Τι μπορεί να σημαίνει Βλαδιβοστόκ στον τίτλο ενός βιβλίου; Μια πόλη άπιαστη, μια ουτοπία, ένα όνειρο ταξιδιωτικό και υπαρξιακό; Ή μια απόλυτη ματαίωση, η καταστροφή κάθε σχεδίου, μια κατάσταση σοβαρή και κωμικοτραγική, μια παραδοχή της ματαιότητας, όπως είναι η ίδια η ζωή. Διαλέγω να ξεκινήσω από το τελευταίο διήγημα του βιβλίου του Κώστα Βραχνού που δανείζει και τον τίτλο στα 33 διηγήματά του γιατί είναι σαν μια συμπερίληψη των προηγούμενων. Περιγράφει την περιπέτεια ενός άντρα που αποφασίζει να κάνει το μεγαλύτερο σιδηροδρομικό ταξίδι στον κόσμο, ένα ταξίδι στον εαυτό του με τον πιο τρελό, ανυπόφορο, κωμικοτραγικό και σαρκαστικό τρόπο.

«Ένα διόλου αξέχαστο ταξίδι με τον Υπερσιβηρικό και τριάντα τρεις ακόμα αφηγήσεις με άξονα την ιλαροτραγωδία του επουσιώδους και την αμφιλεγόμενη σοβαρότητα του ανθρώπινου βίου», γράφει το οπισθόφυλλο του βιβλίου και κλείνει το μάτι στον αναγνώστη προετοιμάζοντάς τον για ένα ταξίδι σε τόπους και ανθρώπους με τον πιο διορατικό, ανησυχητικά οικείο τρόπο που φτάνει πολύ γρήγορα στο κουκούτσι της ζωής, στη ματαιότητα και τη χαρά της με την ίδια ταχύτητα. Ο ίδιος γράφει για το ελc και μας γνωρίζει τον κόσμο και το βιβλίο του.

Κώστας Βραχνός – Φωτογραφία: Oliwia Twardowska

Το Βλαδιβοστόκ είναι το πέμπτο μου βιβλίο. Έχουν προηγηθεί οι δίγλωσσες ποιητικές συλλογές Η πείνα του μάγειρα (2008) και Πάνω απ’ το υπέδαφος (2014), το δοκίμιο Το μυστήριο ως πρόβλημα (2010) και η συλλογή ευτράπελων ιστοριών Πρώτα ο Θεός (2017). Καθότι δεν είμαι, ούτε αισθάνομαι συγγραφέας, διεκδικώ με φυσικότητα το δικαίωμά μου να παίζω με όποιο παιχνίδι επιθυμώ. Θέλω να πω, δεν υπεραμύνομαι καμίας ιδιότητας πέραν εκείνης του ανθρώπινου όντος, το οποίο επείγεται να βγάλει από μέσα του κάτι που θεωρεί ενδιαφέρον και να το προσφέρει στους συνανθρώπους του ως τέτοιο. Εξάλλου, ο καθένας ό,τι έχει στο μποστάνι του προσφέρει στους φίλους του και αυτό πουλάει στη λαϊκή. Τώρα, αν παίζω εν ου παικτοίς, αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο… Το μόνο σίγουρο είναι ότι η όλη δημιουργική διαδικασία διαπνέεται από ατόφια χαρά. Και ότι στοχεύει στη χαρά του αναγνώστη. Μόνο που, στην περίπτωσή μου, αυτό το ευφρόσυνο αίσθημα επιδιώκεται διαμέσου στοιχείων τα οποία δεν χαρακτηρίζονται από θετικότητα. Αναφέρομαι στα αμιγώς τραγικά θεμέλια του κωμικού.

Ο τίτλος Βλαδιβοστόκ σχετίζεται με το τελευταίο από τα 34 κείμενα του βιβλίου, το οποίο -κατά τη γνώμη μου- τρόπον τινά αποτελεί την πεμπτουσία όσων θέλω να πω. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια παραληρηματική αφήγηση ενός ταξιδιού, όχι όμως μέχρι το Βλαδιβοστόκ, αλλά μέχρι τον νευρικό κλονισμό του πρωταγωνιστή καθώς και του αναγνώστη. Θα το χαρακτήριζα ως παρωδία του ταξιδιωτικού είδους. Θέλησα με όλη αυτή την εξουθενωτική εμπειρία να περιγράψω το χρονικό της ατομικής πανωλεθρίας, στην οποία μπορεί να οδηγήσει η υπερβολική προετοιμασία και απαίτηση καλοπέρασης. Επίσης, θέλησα εμμέσως να σατιρίσω την ενοχλητική ως έναν βαθμό κουλτούρα/μόδα του ταξιδεύειν και του αφηγείσθαι τις εμπειρίες του ταξιδευτή, αυτή τη μανία μετακίνησης και διακτινισμού και εξωτισμού, αυτή την αδικαιολόγητη βεβαιότητα ότι η ανάγκη μου να αλλάξω παραστάσεις, να δω ξένα μέρη και να τα περιγράψω αφορά κατ’ ανάγκην και τους άλλους. Τη σύγχρονη παρεξήγηση, εν ολίγοις, που ταυτίζει την περιπέτεια με τη χωρική μετατόπιση ή τη διαδοχή εντυπώσεων. Που παραβλέπει την πνευματική και λογοτεχνική σκευή του φορέα των εκάστοτε εμπειριών.

Προσωπικά, δεν συμμερίζομαι καθόλου τον εν λόγω ενθουσιασμό, συναρπαστική είναι κάθε ιστορία εξιστορημένη συναρπαστικά, προτιμώ χίλιες φορές τη φαινομενική ακινησία, τις βυθίσεις ενός Μπλέχερ ή τη φαντασία ενός Μανγκανέλι, την πανδαισία της μονότονης καθημερινότητας, την αϋπνία του συφοριασμένου, τη διακριτική καρτερικότητα του απλού ή και σύνθετου ανθρώπου, την ολοήμερη νοερά προσευχή του καλόγερου, τον ψαρά που κοιτάζει αφηρημένος τον ορίζοντα, το ηλικιωμένο ζεύγος που βλέπει Τροχό της τύχης. Κινούμαι κάπου στον αστερισμό του Σαβιέ ντε Μαιστρ και του περίφημου ταξιδιού του γύρω απ’ το δωμάτιό του. Θέλω μέσα από το δράμα του πρωταγωνιστή (που είναι μια ξεχειλωμένη εκδοχή του εαυτού μου, αλλιώς δεν θα έβγαινε τόσο πηγαία) να επισημάνω ορισμένες πτυχές της ματαίωσης και της διάψευσης όσον αφορά τον σχεδιασμό της απολύτως απρόβλεπτης ζωής. Να σκιαγραφήσω τον κόσμο του ανθρώπου του «ούτε ούτε», του ταξιδιώτη που χάνει και την Ιθάκη και τη διαδρομή. Κάτι που σε μικρό ή μεγάλο βαθμό παθαίνουμε όλοι. Φιλοδοξώ με την ομώνυμη ιστορία του βιβλίου, μέσα από πιεστικά ρεαλιστικές περιγραφές, να φτάσω σε παράλογες, υπερρεαλιστικές καταστάσεις, να συμβολίσω ει δυνατόν με κωμικό τρόπο τη ζωή. Το είπε υπέροχα ο Μοντερόσο:

«Το χιούμορ είναι ο ρεαλισμός οδηγημένος στις έσχατες συνέπειές του». Θέλω, τέλος, πριν και πάνω απ’ όλα, να πει ο αναγνώστης: «Ρε τον μπαγάσα, μ’ έκανε και γέλασα». Για μένα, όσο πιο πολύ γελάσει και ευφρανθεί, τόσο πιο πολύ θα νιώσω ότι το βιβλίο άξιζε τον κόπο να εκδοθεί.

Στο προηγούμενο βιβλίο μου, Πρώτα ο Θεός, χρησιμοποίησα τον όρο “ρωπογραφήματα”, δηλαδή ιστορίες που πραγματεύονται ευτελή ζητήματα με σοβαρό τρόπο (ή σοβαρά ζητήματα με ευτελή τρόπο), διεσταλμένα στιγμιότυπα, ασήμαντες λεπτομέρειες σοβαρών ζητημάτων ή σοβαρές λεπτομέρειες ασήμαντων ζητημάτων, με αποκλειστική μέριμνα την υπονόμευση της ίδιας της σοβαρότητας, την ανάδειξη ή την προάσπιση της παράδοξης πλευράς της πραγματικότητας. Στο Βλαδιβοστόκ προσπάθησα να είμαι όσο το δυνατόν πιο απών ως αφηγητής, μάλιστα, να είναι η αφήγηση όσο το δυνατόν πιο αφελής, περισσότερο δημοσιογραφίζουσα παρά λογοτεχνική-λογοτεχνική. Δεν αγαπώ τη λογοτεχνία της λογοτεχνίας.

Η μικρή φόρμα μού αρέσει επειδή ανταποκρίνεται στην αποσπασματική δομή της αντίληψης, αλλά και στις εξωφρενικές δυνατότητες του αναλογικού σχήματος. Η μεσαία φόρμα μού αρέσει επειδή ικανοποιεί τις μεσοπρόθεσμες διαθέσεις της ζωής καθώς και επειδή δίδει μια ψευδαίσθηση διάρκειας, ψευδαίσθηση, όμως, η οποία δεν απέχει και πολύ από την αλήθεια. Τη μεγάλη φόρμα δεν τη γνωρίζω και θεωρώ τον εαυτό μου παντελώς ακατάλληλο να επιδοθεί σε αυτή με στοιχειώδη επάρκεια αλλά και ειλικρίνεια. Όπως και να ’χει, ο καθένας δοκιμάζει και βρίσκει ή νομίζει ότι βρίσκει τη φόρμα που του ταιριάζει ή νομίζει ότι του ταιριάζει. Σημασία έχει να τιμά το δώρο του ποιείν και να αδιαφορεί όσο το δυνατόν βαθύτερα για τις επιδόσεις του, αγωνιώντας πάντοτε για το βέλτιστο αποτέλεσμα.

Η απροθυμία του συγγραφέα να ταξινομηθεί σε κάποιο λογοτεχνικό είδος επ’ ουδενί εγγυάται τη μη ταξινόμησή του. Το στίγμα δίνεται αμέσως και κανείς δεν τη γλιτώνει. Όμως, το πρόβλημα δεν βρίσκεται εκεί. Όλα τα είδη είναι ευλογημένα. Το μόνο που θα έπρεπε να μας απασχολεί είναι αν λέγεται κάτι άξιο λόγου. Διότι υπάρχει ένα επίπεδο έκφρασης όπου οι ταξινομήσεις και οι αυτοχαρακτηρισμοί αίρονται, απονομιμοποιούνται, γελοιοποιούνται, αφού η Τέχνη διαθέτει μια αυστηρή και δίκαιη νομοτέλεια που όλα τα ρυθμίζει και όλους τους βάζει στη θέση τους, όπως κάνει η καλή νηπιαγωγός με τα ανοριοθέτητα νήπια. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, θα χαρακτήριζα αυτό που κάνω «γελαστική λογοτεχνία». Με ενδιαφέρει η φαιδρή πλευρά του φεγγαριού, βλέπω τον κόσμο ως ένα αξιοθαύμαστο, αξιοδάκρυτο και αξιογέλαστο μυστήριο. Πιστεύω από παιδάκι ότι δεν γελάμε με την καρδιά μας παρά με αυτό που εν αγνοία ή εν γνώσει μας μας καθιστά ελεεινούς. Ότι δεν υπάρχει τίποτα σε αυτόν τον κόσμο που να μη δύναται να απολήξει σε μια τραγωδία και, για τους ίδιους ασύλληπτους λόγους, τίποτα που να προσφέρεται για διακωμώδηση. Σε γενικές γραμμές, η συντριπτική αίσθηση μη πραγματικότητας που με στοιχειώνει εμβρυόθεν συνηγορεί με τα χρόνια όλο και περισσότερο υπέρ της χιουμοριστικής διάθεσης. Και ίσως αυτός ο επαμφοτερισμός, αυτή η παράδοξη διαλεκτική, αυτή η κυτταρική αμφιθυμία, δεν ξέρω, λέω ίσως, να οδηγεί σε ένα είδος οντολογικού συμψηφισμού προς χάριν της ζωής, που λέγεται «αποδραματοποίηση του δράματος» και που συνοψίζει θαυμάσια η ρήση του Santayana και μότο του βιβλίου (Ζούμε δραματικά σε έναν κόσμο που δεν είναι δραματικός).

Με ενδιαφέρει κατά βάση αυτό που ο Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια ονομάζει «ευτραπελία», ήτοι η ικανότητα να είναι κανείς ευχάριστος με χάρη σε φιλική συναναστροφή, και η οποία συνιστά αρετή, μεσότητα μεταξύ «βωμολοχίας» (αδιάντροπος αστεϊσμός) και «αγροικίας» (έλλειψη ευγένειας, λεπτότητας και καλλιέργειας). Θα ήμουν, ωστόσο, υποκριτής αν δεν παραδεχόμουν ότι δεν απουσιάζει απ’ τις προθέσεις μου μια διάσταση κριτική απέναντι στην έννοια της σοβαρότητας και το φαινόμενο της σοβαροφάνειας, όπως αυτά έχουν καθιερωθεί στη δημόσια ζωή και τη μαστίζουν. Ο αφιλοσόφητος και, προπαντός, ο αθεολόγητος βίος ευνοούν την οικοδόμηση ενός αδιανόητου «αισθήματος σπουδαιότητας», όπως λέει ο φίλος και δάσκαλος Σιγανίδης, που στην ουσία υποσκάπτει την παραμικρή δυνατότητα να καταστεί ο άνθρωπος και ο βίος του σπουδαίοι. Αυτό αποτυπώνεται εύγλωττα στη ματαιοδοξία των συγγραφέων και των καλλιτεχνών, στο στυλ ντυσίματος, στην εκφορά του λόγου, στην υπεράσπιση και την προώθηση του οικείου έργου, στο αγέλαστο, συνοφρυωμένο πρόσωπο, στην ψευδοταπεινότητα, στις παιδαριώδεις φαντασιώσεις. Τη στιγμή που η ζωούλα είναι τόσο σύντομη…