Ο παιχνιδιάρης Αύγουστος, με τη θάλασσα και τα γέλια των μικρών παιδιών να τρέχουν στα σοκάκια και να παίζουν τα μεσημέρια κουτσό, όταν κοιμούνται οι μεγάλοι. Ο μελαγχολικός, παθιασμένος κι ερωτικός Αύγουστος, με τις λιγωμένες ματιές, τους αποχαιρετισμούς, τις εξομολογήσεις και τα άγρια ξενύχτια του κάτω από τον έναστρο ουρανό.

Πολλοί ποιητές του δώσανε μορφή και μια ακόμη αφορμή σε όλους εμάς για να τον λατρέψουμε.

Θωμάς Γκόρπας – Ποιοι μας αγαπάνε;

Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει;
Ποιοι μας αγαπάνε;
Κλειστό μαγαζί
κλειστό μαγαζί της αγάπης.
Κι αυτό το καλοκαίρι φέρνει για μένα μπάνια
σ’ αχρησιμοποίητες ακρογιαλιές
θαλασσινά ναπολιτάνικα φαγιά μπύρες ουίσκια
άγρια εκμετάλλευση εχθρών και φίλων
αποκρουστικά ξενύχτια σε ντεκόρ ποιητικά κι ευχάριστα.

Είμαι κουρασμένος πολύ κουρασμένος μέσα
πως θέλετε να το δείτε ανοίξτε με να το δείτε
έχω όμως κουράγιο
αδυνατώ να επιχειρήσω με πνεύμα επιχειρησιακό την ηλικία μου
αδυνατώ να πιστέψω πως αγάπησε έστω κι ένας έως τώρα
αδυνατώ να βρω μια σκοπιμότητα στην τέχνη
εκτός της σκοπιμότητος πως πρέπει να ζήσει κι αυτή
όπως τόσα άλλα ωραία ή χαμερπή αδιάφορο…

Σου λέω:
Θέλω να γείρω… να ξεκουραστώ… να γείρω…
να μάθω πάλι να μετράω τ’ άστρα χωρίς να χάνω και τον ουρανό
να ξαναγίνω θαυμαστής του ηλιοβασιλέματος
να λαχταράω το τσιγάρο ενώ δεν το έχω μάθει ακόμα.

Σου λέω:
Εγώ που αγάπησα τα πάντα πριν να τα γνωρίσω θέλω
ν’ αγαπήσω κάτι επιτέλους που το ξέρω!…

~

Κική Δημουλά – Εξοπλισμός θερινών αναγκών

Κάτι ορθάνοιχτα παράθυρα
ανεβάζουν καλοκαίρι με το γερανό της μύγας.
Μετρώ και λείπουνε μιά δυό συλλαβές του
και το πόδι του λάμδα σπασμένο
Κουνιότανε από πέρυσι.
Τώρα που θα καθίσει τόση ελάττωση
κι όλη η συνοδεία των ευνούχων της.
Πάντως είναι στέρεο το ελαττούμενο
σηκώνει τόνους άλγη. Κάτσε άφοβα.

Καλού κακού θα προσθέσω στον κατάλογο
μια ξαπλώστρα εις αντικατάστασιν
του σπασμένου λάμδα.

Χρειάζομαι επίσης
Τρανζιστοράκι κολλητό στ’ αυτάκια των κυμάτων
ν’ ακούνε μουσική από σταθμούς πειρατικούς της άμμου.
Ένα τραγούδι ευσυγκίνητο κομίζει συλλαβές
ίδιες σχεδόν μ’ αυτές που βρέθηκαν να λείπουν από
το καλοκαίρι και παραπανίσιες μάλιστα. Μην τύχει
να θυμηθείς και άλλους. Να έχουν να καθίσουν.

Γυαλιά απορροφητικά, μη θυμηθώ περισσότερους.
Αν και φορώ πότε πότε καπνούς επαφής.

Ποια θάλασσα;
Σκέτο νερό πειρατής οφθαλμαπάτης.
Πρόσφυγας εκ της μακρινής κοσμογονίας.
Εκμαυλιστικά απέραντο χάρη στις βαραθρώσεις
σχιζοειδής οξυθυμίες αρχικά του σύμπαντος.
Οφθαλμοπόρνος της ιερόδουλης φυγής.

Ποια θάλασσα;
Καιρός να επικρατήσει η λογική
του σώματος ετούτου που διαθέτεις.
Ντύσου και κολύμπα.

~

Γιάννης Ρίτσος – Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού

Η αλυσιδίτσα στο λαιμό σου,
τ’ αστράκι της αυγής στα φύλλα, σκοινιά,
καράβια και φανάρια, γλάροι, καθρέφτες και καρποί- τα κατάρτια μπουμπουκιάσανε.
Όμορφη, Θε μου, που ‘ναι η πλάση,
μύρια ποτήρια του νερού φρεσκοπλυμένα,
σκουπισμένα στο περιγιάλι αστράφτουνε.
Απ’ όλα πίνω το γαλάζιο,
κι ακόμη, γιε μου, να μεθύσω.»

~

Λούλα Αναγνωστάκη – Χάθηκα μες στη ζωή μου

Αύγουστος, φώτα στην παραλία
τα πλοία φεύγουν για τα νησιά.
Φεύγουν οι φίλοι, φεύγουν τα πλοία.
Με γέλασες και είναι αργά.

Ήρθε ο Σεπτέμβρης, ήρθε ο χειμώνας
στην παραλία τη σκοτεινή.
Χάθηκα μέσα στη ζωή μου,
χάθηκες μέσα στη βροχή…

~

Γιάννης Ρίτσος – Μεσημέρι Αυγούστου

Πίσω απ’ τις γρίλιες είναι το μεγάλο μεσημέρι.
Τα σκόρπια σπίτια κάτασπρα, κ’ ένα κόκκινο
κάτω απ’ το λόφο. Λίγο πιο πάνω, ξέρουμε,
είναι η μεγάλη ασβεστωμένη μάντρα. Από κει
κατεβαίνει η δροσιά προς τους ευκάλυπτους, κ’ ένα άρωμα
από σάπια ροδάκινα σωριασμένα στο δρόμο.
Άξαφνα τα τζιτζίκια σώπασαν. Δυο ηλιοκαμένα σώματα
στ’ άσπρα σεντόνια. Βγάλε και το δαχτυλίδι σου –
μου πιάνει ένα δικό μου χώρο στο μικρό σου δάχτυλο.