγίζουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα οικογενειακά ζητήματα.
Για παράδειγμα, όταν είδα το “Avatar 2” του Τζέιμς Κάμερον, μια εκπληκτική 3D εμπειρία σε έναν μακρινό πλανήτη, συνειδητοποίησα ότι μόλις είχα δει ένα οικογενειακό δράμα επιστημονικής φαντασίας, το οποίο βασικά ασχολούνταν με γονείς που δεν ήξεραν πια πώς να ελέγξουν τους επαναστατημένους εφήβους τους. Μια πολύ συνηθισμένη, καθημερινή οικογένεια.

Παρ’ όλα αυτά, είμαι αρκετά πεπεισμένος ότι η οικογένεια ως αυτόνομο θέμα είναι δραματικά υποεκπροσωπημένη στο σύγχρονο σινεμά, ακόμη κι αν φέρει μέσα της το περιεχόμενο που κινεί τις περισσότερες άλλες ταινίες. Κατά τη γνώμη μου, σε όλη την ιστορία του κινηματογράφου, υπήρξε μόνο ένας σκηνοθέτης που αφιέρωσε ολόκληρο το έργο του, όλες τις περίπου 60 ταινίες που έκανε στη ζωή του, στο ένα και μοναδικό θέμα της οικογένειας. Στην προκειμένη περίπτωση, της ιαπωνικής οικογένειας. Και αυτός ήταν ο Γιασουτζίρο Όζου, που πέθανε το 1962. Οι ταινίες του είναι πράγματι οικογενειακές ιστορίες στην καθαρότερη μορφή τους. Ασχολούνται μονόπλευρα με αυτό το ένα πεδίο — την οικογένεια. Αλλά κάνοντάς το, καταγράφουν σαν σεισμογράφος όλες τις αλλαγές της ιαπωνικής κοινωνίας σε τέσσερις δεκαετίες. Στο έργο του βλέπεις την προπολεμική και τη μεταπολεμική Ιαπωνία, ακολουθείς τη σταδιακή αλλά δραματική μεταμόρφωσή της από μια παραδοσιακή ασιατική κουλτούρα, που ωρίμασε σε λαμπρή απομόνωση, σε μια σύγχρονη, κυρίως δυτική κοινωνία. Αλλά πέρα από αυτό, στις ταινίες του βλέπεις την οικογένεια όπως ποτέ πριν.
Φυσικά έχω δει τη γερμανική οικογένεια στις γερμανικές ταινίες, και φυσικά εδώ στην Ελλάδα έχετε δει ελληνικές οικογένειες να εκπροσωπούνται, για παράδειγμα, στις υπέροχες ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Δεν ήμουν προετοιμασμένος, όμως, όταν είχα την πρώτη μου εμπειρία με τον Όζου, ότι θα αναγνώριζα τον δικό μου πατέρα σε μια ιαπωνική ταινία καλύτερα από οποιαδήποτε γερμανική, ευρωπαϊκή ή αμερικανική ταινία μέχρι τότε. Γιατί οι πατεράδες, οι μητέρες ή οι παππούδες του Όζου δεν ήταν απλώς εκπρόσωποι οικογενειακών ρόλων, αλλά τους υπερέβαιναν για να μας δείξουν τον πατέρα ή τη γιαγιά, την ίδια τους τη φύση, το είναι τους, τον πυρήνα τους μέσα στην οικογένεια. Αυτές οι ταινίες ανατέμνουν την οικογενειακή ζωή, αλλά την παρουσιάζουν και ως σύνολο, ή σχεδόν θα έλεγα ως ιερά μυθική, ως την υπερβατική καταγωγή του ανθρώπινου είδους.
Έχοντας στο μυαλό και τον Όζου, άρχισα να αναρωτιέμαι: Πώς λειτούργησε το θέμα της οικογένειας στις δικές μου ταινίες; Συνειδητά, ασυνείδητα, υποσυνείδητα. Πού και πότε έδειξα πώς ένιωθα για την οικογένεια; Όχι απλώς για να μιλήσω για μένα και το έργο μου, αλλά για να οξύνω τη δική σας επίγνωση της οικογένειας στις ταινίες, φυσικά, αλλά ίσως και στη δική σας οπτική για τον κόσμο. Τρεις δικές μου ταινίες μου ήρθαν στο μυαλό: το «Παρίσι, Τέξας», το «Μέχρι το Τέλος του Κόσμου» και οι «Υπέροχες Μέρες».

Θα ξεκινήσω με το «Παρίσι, Τέξας». Aφηγείται την ιστορία ενός άνδρα ονόματι Τράβις, ο οποίος εμφανίζεται από το πουθενά στη μεγάλη έρημο που χωρίζει το Μεξικό από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν μιλάει και φαίνεται μάλλον κατατονικός, αλλά κάπως κινείται από μια βαθιά επιθυμία να ξανασυνδεθεί, όπως ανακαλύπτουμε σιγά σιγά, με τη νεαρή του σύζυγο, Τζέιν, και τον τώρα οκτάχρονο γιο του, Χάντερ. Πρέπει να συνέβη μια συναισθηματική καταστροφή σε αυτή τη μικρή οικογένεια που οδήγησε τον Τράβις σε μια μορφή εξορίας στο Μεξικό και τον μικρό του γιο να μεγαλώσει με τον αδερφό του Τράβις και τη γυναίκα του.
Σε μια κρίσιμη σκηνή, ο Τράβις είναι με τον Χάντερ και σταματούν στη μέση του πουθενά, σε μια ανώνυμη μικρή πόλη όπου ο Τράβις μεθάει απελπισμένα. Έτσι κάνουν οι περισσότεροι άνδρες όταν δεν ξέρουν πώς να χειριστούν μια δύσκολη κατάσταση. Καθώς δεν υπάρχει ξενοδοχείο ή δωμάτιο προς ενοικίαση σε αυτό το παρατημένο μέρος, περνούν τη νύχτα στην αίθουσα αναμονής ενός πλυντηρίου ρούχων, όπου ο μεθυσμένος Τράβις προσπαθεί να μιλήσει για τη δική του μητέρα και να πει στον γιο του κάτι σημαντικό για την οικογενειακή του ιστορία. Καταλήγει σε μια παράξενη συνεδρία ψυχανάλυσης, στην οποία ο γιος γίνεται αναλυτής και ο πατέρας ασθενής.
H σκηνή γυρίστηκε σε ένα μέρος του Τέξας που λέγεται Westhoff. Το “Westhoff”, ωστόσο, είναι το οικογενειακό όνομα της μητέρας του πατέρα μου, της γιαγιάς μου, της Hermina Westhoff. Όταν για πρώτη φορά εντόπισα το μέρος με αυτό το οικείο όνομα στον χάρτη του Τέξας, κατά τη διάρκεια της μεγάλης περιοδείας μου για αναζήτηση τοποθεσιών στη Δύση των ΗΠΑ πριν από τα γυρίσματα της ταινίας, έκανα μια τεράστια παράκαμψη για να δω αυτό το θεοσκότεινο μέρος στη μέση του πουθενά. Από μια πινακίδα στο νεκροταφείο της πόλης ανακάλυψα ότι είχε ιδρυθεί από έναν Γερμανό με το όνομα Westhoff στα τέλη του 19ου αιώνα. Ήταν άραγε μακρινός συγγενής της γιαγιάς μου; Δεν το έμαθα ποτέ. Μόνο τώρα, μέσα στο πλαίσιο των οικογενειακών ιστοριών, μου φαίνεται προφανές γιατί ήθελα να γυρίσω αυτή τη σημαντική σκηνή ψυχανάλυσης εδώ. Ήταν ξεκάθαρα μια παράξενη ταύτιση από τη μεριά μου με τον μικρό Χάντερ, ο οποίος, μέσα από τη διήγηση του πατέρα του, μαθαίνει για τη γιαγιά του, την οποία δεν γνώρισε ποτέ, όπως άλλωστε κι εγώ. Δεν είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τους παππούδες μου, και ειδικά τη γιαγιά μου. Πέθανε πολύ νέα, αφού γέννησε τον αδελφό του πατέρα μου, γεγονός που δημιούργησε μια μεγάλη απόσταση ανάμεσα στους δύο αδελφούς, καθώς ο νεότερος θεωρήθηκε υπεύθυνος για τον θάνατο της μητέρας τους. Σε κάθε περίπτωση, η απουσία μητέρας από τα δύο του χρόνια και μετά σκίασε βαθιά τη ζωή του πατέρα μου, κάτι που σίγουρα επηρέασε κι εμένα με πολλούς τρόπους. Τα οικογενειακά τραύματα έχουν πάντοτε συνέπειες που διαρκούν για πολλές γενιές.
Η δεύτερη σκηνή για την οποία θέλω να μιλήσω είναι από το τέλος της ταινίας. Ο Τράβις έχει επιτέλους μιλήσει με τη σύζυγό του, την Τζέιν, και έχει καταφέρει να φέρει τη μητέρα και τον γιο ξανά κοντά, σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, το οποίο εκείνος μπορεί να παρακολουθεί με ασφάλεια από μακριά, από ένα γειτονικό πάρκινγκ. Κράτησα επίτηδες την αφιέρωση στο τέλος της ταινίας και στο απόσπασμα που είδατε: «Για την Lotte H. Eisner». Καθώς το «Παρίσι, Τέξας» είναι μια οικογενειακή ταινία, η Λότε Άισνερ είναι πράγματι σαν οικογένειά μου. Ως Γερμανοεβραία ιστορικός του κινηματογράφου, και ως διάσημη κριτικός και διανοούμενη της δεκαετίας του ’20, αναγκάστηκε να μεταναστεύσει από το Βερολίνο στο Παρίσι το 1933. Έγραψε θεμελιώδη βιβλία για τον γερμανικό εξπρεσιονιστικό κινηματογράφο, για τον Φρίντριχ Μουρνάου, καθώς και για τον Φριτς Λανγκ, τους οποίους θεωρώ κινηματογραφικούς παππούδες μου. Και περίπου τριάντα χρόνια αργότερα, η Λότε ήταν η πρώτη κριτικός στη Γαλλία που έγραψε για εμάς, τους σκηνοθέτες του νέου γερμανικού κινηματογράφου στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές του ’70. Έγινε, τρόπον τινά, η γιαγιά του νέου γερμανικού κινηματογράφου, και τη σεβόμαστε βαθιά, ανάμεσα σε άλλους ο Βέρνερ Χέρτζογκ κι εγώ. Αυτό μου έκανε εντύπωση για πρώτη φορά τώρα, καθώς προσπαθούσα να δω την ταινία υπό την οπτική του ερωτήματος: «Τι αποκαλύπτει η ταινία για το πώς επεξεργάστηκα την οικογένεια μέσα της;». Την αφιέρωσα στη γιαγιά μου λοιπόν.
Και ο ίδιος ο τίτλος «Παρίσι, Τέξας» φτιάχνει μια εικόνα, απλή, υποβλητική, αλλά και γεμάτη αντιφάσεις. Παρίσι: σύμβολο του ευρωπαϊκού πνεύματος και για μένα η πόλη που μου άλλαξε τη ζωή, από το να θέλω να γίνω ζωγράφος στο να ανακαλύψω τον κινηματογράφο και να θέλω να γίνω σκηνοθέτης. Και Τέξας: η απόλυτη μεταφορά της Αμερικής, του αμερικανικού ονείρου. Η ασυμβατότητα αυτών των δύο λέξεων καθορίζει την τραγωδία της ζωής του Τράβις, η οποία ξεκίνησε από το αστείο του πατέρα του, ότι γνώρισε τη γυναίκα του στο Παρίσι, παύση λίγων δευτερολέπτων, του Τέξας. Η μητέρα του υπέφερε πάρα πολύ από αυτό το κακόγουστο αστείο. Την έπνιγε. Λοιπόν, τι είχα να πω για τις οικογενειακές σχέσεις στο τέλος της ταινίας; Ο Τράβις είχε καταστρέψει αυτή τη μικρή οικογένεια με την ακραία ζηλοτυπία του και την αδυναμία του να δώσει στην Τζέιν οποιονδήποτε χώρο για να ανασάνει. Ορίστε λοιπόν. Όταν η μητέρα και ο γιος επανενώνονται, είναι κάπως βέβαιος ότι είναι καλύτερο — για τον γιο του, τον Χάντερ, αλλά και για την Τζέιν — το να απομακρυνθεί εκείνος, ο Τράβις. Ξέρει βαθιά μέσα στην καρδιά του ότι θα το χαλούσε ξανά. Για μένα, το ότι ο Τράβις οδηγεί τον εαυτό του έξω από την ιστορία είναι μια πράξη ηρωισμού, από καθαρή, άνευ όρων αγάπη, στην οποία καταφέρνει επιτέλους να φτάσει. Θυσιάζει τη δική του επιθυμία και το δικό του όνειρο για χάρη της μητέρας και του γιου.

Ο Χάρι Ντιν Στάντον που υποδύεται τον Τράβις με μισούσε γι’ αυτή τη στάση του χαρακτήρα του. Προσπάθησε πολύ να με πείσει να βάλω ένα ευτυχισμένο τέλος. Το ίδιο όμως και η αμερικανική εταιρεία διανομής, η 20th Century Fox. Κι εκείνοι πίστευαν ότι το αμερικανικό κοινό χρειαζόταν ένα χάπι εντ. Η πρότασή τους ήταν, λοιπόν: στο τέλος, ακόμη και χωρίς τον ηθοποιό, να προσθέσω ένα μόνο ακόμη πλάνο. Είναι πολύ εύκολο να γίνει: το αυτοκίνητο κάνει αναστροφή στον αυτοκινητόδρομο. Τότε, θα ήξεραν πώς να πουλήσουν αυτή την ευρωπαϊκή ταινία σε έναν Αμερικανό διανομέα. Αρνήθηκα να προσθέσω εκείνο το πλάνο. Μου φαινόταν σαν ψέμα. Κάθε ιστορία, όπως και κάθε οικογένεια, έχει τη δική της αλήθεια. Δεν τα πειράζεις αυτά. Χωρίς το χάπι εντ της η εταιρεία διανομής ξεφορτώθηκε την ταινία σαν καυτή πατάτα και την κυκλοφόρησε χωρίς να πιστεύει σαν αυτήν, χωρίς ούτε μία διαφήμιση. Ήταν μια σχετική αποτυχία. Ήταν σε άλλες χώρες που το «Παρίσι, Τέξας» καθιέρωσε τη φήμη του.
Η επόμενη ταινία για την οποία θέλω να μιλήσω είναι το «Μέχρι το Τέλος του Κόσμου». Είναι η πιο φιλόδοξη ταινία που έχω κάνει ποτέ. Το απόλυτο road movie που έκανε ζιγκ-ζαγκ σε ολόκληρο τον πλανήτη για να καταλήξει στην αυστραλιανή ενδοχώρα. Ήταν επίσης μια ταινία επιστημονικής φαντασίας που διαδραματιζόταν στο κοντινό μέλλον. Γιατί όταν άρχισα να τη σχηματίζω στο μυαλό μου, το 1978, το έτος 2000 φαινόταν μακρινό. Όταν επιτέλους μπόρεσα να γυρίσω την ταινία το 1990, η αλλαγή του αιώνα ήταν προ των πυλών. Πλέον, σήμερα, αυτή η ταινία επιστημονικής φαντασίας είναι μια ιστορική ταινία, που διαδραματίζεται ένα τέταρτο του αιώνα πριν. Το μέλλον με το οποίο ήθελε να ασχοληθεί η ταινία ήταν η οπτικοακουστική μας κουλτούρα. Οι αλλαγές που θα έφερνε η ψηφιακή εποχή ήταν συγκλονιστικές, ακόμη κι αν το 1990 βλέπαμε μόνο την απαρχή της. Ήμουν πεπεισμένος ότι η ψηφιακή εποχή θα αναποδογύριζε τα πάντα. Θα έκανε κυριολεκτικά τους τυφλούς να βλέπουν και θα τύφλωνε εκείνους που έβλεπαν. Αυτό έγινε η βασική ιδέα της ταινίας.
Το ταξίδι της ταινίας ακολουθεί μια οικογενειακή σάγκα, την οποία θα σας πω εν συντομία. Ένα γερμανόπουλο στη δεκαετία του ’30 αναγκάζεται να δραπετεύσει από τη ναζιστική Γερμανία μαζί με τους γονείς του και, στη ζιγκ-ζαγκ φυγή τους μέσα από την Ευρώπη, χάνει τους γονείς του. Όμως το παίρνει υπό την προστασία της μια οικογένεια Γάλλων που έχει μια τυφλή κόρη. Το αγόρι γίνεται παγκοσμίου φήμης νευροβιολόγος, τον οποίο υποδύεται ο Μαξ Φον Σίντοφ. Και το μικρό κορίτσι γίνεται η σύζυγός την οποία παίζει η Zαν Μορό. Ο πατέρας στέλνει τον γιο τους, τον οποίο παίζει ο Γουίλιαμ Χαρτ, σε ένα ταξίδι σε πολλά μέρη του κόσμου προκειμένου να συλλέξει και να καταγράψει τις εικόνες που θέλει να δείξει στην τυφλή σύζυγό του, μέσω της ειδικής συσκευής που έχει κατασκευάσει. Στο τέλος της ζωής τους, εκείνος θέλει εκείνη να δει τα μέρη όπου έζησαν και τους ανθρώπους που της ήταν αγαπημένοι. Όπως είπαμε αυτή είναι κι η βασική ιδέα της ταινίας.
Ποτέ δεν πλησίασα περισσότερο στο να αποκωδικοποιήσω μια ασταθή σχέση πατέρα–γιου, ή την απίστευτα τρυφερή και θεραπευτική παρουσία μιας μητέρας. Ούτε πλησίασα περισσότερο στον δικό μου πατέρα και μητέρα μέσα από την ταινία. Τώρα όμως πρέπει επίσης να σας πω από πού προερχόταν όλη αυτή η ιστορία. Ο πατέρας μου είχε μια αγαπημένη μεγαλύτερη αδελφή. Το όνομά της ήταν Έντιθ. Ήταν τυφλή. Ήταν η αγαπημένη μου θεία και ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα της ζωής μου. Είχε δύο παιδιά που έβλεπαν. Περνούσαμε πολλά καλοκαίρια όλοι μαζί. Εκείνα ήταν συνηθισμένα σε μια μητέρα που δεν έβλεπε – εγώ όμως όχι. Περνούσα ώρες στο σπίτι τους προσπαθώντας να κρατώ τα μάτια μου κλειστά και να μάθω να κινούμαι χωρίς να κοιτάζω. Εντυπωσιαζόμουν από το πώς η θεία μου κατάφερνε να ζει ως τυφλή. Η αγαπημένη μου θεία Έντιθ μού έμαθε να της γράφω σε Μπράιγ σε κάθε γενέθλιά μου. Μου έφτιαχνε μια τούρτα με τα ίδια της τα χέρια. Ταξίδεψε μόνη της στη Ρώμη για να «δει» τον Πάπα, όπως έλεγε. Επίσης «είδε» όλες τις ταινίες μου, όπως έλεγε, μέχρι που πέθανε. Και τις καταλάβαινε καλύτερα από τους περισσότερους ανθρώπους που είχαν όραση. Και πόσες φορές δεν ονειροπολούσα ως παιδί πως κάποια μέρα κάποιος θα μπορούσε να κάνει την θεία Έντιθ να δει; Ίσως ακόμη και εγώ ο ίδιος.
Οι οικογενειακές ταινίες, είμαι βέβαιος, είναι ποτισμένες με προσωπική εμπειρία, γιατί δεν έχουμε καμία άλλη γνώση τόσο βαθιά και πρωταρχική όσο αυτή της οικογένειας».
