«Υπάρχει μεγάλη απόκλιση ανάμεσα στο τι γνωρίζουν οι πολίτες για τα απόβλητά τους και στο τι πραγματικά συμβαίνει στα απόβλητά τους». – Γέο Μπη Γιν, πρώην Υπουργός της Μαλαισίας, 2018

Θυμάμαι ακόμη το πρώτο μου κινητό. Ένα μεγάλο και βαρύ, πάντα σε σχέση με τα σημερινά δεδομένα μηχάνημα με κεραία που σήμερα μάλλον θα θύμιζε παιχνίδι – αντίκα για κυνήγι κατασκόπων. Θυμάμαι τις βιντεοκασέτες που γράφαμε με την αδελφή μου κάθε χρόνο τη Eurovision και το DVD player που χάρισα σε μια φιλανθρωπική οργάνωση όταν εμφανίστηκαν τα Blu-ray. Ένα παμπάλαιο λάπτοπ που πετάξαμε γιατί γέμισε ιούς αλλά και γιατί η τεχνολογία προχωρούσε με γοργούς ρυθμούς. Και, πιο πίσω ακόμη, το atari των παιδικών μου χρόνων, που δεν έμαθα ποτέ πού κατέληξε.

Αλλά υπάρχουν και άλλα, περισσότερο απλά, πιο καθημερινά και «αθώα». Μια πλαστική σακούλα από το σούπερ μάρκετ που ξεχάστηκε σε ένα συρτάρι. Ένα μπουκάλι νερού που άδειασε σε δευτερόλεπτα. Μια συσκευασία καλλυντικού, τα φθηνά πλαστικά κουτάλια για το πάρτι γενεθλίων, ένα σετ ποτηριών που ράγισαν, ένα φως LED που κάηκε. Όλα αυτά που περνούν από τα χέρια μας σχεδόν μηχανικά, με την αθωότητα ότι «θα ανακυκλωθούν» ή ότι «δεν πειράζει, είναι μικρό».

Τότε δεν με απασχόλησε. Διαβάζοντας σήμερα το Ο πόλεμος των σκουπιδιών του Αλεξάντερ Κλαπ, αναρωτιέμαι: μήπως όλα αυτά ταξίδεψαν μέχρι τη νήσο Τιλαφούσι που κάποτε δεν ήταν καν νησί αλλά ένα σύμπλεγμα από αμμώδεις υφάλους, για να μεταμορφωθεί τελικά σε μια χωματερή, μια μάζα από σκουπίδια με μέγεθος όσο 25 αεροπλανοφόρα, ή μέχρι το Αγκμπογκμπλόσι της Γκάνα, εκεί όπου οι φωτιές της λιμνοθάλασσας Κόρλε καίνε περισσότερο καιρό απ’ όσο έχουν ζήσει οι ίδιοι οι κάτοικοι; Εκεί όπου τα παιδιά σπάνε με βαριοπούλες τις δικές μας παλιές συσκευές για να βρουν λίγες σταγόνες χαλκού και χρυσού, αναπνέοντας καπνούς που δηλητηριάζουν το ίδιο τους το μέλλον.

Η αλήθεια είναι πως ζούμε σε έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη ικανότητα να παράγει σκουπίδια έχει ξεπεράσει την ικανότητα της Γης να παράγει ζωή. Τον Δεκέμβρη του 2020 το περιοδικό Nature δημοσίευσε μια επιστημονική έκθεση που περιέγραφε μια απίστευτη και όμως αληθινή μεταβολή στη σχέση μας με τη γη. Με απλά λόγια το συμπέρασμα ήταν πως αυτή τη στιγμή ζούμε σε έναν κόσμο που η ικανότητα του ανθρώπου να γεννά σκουπίδια, έχει ξεπεράσει την ικανότητα της γης να γεννάει ζωή.

Κένυα, 2022. Φωτογραφία: Αλεξάντερ Κλαπ 

Τοξικά στατιστικά για την ανθρωπότητα και τον πλανήτη μας

Κάθε χρόνο παράγονται πάνω από 2 δισεκατομμύρια τόνοι απορριμμάτων· το 33% από αυτά δεν διαχειρίζεται καθόλου με ασφάλεια. Μέχρι το 2050, η ποσότητα αυτή προβλέπεται να αγγίξει τα 3,8 δισεκατομμύρια τόνους ετησίως.

Το πλαστικό από μόνο του αγγίζει τα 400 εκατομμύρια τόνους τον χρόνο, με τα μισά περίπου να προορίζονται για συσκευασίες. Και από αυτά, κάθε χρόνο 19–23 εκατομμύρια τόνοι καταλήγουν σε θάλασσες και ποτάμια. Σαν να αδειάζουμε 2.000 φορτηγά γεμάτα πλαστικό την ημέρα μέσα στο νερό που πίνουμε και αναπνέουμε.

Για να το κάνουμε λίγο εικόνα «κάθε μέρα η ανθρωπότητα πετάει στα σκουπίδια 1,5 δις. πλαστικά ποτηράκια, σχεδόν 115 εκ. κιλά ρούχα, 220 εκ. αλουμινένια κουτάκια, 3 εκ. ελαστικά αυτοκινήτων. Σε κάθε άνθρωπο αντιστοιχεί αυτή τη στιγμή λίγο πάνω από ένας τόνος πεταμένο πλαστικό – πεταμένο στην ξηρά, θαμμένο στη γη ή αδέσποτο στη θάλασσα».

Κι ενώ οι χώρες υψηλού εισοδήματος παράγουν το 34% των αποβλήτων, εκπροσωπώντας μόλις το 16% του παγκόσμιου πληθυσμού, οι φτωχότερες χώρες σηκώνουν δυσανάλογα το βάρος. Εκεί ταξιδεύουν τα «παλιά αλλά λειτουργικά» μηχανήματα της Δύσης, εκεί καταλήγουν τα κοντέινερ με συσκευές που υποτίθεται ότι δίνουν πρόσβαση στην πρόοδο, αλλά στην πραγματικότητα φέρνουν ρύπανση.

Αλλά το Ο πόλεμος των σκουπιδιών δεν περιορίζεται στην περιβαλλοντική καταστροφή. Ρίχνει φως και την τοξική τρομοκρατία. Πολλά από τα κράτη που σήμερα βουλιάζουν μέσα στα ηλεκτρονικά μας απόβλητα είναι οι ίδιες χώρες που, πριν από λίγες δεκαετίες, αγωνίζονταν να αποτινάξουν τον ζυγό του δυτικού ιμπεριαλισμού. Χώρες με λίγες ευκαιρίες, περιορισμένα μέσα και τεράστιο φυσικό πλούτο βρέθηκαν να μετατρέπονται, σιωπηρά, σε παγκόσμιες χωματερές.

Κένυα, 2022. Φωτογραφία: Αλεξάντερ Κλαπ 

Με την πρόφαση της ανάπτυξης, οι πλούσιες αυτοκρατορίες στέλνουν εκεί τα σκουπίδια τους, καλύπτοντάς τα με το μανδύα της «ανακύκλωσης», της «τεχνολογικής προόδου» και της «βοήθειας». Όπως γράφει ο Κλαπ, «πολλά από τα πράγματα που σας έπειθαν πως ανακυκλώνονταν τις τελευταίες δεκαετίες, ουδέποτε έκαναν καλό στον πλανήτη. Ίσα-ίσα, έχουν ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα: λειτουργούν ως δούρειος ίππος ρύπανσης, μέσω της εξαγωγής υλικών γεμάτων τοξικές ουσίες στις φτωχότερες γωνιές του πλανήτη, ενώ συγχρόνως επιτρέπουν στα πλουσιότερα κράτη να επιδίδονται σε φανταχτερές επιδείξεις περιβαλλοντικές ηθικής». Στην πράξη, ο Νότος επωμίζεται την ευθύνη να κρατήσει καθαρό το περιβάλλον του Βορρά, πληρώνοντας το τίμημα με το χώμα, τα ποτάμια και τις ζωές του.

Ο Κλαπ καταγράφει ένα παγκόσμιο κύκλωμα όπου η ανακύκλωση συχνά λειτουργεί ως δούρειος ίππος για την ασταμάτητη παραγωγή πλαστικού. Ένας αξιωματούχος της Interpol του αποκαλύπτει πως ομάδες εγκαταλείπουν το εμπόριο όπλων και ναρκωτικών για να μπουν στο εμπόριο απορριμμάτων: «ο κίνδυνος είναι πολύ μικρότερος, το κέρδος πολύ μεγαλύτερο». Αυτός είναι ο νέος πόλεμος του 21ου αιώνα: αόρατος, σιωπηλός, τοξικός.

Και το ερώτημα δεν είναι πια «πού πετάμε τα σκουπίδια μας». Το ερώτημα είναι: ποιος ζει δίπλα τους.

Ταξίδι στην αυτοκρατορία των απορριμμάτων

Για να γράψει το Ο πόλεμος των σκουπιδιών, ο Αλεξάντερ Κλαπ ταξίδεψε σε πέντε ηπείρους, ακολουθώντας τη διαδρομή των απορριμμάτων από την αρχή μέχρι το τέλος της. Από την Κεντρική Αμερική και την Αφρική, ως το Αιγαίο και την Ινδονησία, βρέθηκε στις μεγαλύτερες χωματερές του κόσμου, σε υπαίθρια ποτάμια πλαστικού, σε λιμάνια όπου κοντέινερ γεμάτα ηλεκτρονικά απόβλητα αλλάζουν χέρια αθόρυβα. Συνομίλησε με εργάτες χωματερών, μεσίτες απορριμμάτων, επιστήμονες, πολιτικούς, ακτιβιστές· ανθρώπους που, ο καθένας από τη θέση του, συμμετέχουν σε ένα παγκόσμιο σύστημα διαχείρισης -ή, καλύτερα, απόκρυψης- των απορριμμάτων μας. Η έρευνά του βούτηξε στη σκόνη, στον καπνό, στις μυρωδιές και στις σιωπές των ανθρώπων και των τόπων. Δεν περιορίστηκε μόνο στην επιτόπια έρευνα αλλά διάβασε, έψαξε, ανακάλυψε κείμενα επιστημόνων από το παρελθόν, φωνές ανθρώπων που τόλμησαν να μιλήσουν και να ψάξουν όπως και ο ίδιος. Διάβασε, έψαξε, αναζήτησε τις φωνές εκείνων που τόλμησαν να μιλήσουν πριν από αυτόν.

Αναφέρεται στο The Waste Makers του Βανς Πάκαρντ, το εμβληματικό βιβλίο που αποκάλυψε την κουλτούρα της εμμονικής ανάπτυξης μιας κοινωνίας αδιάφορης για τις εξωφρενικές ποσότητες των προϊόντων που ενώ η ίδια παρήγαγε, τελικά πετούσε ήδη από τη δεκαετία του ’60, αναφερόμενος σε μια «κοινωνία αναλώσιμων αγαθών μιας χρήσης». Στρέφεται στη Σιωπηλή Άνοιξη της βιολόγου Ρέιτσελ Κάρσον, που πρώτη αποκάλυψε την τοξικότητα των χημικών και τη θανάσιμη κληρονομιά τους. Μιλά για ουσίες όπως το DDT, το καρκινογόνο εντομοκτόνο που χρησιμοποιήθηκε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να περιορίσει την εξάπλωση της ελονοσίας, αλλά που, μέσα σε μόλις δύο δεκαετίες, είχε εξαπλωθεί σε μαζική παραγωγή και χρήση. Κι όταν το DDT απαγορεύτηκε στις ΗΠΑ, η κοστοβόρα εξάλειψη των τεράστιων ποσοτήτων που είχαν ήδη παραχθεί οδήγησε σε μια πιο σκοτεινή λύση: τη μεταμφίεσή τους σε «ακίνδυνα» προϊόντα που εξάγονταν σε φτωχότερες χώρες. Έτσι, το δηλητήριο άλλαξε όνομα, αλλά όχι επίδραση, αφήνοντας πίσω του κατεστραμμένα οικοσυστήματα και ζωές.

«Δεν γίνεται να αποδεχθούμε ότι, σε μια εποχή όπου οι ανεπτυγμένες χώρες αρνούνται ν’ αγοράσουν τα αγαθά μας σε λογικές τιμές, οι ίδιες αυτές χώρες θα μας πουλάνε θάνατο για εμάς και τα παιδιά μας.» – Οικονομική Κοινότητα των Δυτοκοαφρικανικών Καρτών, 1988

Αποκαλύπτει το έργο της Μαρτίνα Λάνγκλεϊ, η οποία, μετακομίζοντας στη Γουατεμάλα, ερεύνησε σε βάθος τους μηχανισμούς πίσω από τη βιομηχανία της ρύπανσης και τον αθέατο ρόλο των πολυεθνικών. Η Λάνγκλεϊ αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής της για να ξεσκεπάσει την παράνομη δράση της εταιρείας A.H. Robins, η οποία, ξεμένοντας με εκατομμύρια συσκευές αντισύλληψης που είχαν κριθεί ακατάλληλες για τις Αμερικανίδες, τις διοχέτευσε σε χώρες της Νότιας Αμερικής.

Ο Κλαπ με το Ο πόλεμος των σκουπιδιών μας παραδίνει ένα εξαιρετικό βιβλίο-καθρέφτη. Μας φέρνει αντιμέτωπους με τη δική μας ευθύνη: με το κινητό που αλλάζουμε κάθε δύο χρόνια, με το πλαστικό μπουκάλι που αδειάζουμε σε δευτερόλεπτα, με την τσάντα απορριμμάτων που βγαίνει κάθε βράδυ στον δρόμο. Κι όμως, πίσω από όλα αυτά δεν υπάρχει καμία «εξαφάνιση». Υπάρχει μια αλυσίδα που ξεκινά από τον κάδο μας και καταλήγει κάπου μακριά – σε μια χωματερή, σε μια παράγκα, σε μια θάλασσα γεμάτη μικροπλαστικά. Mέσα στις σελίδες του βιβλίου χαρτογραφεί τους κρίκους μιας διεθνούς αλυσίδας εξάρτησης: πρόθυμες κυβερνήσεις, αμφιλεγόμενα εταιρικά συμφέροντα, παραπλανημένους καταναλωτές.

Είναι από εκείνα τα βιβλία που διαβάζονται απνευστί. Σωστά δομημένο, χωρίς να κουράζει με περίπλοκες επιστημονικές μελέτες, καταφέρνει να ισορροπεί ανάμεσα στη δημοσιογραφική έρευνα και την αφήγηση. Κάθε τι που παρουσιάζει είναι μια γροθιά στο υπερκαταναλωτικό μας στομάχι, μια υπενθύμιση της αμάθειας και της άγνοιάς μας. Και κάθε κεφάλαιο σε κάνει να νιώθεις μικρός· μικρός μπροστά στο μέγεθος της σπατάλης, της τοξικής τρομοκρατίας, του πλανήτη που πνίγεται σιωπηλά από το βάρος μας.

Όμως, όσο μικροί κι αν νιώθουμε, δεν μπορούμε πια να παραμένουμε αμέτοχοι. Ίσως, μετά την τελευταία του σελίδα, να μην κοιτάξουμε ποτέ ξανά με τον ίδιο τρόπο ούτε το πλαστικό μπουκάλι στο γραφείο μας, ούτε την τσάντα του σούπερ μάρκετ, ούτε το παλιό μας κινητό.

Ένα μεγάλο ερώτημα επιστρέφει επίμονα: θέλουμε τα σκουπίδια μας είναι τελικά η πιο πιστή, η πιο ανελέητη βιογραφία μας;

Ο πόλεμος των σκουπιδιών, Εκδόσεις Δώμα
Συγγραφέας: Aλεξάντερ Κλαπ
Μετάφραση: Δέσποινα Κανελλοπούλου
Φωτογραφία εξωφύλλου: Πάνος Δάβιος, 2025