Πιστεύει στην ομάδα και στη δουλειά επί ίσοις όροις, από το θέατρο στην τηλεόραση, όποιο και αν είναι το μέσο η δουλειά είναι μία, όπως λέει και «το κριτήριό μου είναι πάντα οι συνεργάτες, έτσι καταλαβαίνω αν είμαι καλός στη δουλειά μου».

Τα τελευταία 7 χρόνια με τους C for Circus, την θεατρική του οικογένεια, είναι πιστός στην απόφασή του να μένει μακριά από κάθε αυθεντία και κακοποιητική συμπεριφορά και να κάνει θέατρο με φίλους, κοινό στόχο και το feedback του κόσμου να υπενθυμίζει το πολύτιμο δέσιμο.

Αν και αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως κωμικό ηθοποιό και πεθαίνει να κάνει τον κόσμο να γελάει, θεατρικά βουτάει στη σκληρή πραγματικότητα του sex trafficking με το «Και εφύτευσεν ο Θεός παράδεισον» που για 3η χρονιά δίνει φως στο δεύτερο κατά σειρά παράνομο εμπόριο στον κόσμο με την ελπίδα «έστω και ένας άνθρωπος να ευαισθητοποιηθεί ή να μάθει περισσότερα για κάτι που συμβαίνει δίπλα μας».

Η αγάπη του για την κωμωδία συναντά άλλη μια ομάδα για την οποία αισθάνεται τυχερός, στη νέα κωμική σειρά του MEGA «Έχω παιδιά» που κάνει πρεμιέρα απόψε στις 21:00, μέσα από έναν χαρακτήρα με μια πιο ενεργειακή… ματιά στα πράγματα, που και αυτός με τη σειρά του θα βάλει το λιθαράκι του για να ξεδιπλωθούν ιστορίες καθημερινής οικογενειακής τρέλας.

 

Απόψε στο ΜEGA έχετε πρεμιέρα με το «Έχω παιδιά». Βάλε μας λίγο στο κλίμα αυτής της οικογενειακής κωμωδίας.

Το βασικό ζευγάρι είναι η Σάρα και ο Μιχάλης που έχουν δύο παιδιά και παλεύουν να τα βγάλουν πέρα με την καθημερινότητα, με τα οικονομικά που βγαίνουν τσίμα τσίμα, με τα παιδιά που πάνε σχολείο, που έχουν τις παραξενιές τους, που έχουν προβλήματα με τον ύπνο, με το φαγητό… Ουσιαστικά βλέπεις δύο γονείς που προσπαθούν να μείνουν όρθιοι, ενώ όλο το σύμπαν τους καταστρέφεται, στα πρόθυρα νευρικής κρίσης ανά πάσα στιγμή, που δεν κοιμούνται, γιατί κανένας γονιός δεν κοιμάται, που πρέπει να κάνουν ζογκλερικά για να μοιράσουν το κομμάτι δουλειάς, φίλων, οικογένειας. Με την επιρροή από το περιβάλλον που έχει ένας νέος γονιός. Έχει την πεθερά του, τη μάνα του, τον πατέρα του να του λένε… Αυτό το ελληνικό κομμάτι τέλος πάντων. Μέσα από αυτή την  τρέλα προκύπτουν μικρές ιστορίες σε κάθε επεισόδιο που έχουν πλάκα και θα σε κάνουν να πεις «ίδια η μάνα μου», «ίδια η πεθερά μου» κλπ. Είναι μια κωμική σειρά γραμμένη σαν sitcom, οι χαρακτήρες είναι λίγο «τσιμπημένοι» αλλά οι καταστάσεις που βιώνουν τα κεντρικά πρόσωπα είναι όλες με αφορμή την πραγματική συνθήκη της γονεϊκότητας.

Ο δικός σου χαρακτήρας, ο Έκτορας με μια πρώτη ματιά φαίνεται λίγο «τσιμπημένος», όπως λες.

Ναι στην αρχή, αλλά απ’ ότι καταλαβαίνω σε σχέση με το background του είναι πολύ OK. Δηλαδή ο χαρακτήρας μου είναι ένας τύπος από μια πολύ πλούσια οικογένεια, αυτός δούλευε για πολλά χρόνια σε corporate περιβάλλοντα και κάποια στιγμή έπαθε burnout και είπε θα τα παρατήσω και είναι τώρα 2 ή 3 χρόνια που λέει δεν δουλεύω -αλλά είναι ζάμπλουτος- και ασχολείται με τις ενέργειες, τη γιόγκα, τους κρυστάλλους, με όλες τις εναλλακτικές θεραπείες, διατροφές, είναι κάπως σαν χίπης. Είναι με τη γυναίκα του και μεγαλώνουν το παιδί τους, το οποίο υποτίθεται ότι είναι ιδιοφυΐα, μιλάει 4 γλώσσες, παίζει βιολί από 3 χρονών. Ζουν σε μια δική τους πραγματικότητα. Τα προβλήματά τους είναι μια ΜΚΟ που έχουν για την προστασία της χελώνας του Λυκαβηττού και κάνουν γκαλά για να μαζέψουν χρήματα.

Εγώ τον συμπαθώ πολύ αυτόν τον χαρακτήρα που υποδύομαι. Είναι καλοπροαίρετος, είναι πολύ μέσα στη φάση να βοηθήσει το βασικό ζευγάρι. Απλώς επειδή έχει τελείως διαφορετική κοσμοθεωρία, και κάπως βοηθάει στο να μην είναι τα νεύρα του βασικού ζευγαριού πολύ καλά ας πούμε. Είμαι πολύ αισιόδοξος για αυτή τη σειρά και πολύ τυχερός, πηγαίνω με χαρά στο γύρισμα. Είναι μια δεμένη ομάδα με καλούς ηθοποιούς, καλογραμμένο σενάριο και καταπληκτικό συνεργείο με φοβερή εμπειρία στο συγκεκριμένο κομμάτι – είναι το ίδιο συνεργείο που έκανε το «Μην αρχίζεις τη μουρμούρα» πάρα πολλά χρόνια, οπότε οι άνθρωποι είναι μάστορες σε αυτό.

 

©Γιώργος Καπλανίδης
©Γιώργος Καπλανίδης

 

Οπότε η ομάδα σε αφορά πολύ με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, από την τηλεόραση μέχρι το θέατρο.

100% γιατί έχω υπάρξει και σε συνθήκες που αυτό δεν ίσχυε. Εγώ έτσι καταλαβαίνω και αν είμαι καλός στη δουλειά μου, το κριτήριο μου είναι πάντα οι συνεργάτες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πιστεύω ότι είναι πολύ καλή δουλειά και είναι πράγματι πολύ δύσκολο να βγάλεις 30 λεπτά κωμωδίας. Συγκρίνουμε πολλές φορές και λέμε π.χ για τα «Φιλαράκια» που πολλοί τα έχουμε δει άπειρες φορές, αλλά το επεισόδιο ήταν 25 λεπτά μία φορά την εβδομάδα και υπήρχαν από πίσω όχι δύο αλλά 35 συγγραφείς και θα δεις επεισόδια που δεν είναι ξεκαρδιστικά.

Επίσης, η κωμωδία μ’ αρέσει πάρα πολύ. Θα πω ότι είμαι κωμικός ηθοποιός. Πεθαίνω για πράγματα που κάνουν τον κόσμο να γελάει και είναι πολύ βασικό στοιχείο του χαρακτήρα μου. Μου αρέσει πολύ το stand up, παρακολουθώ και το διεθνές και το εγχώριο, οπότε τον Φισφή τον έχω πολύ ψηλά. Στην αρχή πήγα προετοιμασμένος αλλά ψαρωμένος και με μια διάθεση να παρουσιάσω έναν άνθρωπο και όχι μια καρικατούρα. Tελικά το ότι τον έκανα να γελάσει ένιωσα ότι ήταν πραγματικά μεγάλη στιγμή της ενήλικης ζωής μου στη δουλειά. Δεν είναι μόνο το θέμα ότι είναι δύσκολη η κωμωδία, είναι δύσκολο αν είσαι κωμικός να γελάσεις, γιατί κάπως καταλαβαίνεις τη δομή του αστείου, την πρόθεση κλπ. Πλέον επειδή έχουμε κάνει γυρίσματα, το μόνο μου άγχος είναι να κάνω τον κόσμο του συνεργείου να γελάσει.

 

 
 
Όταν αποφοίτησες από το Εθνικό μπήκες ποτέ σε διαδικασία να απορρίψεις την τηλεόραση ως μέσο, όπως έκαναν πολλοί;

Για κανένα λόγο, γιατί όταν τελείωσα τη σχολή δεν υπήρχε τηλεόραση. Αυτός ο μύθος με έναν τρόπο αφορούσε προηγούμενες γενιές που είχαν έναν καλό μισθό από το θέατρο, μπορούσαν να ζήσουν και κάποιοι είχαν άλλη αντίληψη για το κομμάτι της τέχνης, θεωρούσαν την τηλεόραση του συρμού, λέγανε ότι αν κάνεις τηλεόραση δεν θα μπορείς να παίξεις στον κινηματογράφο. Εγώ βγήκα σε μια εποχή ως επαγγελματίας ηθοποιός που δεν υπήρχε τηλεόραση, δεν υπήρχε κινηματογράφος άρα οποιαδήποτε δουλειά ήταν διαθέσιμη όλοι τρέχαμε.

Καλλιτεχνικά αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι η δουλειά μας είναι μία, ανεξάρτητα από το μέσο. Και τέλος πάντων, εντάξει, καλό είναι να υπάρχει ένας καλός σκηνοθέτης, ένα καλό σενάριο, ένα καλό πλαίσιο, γενικά μια φροντίδα καλλιτεχνική που δεν είναι δεδομένη, αλλά η δουλειά του ηθοποιού είναι να υποδύεται έναν ρόλο και αναλόγως με τη συνθήκη να μπορεί και τεχνικά να το υποστηρίξει. Πρακτικά η διαφορά τηλεόρασης, κινηματογράφου και θεάτρου είναι οι αποστάσεις.

Πόσα χρόνια κλείνεις με τους C for Circus;

Επίσημα 9. Η ομάδα είναι 16 χρόνια, από το 2008 που ήταν τα παιδιά στη Θεσσαλονίκη. Εγώ όταν τους γνώρισα ήμουν στην Κρήτη σε ένα φεστιβάλ φοιτητικών ομάδων και κρατήσαμε επικοινωνία. Μετά πέρασα σε δραματική σχολή και ταυτόχρονα άρχισαν να κατεβαίνουν από τη Θεσσαλονίκη ένας-ένας για δραματικές. Ήμασταν κοντά ηλικιακά και θέλαμε όλοι να κάνουμε θέατρο, οπότε συναντηθήκαμε στην Αθήνα, ήμασταν φίλοι, συγκατοικούσαμε και κάπως έτσι ήρθε φυσικά όλο αυτό.

Αλλά το ζήτησες να μπεις στην ομάδα. Γιατί;

Όταν το ζήτησα δούλευα ήδη τρία χρόνια. Νομίζω ήταν η πιο δύσκολη φάση της δουλειάς μας τότε, γιατί ήταν στην καρδιά της κρίσης, παρότι ακόμα υπάρχει η κρίση, τότε δεν υπήρχαν οντισιόν, δεν υπήρχε τηλεόραση, δεν υπήρχε τίποτα. Δηλαδή αν ήσουν ηθοποιός που μόλις είχε βγει από τη σχολή, είχες πολύ λίγες επιλογές και παρότι δούλευα με το που τελείωσα τη σχολή ήμουν τσίμα τσίμα οικονομικά, είχα τρομερή ψυχολογική πίεση από το περιβάλλον και σκεφτόμουν ότι δεν γίνεται άμα δεν μ’ αρέσει αυτό το πράγμα, ας το κάνω με τους φίλους μου τουλάχιστον και ας βάζουμε λεφτά από την τσέπη μας.

Έτσι ξεκίνησα το θέατρο από μικρές ομάδες, ερασιτεχνικές και φοιτητικές, όπου το κάναμε με μηδέν μπάτζετ, βγάζαμε εισιτήρια με ενίσχυση στην είσοδο για να βγαίνουν ίσα ίσα τα έξοδα για τα σκηνικά, τα ρεύματα, τα προγράμματα. Ήθελα κάπως να επιστρέψω σε μια τέτοια ασφάλεια, όπου ναι μεν θα με πιέζει το βιοποριστικό γιατί δεν θα αμείβομαι, αλλά τουλάχιστον θα ξέρω ότι καλλιτεχνικά κάνω κάτι με τους φίλους μου επί ίσοις όροις. Δεν είναι κάποια αυθεντία που θα μου κουνάει το δάχτυλο και θα δικαιολογεί την κακοποιητική της συμπεριφορά με το βιογραφικό στα χέρια, γιατί αυτό έπαιζε και εξακολουθεί να παίζει. Ευτυχώς έτυχα σε μια γενιά που έμαθε το θέατρο μέσα από τέτοιες ομάδες.

Είναι δύσκολο να κρατηθεί μια θεατρική ομάδα μέσα στα χρόνια;

Είναι τεστ εγωισμού γιατί όσο μεγαλύτερη οικειότητα και τριβή υπάρχει, δεν υπάρχει φίλτρο και ο καθένας έχει τη δική του αισθητική, διαφορετικές απόψεις οπότε μπορεί να τσακωθείς πάνω στη δουλειά και αυτό να σου χαλάσει πραγματικά τη μέρα. Ευτυχώς υπάρχει εστίαση στον κοινό στόχο, αυτό είναι που σε κρατάει. Επίσης το feedback που παίρνουμε από τον κόσμο μας υπενθυμίζει το πόσο στενά είμαστε δεμένοι και πόσο είναι ο ένας για τον άλλον. Αυτό είναι το βασικό στοιχείο της ομάδας. Δηλαδή ανεξάρτητα από τα έργα που κάνουμε, αν είναι κωμωδία, αν είναι κάτι πιο δραματικό, αν είναι κάτι πιο ρεαλιστικό, αυτό είναι το συγκινητικό.

Ανεβάζετε για τρίτη χρονιά την παράσταση «Και εφύτευσεν ο Θεός παράδεισον» που μιλάει για το sex trafficking. Πες μας λίγα λόγια για το πώς δημιουργήθηκε αυτή η παράσταση.

Η Βαλέρια Δημητριάδου, που είναι μέλος των C for Circus, μέσα στην καραντίνα ήθελε να κάνει έρευνα πάνω στο trafficking, είχε διάφορα ερεθίσματα και είχε αυτή την απορία το γιατί υπάρχει, πώς δουλεύει αυτό το πράγμα και είναι τόσο πολύ δίπλα μας. Οπότε άρχισε να κάνει μια έρευνα πάνω σ’ αυτό και της ήρθε η έμπνευση να γράψει μια ιστορία πάνω στην έρευνα που έκανε. Ήταν η πρώτη της συγγραφική απόπειρα και ήταν πολύ προσωπικό το στυλ, δηλαδή με αφορμή και την ομάδα που είμαστε πάντα όλοι επί σκηνής, σκέφτηκε έναν θίασο στη σκηνή διαρκώς, που να κάνει τα πάντα, να παίζει μουσική live, αλλά να είναι και οι χαρακτήρες της ιστορίας.

Ουσιαστικά βλέπουμε την ιστορία μιας κοπέλας της διπλανής πόρτας που ξυπνάει φυλακισμένη σε έναν οίκο ανοχής, αναγκασμένη να το κάνει αυτό γιατί την απειλούν ότι αν φύγει θα σκοτώσουν τους δικούς της. Στην παράσταση αναφέρουμε κιόλας ότι το πρώτο παράνομο εμπόριο στον κόσμο είναι το λαθρεμπόριο όπλων και το δεύτερο η σωματεμπορία. Μιλάμε δηλαδή για αδιανόητα ποσά μαύρου χρήματος σε αυτό.

Ξεκινήσαμε λοιπόν με ένα έτοιμο κείμενο αλλά στο μεγαλύτερο μέρος των προβών κάναμε έρευνα πάνω στα θέματα του έργου, με βασικό το trafficking. Διαβάσαμε, είδαμε ταινίες, ντοκιμαντέρ, μιλήσαμε με κορίτσια επιζώσες. Επίσης ένα άλλο κομμάτι πάνω στο οποίο κάναμε έρευνα ήταν ο αυτισμός, γιατί η κοπέλα έχει έναν αυτιστικό αδερφό. Είχαμε επικοινωνία με μια μαμά παιδιού αυτιστικού που μας βοήθησε πάρα πολύ σε σχέση με συμπεριφορές, σε σχέση με την καθημερινότητα ενός γονέα παιδιού ή φροντιστή κλπ. Εκεί μάθαμε για τα ελληνικά δεδομένα ότι δεν υπάρχει καμία πρόνοια από το κράτος στο στοιχειώδες κομμάτι της ενημέρωσης και περίθαλψης. Ακόμα και σε περιπτώσεις που χρειάζεται το παιδί έναν λογοθεραπευτή, τα πληρώνει ο γονέας από την τσέπη του, δεν υπάρχει βοήθεια.

Ήταν τόσα πολλά τα επίπεδα έρευνας και δουλειάς… Το επόμενο ήταν η έρευνα στον χαρακτήρα του καθενός, προέκυψε ένα μεγάλο μέρος του έργου από αυτή την προσωπική δουλειά. Δηλαδή ο καθένας μίλησε για τον εαυτό του στους υπόλοιπους, έφτιαξε έναν προσωπικό μονόλογο και την ευθύνη του χαρακτήρα την είχε εκείνος, βάζοντας παράλληλα στοιχεία από το δικό του παρελθόν με έναν τρόπο. Για μένα ήταν από τις πιο δύσκολες πρόβες γιατί έγινε πολύ ζωντανό ξαφνικά και έβλεπες ανθρώπους όντως να μεταμορφώνονται μπροστά σου.

Ο ρόλος μου είναι ένας καθημερινός τύπος, ο οποίος απλώς τυχαίνει να δει αυτή την κοπέλα, να την ψάξει, να πάει εκεί που δουλεύει και να θέλει να περνάει χρόνο μαζί της. Δηλαδή βλέπουμε ένα πολύ εσωστρεφές άτομο που δεν θέλει καθόλου το σεξουαλικό κομμάτι, κάτι που είναι και μια διέξοδος γι’ αυτήν την κοπέλα, όπου την ερωτεύεται και προσπαθεί να τη σώσει.

 

 

Προσωπικά ένιωσα ότι θέλετε να δώσετε φως σε συνθήκες ας το πούμε, που είναι στη σκιά, όπως το ότι δεν ξέραμε ότι το trafficking είναι δεύτερο στη λίστα, όπως το ότι δεν ξέρουμε στην πραγματικότητα πώς είναι η καθημερινότητα των ατόμων που είναι στο φάσμα του αυτισμού, αν δεν έχουμε στο περιβάλλον μας.

Όντως η παράσταση θέλει να ρίξει φως σε διάφορα σημεία που κρατάμε στη σκιά. Εγώ θα βάλω και το ταξικό κομμάτι, αν θέλεις, από την άποψη ότι αυτή η κοπέλα που απαγάγουν είναι σε μια καταχρεωμένη οικογένεια όπου μετά βίας τα βγάζουν πέρα και με το που βρίσκεται κάποιος να της πουλήσει έρωτα και την προοπτική μιας δουλειάς με σίγουρο εισόδημα, δεν της είναι πολύ δύσκολο να κάνει το βήμα, γιατί έχει ανάγκη.

Ωστόσο και αυτό το background να μην είχε, δεν μπορεί να σου εγγυηθεί κανείς ότι δεν θα βρεθείς σε αυτή τη θέση και προσωπικά το ένιωσα αυτό -γιατί πολλές φορές λέγεται ότι για να κατέληξε κάποιος εκεί σημαίνει ότι έχει το αντίστοιχο περιβάλλον. Απλώς στη συγκεκριμένη το οικονομικό λειτούργησε ως μοχλός πίεσης και αναγκάστηκε να εμπιστευτεί ενδεχομένως πιο γρήγορα.

Ισχύει αυτό και η αλήθεια είναι ότι γενικά στα κορίτσια τα «σκάει» διαφορετικά. Συζητώντας με φίλους και φίλες, τα αγόρια φεύγουν από την παράσταση πιο πολύ με τη συγκίνηση και την ενημέρωση, αυτό το «πω πω τι γίνεται, δεν το ξέραμε». Στα κορίτσια μένει το κομμάτι του φόβου, αυτό το «μπορεί να το πάθω εγώ».

Όλες μου οι φίλες φοβούνται να περπατήσουν το βράδυ και αυτό είναι κάτι το οποίο ένα αγόρι δεν το καταλαβαίνει. Μου πήρε πολλά χρόνια συζητώντας -γιατί και οι γυναίκες δεν το συζητάνε με άντρες τόσο πολύ για να μην «κλαίγονται» ή γιατί δυστυχώς είναι ένα κομμάτι της καθημερινότητας. Κάποια στιγμή μου έλεγε μια φίλη για ένα παρόμοιο περιστατικό που είχε γίνει μόλις το προηγούμενο βράδυ και την τάραξε, σκέφτηκα ότι αυτό μάλλον να συμβαίνει πάρα πολύ σπάνια και συζητώντας λίγο περισσότερο, κατάλαβα ότι αυτά γίνονται κάθε μέρα. Εμένα δεν μου συμβαίνει αυτό και 1-2 φορές που έχει συμβεί, τα θυμάμαι πολύ περίεργα αυτά τα περιστατικά.

Πώς βίωσες συναισθηματικά όλο αυτό στη διάρκεια της έρευνας και της δημιουργίας της παράστασης; Πώς μπήκες σε αυτό και πώς το αντιμετωπίζεις τώρα, στην 3η χρονιά;

Η πρώτη χρονιά ήταν πιο αμήχανη ας πούμε, το έβλεπα όπως σου είπα σχετικά με το πώς μπορεί να επιδράσει αυτή η ιστορία σε έναν άντρα, που το βλέπει κάπως πιο ενημερωτικά, κρατάει μια απόσταση, γιατί δεν μπορεί να σκεφτεί ότι μπορεί να συμβεί εύκολα σ’ εκείνον. Σοκαρίστηκα γιατί ήταν μαζεμένη πληροφορία σε πολύ λίγο διάστημα στη διάρκεια των προβών και ήταν σαν να είμαι μέρος μιας μεγάλης χορογραφίας που είναι ένα από τα στοιχεία της παράστασης και δεν σε αφήνει να μπεις πάρα πολύ μέσα σε αυτό.

Τη 2η χρονιά είχα τη δυνατότητα να δω την παράσταση απ’ έξω, που συνήθως δεν έχουμε αυτή την πολυτέλεια, και εκεί ήταν που μπήκα λίγο πιο βαθιά, βλέποντάς το απ’ έξω με συγκίνησε πρώτη φορά. Πριν προσπαθούσα λίγο να εκβιάσω το συναίσθημα και να με πείσω ότι είμαι ο τύπος που ερωτεύεται αυτή την κοπέλα κτλ. και κάπως να εμπλέξω δικές μου αναμνήσεις ή παρόμοιες εμπειρίες, γιατί ας πούμε, στην εφηβεία είχαμε πάει με τους φίλους μου σε στριπτιτζάδικο και για εμάς ήταν κάτι πολύ εξωτικό και ουάου, γιατί βλέπεις το πολύ ιλουστρασιόν της φάσης. Είχα λοιπόν την εμπειρία του παιδιού, είχα ερωτευτεί στρίπερ σε νεαρότερη ηλικία, είδα δηλαδή αυτή την κοπέλα και είπα «δεν έχω ξαναδεί κάτι τόσο όμορφο ποτέ στη ζωή μου», οπότε το έβαλα με έναν τρόπο στον ρόλο. Είχα στο μυαλό μου ότι μια κοπέλα είναι απλώς χορεύτρια, είναι η επιλογή της και μετά βλέπεις ότι ακόμα και σε αυτό το κομμάτι υπάρχει εξαναγκασμός, εκμετάλλευση και βία. Παίρνουν κοπέλες από άλλες χώρες που τους κρατάνε τα διαβατήρια και τους λένε θα πας να δουλέψεις, γιατί αλλιώς δεν μπορείς να φύγεις από τη χώρα.

Φέτος είναι πολύ πιο έντονη συναισθηματική εμπειρία, πλέον βλέπει ο ένας τον άλλον με άλλο μάτι. Αν και δεν είμαι ηθοποιός που συγκινείται εύκολα, δεν μπορείς να μην συγκινηθείς σκεπτόμενος ότι αυτό το πράγμα συμβαίνει δίπλα σου. Οπότε έγινε πολύ προσωπικό και λόγω του ρόλου μου γιατί πρέπει να εμπλακώ συναισθηματικά. Από την άλλη όμως είναι και απελευθερωτικό, γιατί αυτό είναι ένα προστατευτικό πλαίσιο. Στο τέλος βγαίνουμε από το θέατρο με μια ησυχία. Δηλαδή ό,τι ζούμε, το ζούμε τη στιγμή που γίνεται, νομίζω είναι και λίγο άμυνα γιατί πρέπει να διαφυλάξεις τον εαυτό σου για την επόμενη μέρα.

 

 

Βουτώντας όμως στην αλήθεια του πράγματος έχεις χάσει έστω και στιγμιαία την ελπίδα;

Εννοείται. Αλλά εντάξει, δεν θα αλλάξουμε τον κόσμο, γιατί δεν πιστεύω ότι μια θεατρική παράσταση θα αλλάξει τον κόσμο, αλλά ακόμα και ένας άνθρωπος να ευαισθητοποιηθεί ή να πει εγώ δεν το ήξερα αυτό το πράγμα, μου άλλαξε λίγο την οπτική, θα ευαισθητοποιήσω και τα παιδιά μου… Δηλαδή αυτό είναι το πιο σημαντικό feedback που έχουμε λάβει από αυτή την παράσταση, είναι αυτό το «θέλω να δει η κόρη μου αυτή την ιστορία ή ο γιος μου». Έστω και ένας άνθρωπος να ευαισθητοποιηθεί ή να μάθει περισσότερα για κάτι που συμβαίνει, δεν είναι λίγο.

 

 

Info

«Έχω παιδιά» στο MEGA

Από τις 14 Οκτωβρίου έως τις 17 Οκτωβρίου στις 21:00