Την 1η Φεβρουαρίου του 1995, κι ενώ ο James Dean Bradfield, κιθαρίστας και τραγουδιστής των Manic Street Preachers, τον περίμενε να αναχωρήσουν για την περιοδεία του γκρουπ στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Richey Edwards εξαφανίστηκε μυστηριωδώς χωρίς να αφήσει πίσω του κανένα ίχνος.

O Richard James Edwards γεννήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου του 1967 στην περιοχή Μπλάκγουντ της Ουαλίας. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Ουαλίας, απ’ όπου αποφοίτησε με Άριστα από το Τμήμα Πολιτικών Επιστημών. Ο Edwards ήταν στενός φίλος και συμφοιτητής με τον Nicky Wire και, από το 1986 που δημιουργήθηκαν, ακολουθούσε τους Manic Street Preachers στις περιοδείες ως οδηγός και βοηθός τους. Το 1988 γίνεται επίσημο τέταρτο μέλος της μπάντας, όχι για τις κιθαριστικές του δεξιότητες, κάθε άλλο, αλλά για τη δεινότητά του να γράφει υπέροχους στίχους.
{youtube}gavcjNniIvk{/youtube}
“Motorcycle Emptiness” από το άλμπουμ Generation Terrorists
Τα δύο σπουδαιότερα άλμπουμς του γκρουπ, το Generation Terrorists και το αμέσως επόμενο The Holy Bible, είναι εξ ολοκλήρου γραμμένα από τον Edwards και τον Wire. Στίχος ποιητικός με βαθειά πολιτική αναφορά και ειρωνική διάθεση απέναντι στις κοινωνικές αντιθέσεις και το καταναλωτικό lifestyle, τις ιμπεριλιαστικές προθέσεις των ισχυρών αυτού του κόσμου αλλά και θέματα που άπτονται σε προσωπικά βιώματα των μελών. Μετά την εξαφάνισή του, το 1996 οι υπόλοιποι Manics κυκλοφόρησαν το δίσκο Everything Must Go που περιλάμβανε τραγούδια που είχε γράψει ο Edwards πριν από την εξαφάνισή του.

Ο Richey Edwards από την αρχή έδειξε πόσο επιρρεπής ήταν, τόσο στη θλίψη, όσο και στις ναρκωτικές ουσίες και τις κάθε είδους καταχρήσεις. Οι μελαγχολικοί στίχοι του άλλωστε, φανερώνουν πόσο δύσκολο, τελικά ακατόρθωτο, ήταν για μια προσωπικότητα με τέτοιο συναισθηματικό φορτίο να αντέξει τις ανισότητες και τις αντιθέσεις αυτού του κόσμου. Είχε εισαχθεί αρκετές φορές σε κέντρο απεξάρτησης και δυστυχώς έβγαινε πάντα ακόμα πιο ανίσχυρος. Είναι γνωστό το πρόβλημα που αντιμετώπισε με την ανορεξία, αλλά και με τον εθισμό του στον αυτοτραυματισμό. Η ιστορία με το δημοσιογράφο του NME που όταν του έθεσε το ερώτημα περί αυθεντικότητας του ροκ lifestyle έβγαλε ένα ξυράφι και χάραξε στο χέρι του την λέξη «4 Real», έχει πλέον καταγραφεί στην ιστορία των καταραμένων της ροκ μουσικής.
Το 1995 και έπειτα από πολλά ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα και εκρήξεις, που είχαν αρχίσει να επηρεάζουν αρνητικά τα υπόλοιπα μέλη των Manics, το γκρουπ ετοιμαζόταν να ταξιδέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Την 1η Φεβρουαρίου εκείνης της χρονιάς, ο Richey Edwards έκανε τσεκ άουτ από το ξενοδοχείο Embassy του Λονδίνου και κανείς δεν έμαθε ξανά νέα του από τότε. Οι αστυνομικές αρχές βρήκαν, δυο εβδομάδες μετά, το αυτοκίνητό του εγκαταλελειμμένο σε ένα πάρκινγκ δίπλα στον ποταμό Σέβερν, τόπο όπου έχουν γίνει πολλές αυτοκτονίες. Όπως είναι λογικό, όλοι πίστεψαν ότι ο Edwards είχε επιλέξει το μέρος αυτό για να δώσει τέλος στη ζωή του, ποτέ όμως δε βρέθηκε εκεί το πτώμα του και όταν χρόνια αργότερα ανασύρθηκε από το ποτάμι ένας σκελετός, δεν ταυτοποιήθηκε ποτέ.

Όπως είναι φυσικό, ακολούθησε μακροχρόνια έρευνα, πολλαπλές δημόσιες εκκλήσεις της οικογένειάς του για να επιστρέψει, μαρτυρίες ότι κάποιος τον είδε στη Γκόα της Ινδίας ή στις Κανάριες Νήσους, που φυσικά αποδείχθηκαν λανθασμένες, αλλά και μια σειρά από εκδόσεις βιβλίων, πολυσέλιδων αφιερωμάτων και κάθε λογής παραφιλολογία που συνόδευαν το γεγονός μέχρι και πριν από μερικά χρόνια. Η οικογένειά του ήρθε σε αντίθεση με τις αστυνομικές αρχές για τον τρόπο που χειρίστηκαν την υπόθεση, και ενώ το 2002 τους ζητήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος και έπειτα από επτά χρόνια εξαφάνισης, να κλείσει η υπόθεση και να καταγραφεί ως νεκρός, εκείνοι αρνήθηκαν και συνέχισαν πεισματικά την έρευνα μέχρι και το 2008, όταν και ο Richey Edwards θεωρήθηκε επισήμως ως νεκρός.
{youtube}y11f8Oc25AI{/youtube}
Το 1992 Οι Manic Street Preachers διασκευάζουν το “Suicide is Painless” των Mandel και Altman
Μια σύντομη περίληψη των γεγονότων που συνέβησαν αυτή την εικοσαετία, που φυσικά αδικεί την πολυδιάστατη αυτή ιστορία εξαφάνισης, παρ’ όλ’ αυτά είναι χρήσιμη, θα ήταν η εξής. O Richey Edwards είναι ο πρώτος ροκ σταρ που μίλησε για τα σκοτεινά μονοπάτια της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, όχι με τρόπο που να τα ωραιοποιεί και να τα εντάσσει στο γενικότερο φανταχτερό κόσμο των μουσικών αστέρων, αλλά ωμά και εριστικά. Αυτό βέβαια έχει διπλή ανάγνωση, καθώς ο μιμητισμός των φαν των συγκροτημάτων, είχε ως αποτέλεσμα πολλοί νέοι να δουν την κίνηση αυτή του Edwards, ως το παράδειγμα προς μίμηση που αναζητούσαν για να βγουν από τις θεωρητικές αναζητήσεις της εφηβείας τους. Μην ξεχνάμε ότι ένα χρόνο πριν είχε αυτοκτονήσει ένα άλλο μεγάλο είδωλο, ο τραγουδιστής των Nirvana, Kurt Cobain. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Richey Edwards έδωσε στο πιάτο ωμή την ψυχική του ανισορροπία, μαζί με όλες τις βλαβερές επιπτώσεις που είχε στο σώμα και το μυαλό του, δίνοντάς της -τις περισσότερες φορές- την αποκρουστική διάσταση που της αντιστοιχεί.

Όταν η μπάντα αριθμούσε ακόμα τέσσερα μέλη (Από αριστερά: Nicky Wire, James Dean Bradfield, Richey Edwards και Sean Moore)
Από την άλλη πλευρά, η ιστορία που έγραψαν οι Manic Street Preachers είναι καταδικασμένη ή ευεργετημένη από το φάντασμα της εξαφάνισης του ανθρώπου που ουσιαστικά προσέδωσε στο γκρουπ το χαρακτήρα και την ιδιαιτερότητά του. Οι στίχοι του Richey Edwards συγκρίνονται με το συγκινησιακό αποτύπωμα που έχει η ποίηση και μάλιστα με πολιτικό πρόσημο στο κάτω κείμενο. Ίσως λοιπόν το γκρουπ να αναρωτιέται μια ζωή τι θα γινόταν αν ο κιθαρίστας τους δεν είχε εξαφανιστεί εκείνη την παγωμένη ημέρα του Φεβρουαρίου. Ερώτημα αναπάντητο και μάταιο, όσο και το να αναζητάς για περίπου είκοσι χρόνια κάποιον που θέλει να εξαφανιστεί.
