Από την Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου ανοίγει σε ευρεία κινηματογραφική διανομή πανελλαδικά το «Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ»: μια Ολυμπιονίκης του τζούντο, ο προπονητής της που αποσύρθηκε ξαφνικά και ανεξήγητα από το άθλημα και τώρα επιστρέφει, μια νέα αθλήτρια που ονειρεύεται ότι τώρα είναι η δική της σειρά, οι σχέσεις ανάμεσα σε αυτούς τους τρεις ανθρώπους σε πρώτο πλάνο, τρεις ακόμη άνθρωποι του χώρου σε δεύτερο αλλά σημαντικό, σκάνδαλα και αθλητισμός, μέχρι την τελική αθλητική μάχη, την τελική νίκη ή ήττα. Είχαμε τη χαρά να συζητήσουμε για την ταινία με τον σκηνοθέτη και σεναριογράφο της, Γιώργο Γεωργόπουλο.
Ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο. Και οι προηγούμενες δύο ταινίες σου (“Τungsten” και «Δεν Θέλω να Γίνω Δυσάρεστος, Αλλά Πρέπει να Μιλήσουμε Για Κάτι Πολύ Σοβαρό») είχαν αντισυμβατικούς τίτλους. Ξεκίνησες τώρα έχοντας τον τίτλο από την αρχή στο μυαλό σου ή προέκυψε στην πορεία;
Τελείως στη πορεία. Δηλαδή, πάντα δουλεύω με working title.
Εδώ ποιος ήταν;
Έχουν περάσει πάρα πολλοί. Ήταν και σκέτο Πάττυ, γιατί ήταν κομμάτι του σεναρίου, ήταν και διάφοροι άλλοι, π.χ. «500 Γραμμάρια Θάρρος». Αλλά μου άρεσε γενικά να είναι λίγο παιχνιδιάρικος ο τίτλος, με την έννοια του να καλεί τον θεατή σε κάποιο είδος συμμετοχής. Και αυτόν το τίτλο θα τον υιοθετήσει ο καθένας όπως νομίζει και μάλλον θα τη λέει Πάττυ χαϊδευτικά. Πιστεύω ότι, ξέρεις, αποκτά μια σχέση κάποιος με μια ταινία, όταν την ονομάζει με τον δικό του τρόπο.

Οπότε σκεφτόμουν, αφού ο κανόνας και η συμβατική σοφία είναι ότι οι τίτλοι πρέπει να είναι πιο μαζεμένοι, μήπως γενικότερα τέτοιου τύπου κανόνες προκύπτουν κάπως αυθαίρετα; Δηλαδή, γιατί οι τίτλοι να πρέπει να είναι τρεις λέξεις;
Φαντάζομαι, ότι το προτείνουν αυτό κυρίως διανομείς, για να το θυμάται εύκολα ο θεατής. Εντάξει, η αλήθεια είναι ότι συνήθως δεν μπορεί να θυμηθεί κάποιος ακριβώς τον τίτλο των ταινιών μου. Ακόμα και η μάνα μου λέει «η πρώτη ταινία του Γιώργου», «η δεύτερη ταινία του Γιώργου». Αλλά αυτό προτιμώ εγώ. Δηλαδή, πραγματικά προτιμώ να υπάρχει ένα παιχνίδι.
Παιχνίδι όμως υπάρχει και με το όνομα της ηρωίδας την Πάττυ. Και είναι και με έναν τρόπο χαρακτηριστικό της αυτό, ότι δηλαδή το Πάττυ βγαίνει από το επώνυμό της.
Ναι, ναι: Πατήρη – Πάττυ. Ουσιαστικά ήταν το σχολικό της παρατσούκλι που κουβαλάει, όπως κουβαλάει την παιδική της ηλικία, καθώς τη βρίσκουμε σε μια φάση που είναι να ξεπεράσει αυτή τη γραμμή της παιδικής ηλικίας και να πάει στην ενηλικίωση. Πρέπει να αφήσει την Πάττυ πίσω.
Και ένα τελευταίο παιχνίδι που φαντάζομαι υπήρχε από την αρχή στο μυαλό σου με το όνομα Πάττυ, έχει να κάνει με το παλιό «κοριτσίστικο» περιοδικό.
Ναι, για τη δικιά μου γενιά, ναι. Ξέρεις, ψάχνοντας βρήκα ότι κάθε γενιά έχει μια Πάττυ. Υπήρχε μετά αυτή η λατινοαμερικάνικη σειρά «Πάττυ, η πιο Όμορφη Ιστορία», που έβλεπαν πάρα πολλά πιτσιρίκια. Υπάρχει το καβουροπάτι, βέβαια, στον Μπομπ Σφουγγγαράκη, που αφορά ακόμα μικρότερες γενιές. Πάντα υπάρχει μια Πάττυ, σε κάθε γενιά.


Είχες καμία σχέση με το τζούντο ή με αθλήματα γενικά;
Ναι, έκανα τζούντο πολλά χρόνια. Aπό την παιδική μου ηλικία μέχρι το τέλος της εφηβείας. Έκανα φουλ δηλαδή, εννοώ κατεβαίνοντας σε αγώνες κλπ. Στο τέλος της εφηβείας σταμάτησα και έκτοτε το έκανα σποραδικά ως χόμπι.
Οπότε είναι κάπως πιο βιωματικό. Δεν ήταν ότι απλά ήθελες να χρησιμοποιήσεις ένα άθλημα ως μεταφορά.
Όχι, ήρθαν όλα και δέσανε κάπως, με την έννοια ότι ένιωθα πολύ μεγάλη οικειότητα με αυτό το άθλημα και τον κόσμο του, το σύμπαν του. Σεναριακά χρειαζόμουν σίγουρα ένα άθλημα που βασίζεται στη σωματική επαφή. Και χρειαζόμουν και ένα άθλημα που να έχει ηθικές αρχές. Να έχει παραδοσιακή, ας πούμε, προέλευση. Να μην είναι απλά μια σύγκρουση. Έτυχε και γνωρίζω τζούντο και δεν χρειάστηκε να ψάξω άλλα αθλήματα. Είναι ένα άθλημα που είναι βασισμένο πάνω στον σεβασμό και στο αμοιβαίο όφελος. Δηλαδή, η σύγκρουση δεν έχει σκοπό αυτή καθαυτή τη νίκη. Έχει σκοπό να κάνει καλύτερους και τους δύο αντιπάλους.
Δεν έχει σκοπό τη νίκη;
Έχει σκοπό να κάνει και τους δύο αντιπάλους καλύτερους. Αν αυτό δεν συμβαίνει, η νίκη δεν έχει καμία σημασία. Αυτό είναι ένας ειδικός κανόνας, ο οποίος νομίζω διαχέεται και στην ταινία με κάποιο τρόπο. Γι’ αυτό λέω ότι ήταν σημαντικό να προέρχεται από κάπου αυτό το άθλημα. Να μην είναι MMA ας πούμε, που είναι θέαμα.


Οι ηθοποιοί που υποδύονται τις αθλήτριες έκαναν φαντάζομαι ειδική προπόνηση.
Ναι, έκαναν κάποιους μήνες. Είχαν όλες ένα background πολεμικών τεχνών. Ο Μορτ που κάνει τη Δάφνη έκανε ταεκβοντό και χορό. Η Φιλίππα που κάνει τη Ζωή έκανε πολύ χορό και έχει κάνει και λίγο τζούντο. Η Μελίνα που κάνει τη Στέλλα έκανε ένα κινέζικο είδος πάλης το οποίο μοιάζει αρκετά με το τζούντο, λέγεται σουάι τζιάο. Ήταν βασικό αυτό στο κάστινγκ που κάναμε, το ψάχναμε δηλαδή. Και σίγουρα βοήθησε πάρα πολύ και ο χορός στο να μάθουν. Γιατί εμείς φυσικά χορογραφίες κάναμε, δεν πήγαμε να μάθουμε το άθλημα από την αρχή. Οπότε το σώμα που χορεύει ξέρει να υπακούει πολύ καλά κάποια πράγματα.
Άρα πριν τις πρόβες, υπήρχε και μια έξτρα «αθλητική» περίοδος;
Φτιάξαμε ένα χώρο για πρόβες, μέσα στον οποίο νοικιάσαμε και στήσαμε τα ματ, τα στρωματάκια για το τζούντο και κάναμε τόσο πρόβες πάνω στο σενάριο όσο και αθλητικές. Είχαμε δύο τζούντο σένσεϊς, δασκάλους του τζούντο, που ήταν μαζί μας συνέχεια. Βασικά ήταν όλος ο κόσμος του τζούντο δίπλα μας, μας στήριξε πάρα πολύ. Και οι σύλλογοι, και η ομοσπονδία κι ο ομοσπονδιακός προπονητής. Είχαμε πλήρη στήριξη και θέλαμε να το βγάλουμε και ωραίο το άθλημα. Να μην είναι σχηματικό τελείως. Είχαμε και τζουντόκα παντού γύρω μας στα γυρίσματα, μας έκριναν, μας έβλεπαν και έλεγαν «OK, αυτό τώρα είναι ή δεν είναι σωστό». Οπότε είχαμε αγωνία να βγει πειστικό το άθλημα.
Ήθελες πάντα να κάνεις αθλητική ταινία;
Πάντα. Τις λατρεύω από παιδί. Κυρίως για τα συναισθήματα που μου δημιουργούσαν. Αγαπούσα πολύ αυτές τις ταινίες. Αρκετές δεν ήταν καλές, αλλά πάλι τις αγαπούσα.
Ναι, το έχουν αυτό, σε πορώνουν πάντα.
Μου αρέσει πάρα πολύ η δομή τους, αυτή η απλότητα που έχουν. Δηλαδή ότι στο τέλος, ό,τι κι αν έχει γίνει, θα συναντηθούν στον τελικό δύο αντίπαλοι και θα λύσουν τις διαφορές τους. Και από κει και πέρα είναι τι θα συμβεί πριν και ποιο θα είναι το φορτίο. Αυτό με συναρπάζει πάρα πολύ.

Ήταν λίγο πρόκληση ότι είναι παρθένος χώρος για το ελληνικό σινεμά;
Βέβαια, εντάξει, εννοείται ήταν πρόκληση. Και ως προς το πώς θα το προσλάβουν. Γιατί δεν υπάρχει σαφές προηγούμενο. Δηλαδή, όταν πιτσάριζα αυτή την ταινία, η πρώτη ερώτηση που μου έκαναν ήταν αν είναι κωμωδία. Γιατί θεωρούσαν ότι θα είναι σατυρική μια τέτοια τύπου ταινία ελληνική. Αλλά βέβαια, η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν ότι δεν το έχω ξανακάνει ούτε εγώ, ούτε κανένας του συνεργείου μας, ούτε κανένας ηθοποιός. Για αυτό ήθελε πολλή μελέτη και πολύ ψάξιμο. Για το αθλητικό τουλάχιστον κομμάτι της ταινίας.
Τα γυρίσματα των σκηνών του τζούντο σας δυσκόλεψαν πολύ;
Ναι, βέβαια. Μας δυσκόλεψαν. Γιατί, εντάξει, αποφάσισα και εγώ να μην τις κινηματογραφήσω με τον τυπικό τρόπο που θα έκανε ένας σκηνοθέτης που θα βασιζόταν πολύ στο μοντάζ, για να δώσει ένταση και να φανούν πειστικές οι τεχνικές. Αποφάσισα να πάω σε λίγο μεγαλύτερα πλάνα, long shots, προκειμένου να πιάσουμε καλύτερα τον παλμό των αθλητών δηλαδή και όχι τόσο την τεχνική τους. Αλλά αυτό σημαίνει ότι θα είμαστε εκτεθειμένοι σε σχέση με το πώς φαίνονται οι τεχνικές. Οπότε χρειαζόταν δουλειά.
Το μοντάζ άλλωστε στην ταινία είναι δικό σου.
Ναι, ναι. Μοντάζ κάνω γενικά και σε ταινίες άλλων και σε σειρές. Είναι η βασική μου δουλειά. Δεν είμαι απλά σκηνοθέτης που μοντάρω τις ταινίες μου. Ζω από το μοντάζ.
Οπότε στις δικές σου ταινίες είναι πιο εύκολο ή πιο δύσκολο από τις ταινίες των άλλων;
Κοίτα, οι περισσότεροι γύρω θα σου πούνε μην το κάνεις αυτό, μην μοντάρεις την ταινία σου. Αλλά η αλήθεια είναι ότι πάω στο γύρισμα έχοντας πολύ συγκεκριμένα πράγματα στο μυαλό μου και μονταρισμένα σχεδόν. Συν ότι μοντάρω και στο γύρισμα. Δηλαδή το βράδυ θα γυρίσω, θα μοντάρω, θα πάω την επόμενη μέρα, θα δούμε τη σκηνή στο επόμενο γύρισμα. Ήταν πολύ συγκεκριμένα τα πράγματα στο μυαλό μου στη σχέση με αυτή την ταινία. Και είναι ένα κινηματογραφικό είδος το οποίο έχει πολύ συγκεκριμένο μοντάζ. Το μοντάζ είναι πάρα πολύ σημαντικό και συγκεκριμένο στις αθλητικές ταινίες.

Δυο – τρεις πολύ αγαπημένες σου ξένες αθλητικές ταινίες.
Το «Ρόκι» σίγουρα το πρώτο, το λατρεύω. Μου άρεσε πάρα πολύ το “Requiem for a Heavyweight”. Αυτό είναι μια ταινία με τον Άντονι Κουίν, στα τελευταία του ως μποξέρ, που έχει έναν ατζέντη που τον εκμεταλλεύεται. Από πιο πρόσφατες μου άρεσε πάρα πολύ το “Warrior”…πάρα πολύ. Μου άρεσε που συνδυάζεται το οικογενειακό δράμα με την αθλητική ταινία. Και γενικά νομίζω ότι όταν οι ταινίες καταφέρνουν να συνδυάσουν διαφορετικά είδη, σου δίνουν πραγματάκια πολύ καινούργια. Και αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε κι εμείς με έναν τρόπο. Να συνδυάσουμε μια ταινία ενηλικίωσης με ένα αθλητικό περίβλημα.
Το Πέραμα το είχες από την αρχή στο μυαλό σου ως χώρο για την ταινία;
Ναι, το Πέραμα είναι μια περιοχή που την περιτριγυρίζω για να το βάλω σε ταινία από την πρώτη μου ταινία. Και δεν κόλλαγε σεναριακά και γενικά με τις προηγούμενες. Αλλά το έχω κάνει σκάουτινγκ, ας πούμε, πάρα πολλές φορές. Το ξέρω απέξω κι ανακατωτά. Και αυτή τη φορά θεώρησα ότι θα ήταν ιδανικό για την Πάττυ. Κατ’ αρχάς ήθελα μια εργατική συνοικία, με την έννοια ότι ο Γιούρι στήνει εκεί την ομάδα του, εκεί που ξέρει ότι η δίψα για διάκριση δεν υπάρχει μόνο λόγω δόξας, αλλά είναι και ταξικό ζήτημα. Να θέλουν οι άνθρωποι να ξεφύγουν από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Ύστερα θα μου λειτουργούσε το τοπίο αυτό το βιομηχανικό σε αντίθεση με το από πού προέρχεται η Πάττυ. Δηλαδή, προέρχεται από ένα νησί που είναι τίγκα στη φύση και ξαφνικά βρίσκεται σχεδόν σε ένα σχεδόν εφιαλτικό τοπίο. Και συν ότι είναι και η συνοικία που έχει τη μεγαλύτερη ικαριώτικη κοινότητα στην Αθήνα. Δηλαδή, πάνω ψηλά, όπως το κοιτάς το Πέραμα απ’ τη θάλασσα αριστερά, η τελευταία συνοικία λέγεται Ικαριώτικα. Έχει ικαριώτικο πανηγύρι, είναι κλασσική ικαριώτικη συνοικία.

Ένα βασικό θέμα της ταινίας είναι η καθαρότητα. Υπάρχει ένας κρίσιμος διάλογος σε μια σκηνή για το ποιος είναι καθαρός και ποιος όχι, για το τι σημαίνει η καθαρότητα κλπ. Είναι, φαντάζομαι, κάτι που σου απασχολεί γενικότερα.
Με απασχολεί γενικά, όταν δίνουμε έναν αγώνα, να μην χάνουμε τον εαυτό μας προκειμένου να κερδίσουμε. Κι’ αυτό νομίζω είναι κάτι που μπορεί να το προσαρμόσει ο καθένας στη ζωή του. Γιατί όλοι οι άνθρωποι αγωνίζονται με κάποιο τρόπο, δεν χρειάζεται να είναι αθλητές. Και είναι πολύ εύκολο να χάσεις τον εαυτό σου, όπως θα το έκανε και ένας αθλητής. Είδα πολλά ντοκιμαντέρ με αθλητές που μιλάνε για το τι έκαναν σε σχέση με το ντόπινγκ. Και ουσιαστικά σε όλους από πίσω η ίδια ιστορία: ένα πάθος για τη νίκη που δεν μπορούσαν να ικανοποιήσουν, το οποίο στο τέλος τους μετάλλαξε. Αυτό νομίζω είναι κάτι το οποίο είναι καμπανάκι για τις ζωές όλων μας.
Πάντα μάλλον θα υπάρχουν μάλλον αντίστοιχα παραδείγματα, αλλά και τώρα η επικαιρότητα, με τον ΟΠΕΚΕΠΕ ας πούμε, φέρνει συγκρίσεις στο μυαλό μας: μπαίνουμε σε ένα σύστημα, παραβιάζουμε κανόνες για το όφελός μας και μετά λέμε ότι όλοι έτσι κάνουν. Και με το ντόπινγκ κάπως έτσι δεν γίνεται;
Σαφέστατα, σαφέστατα. Και όλοι αυτοί οι αθλητές που σου είπα, αυτό έλεγαν: αφού κι οι άλλοι έτσι ήταν, εγώ χαζός είμαι δηλαδή να πάω με τον σταυρό στο χέρι; Είναι μια λογική που ιδίως στη χώρα μας είναι δυστυχώς διάχυτη.

Έχεις βάλει στην ταινία δύο σκάνδαλα, δυο μεγάλες δημόσιες συζητήσεις, διαφορετικών εποχών. Το ντόπινγκ το οποίο μας απασχολούσε περισσότερο δυο δεκαετίες πριν, την εποχή των Ολυμπιακών του 2004. Και το MeToo που είναι πιο πρόσφατο. Ήταν απ’ την αρχή στο μυαλό σου να τα συνδέσεις κάπως αυτά;
Ναι, γιατί θεωρώ ότι είναι τα δύο μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο αθλητισμός. Δηλαδή δεν μπορώ να σκεφτώ άλλα. Αυτά είναι. Άμα φύγουν αυτά, μένουν καθαροί άνθρωποι που ανταγωνίζονται για τη νίκη. Εγώ, κάνοντας μια αθλητική ταινία, θεωρούσα ότι δεν μπορούσα να αφήσω έξω τις μεγαλύτερες μάστιγες, ας πούμε, του αθλητισμού. Αυτό που προσπάθησα να κάνω, στο ζήτημα της κακοποίησης, είναι να έχω μια πιο πολύπλευρη προσέγγιση από την τυπική που θα περίμενε κάποιος σήμερα και να μην επιβεβαιώνω απλά τις πεποιθήσεις μας. Θέλω να ανοίγει μια κουβέντα και πιστεύω ότι οι κουβέντες ανοίγουν δημιουργώντας γκρίζες ζώνες. Αυτό προσπάθησα να κάνω.
Δεν είχες καθόλου αμφιβολίες όμως όταν το έκανες;
Φυσικά και είχα. Για κάθε τι που κάνω, έχω αμφιβολίες. Συζήτησα πάρα πολύ με κόσμο, με άντρες, γυναίκες, και στην παραγωγή και πριν, όταν έγραφα το σενάριο. Είναι ένα σενάριο που γράφτηκε προ MeToo, οπότε καταλαβαίνεις ότι ήρθε μετά ο τυφώνας, που οπωσδήποτε δεν μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη μια τέτοια ιστορία. Κάπως έτσι γεννήθηκε όμως ο χαρακτήρας της Γιούλας, της βοηθού του Γιούρι. Έχοντας στο μυαλό μου το πώς θα νιώσει ένας άνθρωπος που έχει μια τέτοια ιστορία στη ζωή του, να τη δει στην οθόνη.
Εκτός από τις πιο νέες ηθοποιούς, συνεργάζεσαι και με πιο σταθερούς σου συνεργάτες, τον Μπισμπίκη, τον Νούσια.
Τον Μουρίκη, εννοείς, όχι τον Μπισμπίκη. Θα γέλαγε πολύ με αυτό ο Βαγγέλης, θα του άρεσε.
Ναι, ναι. Φαντάζομαι τα έχετε βρει όλα αυτά τα χρόνια και όποτε του προτείνεις κάτι είναι μέσα.
Ναι, τα έχουμε βρει. Εντάξει, είναι και φίλος. Ξέρει πώς δουλεύω, ξέρω πώς δουλεύει. Είναι και ένας άνθρωπος που του αρέσει να δουλεύει αρκετά μόνος του. Εγώ τον σέβομαι απόλυτα. Καθόμαστε, μιλάμε, πιο πολύ μιλάμε για τον χαρακτήρα με τον Βαγγέλη, παρά για άλλα πράγματα. Αφού μιλήσουμε αρκετά, ερχόμαστε και οι δυο με προτάσεις και βγαίνει αυτό που είναι να βγει. Αλλά είναι ένας άνθρωπος που έχει γενικά μια φοβερή αντίληψη του κινηματογραφικού κόσμου.

Προς την τελική αθλητική αναμέτρηση, έχεις βάλει τον χαρακτήρα του -με χιουμοριστική φαντάζομαι πρόθεση- να μπινελικώνει. Ήθελες να σπάσεις λίγο την ένταση πριν την κορύφωση του δράματος;
Γενικά, έχω πάντα στο μυαλό μου ότι κάνω ταινίες και όχι εγχειρήσεις ανοικτής καρδιάς. Δηλαδή δεν θέλω να παίρνουμε τόσο πολύ σοβαρά πια μια ταινία. Μ’ αρέσει να υπάρχουν μικρά διαλείμματα, λίγο χιουμοράκι, κάτι πιο ανάλαφρο. Προσπαθώ να το έχω σε όλες τις ταινίες μου. Έτσι και εδώ. Αυτοί βέβαια δεν το ζουν χιουμοριστικά, χιουμοριστικά φαίνεται σε όποιον το βλέπει απέξω…
Στο ίδιο πλαίσιο, φαντάζομαι, έβαλες τον Οικονομίδη να παίζει έναν τύπο που φωνάζει, μαλώνει, αγριοκοιτάζει.
Ναι, εντάξει, κάνει ένα ταβερνιάρη, είναι η αλήθεια Είναι φίλος ο Γιάννης. Μ’ αρέσει και ως σκηνοθέτης, τον θαυμάζω. Πιστεύω ότι τον τιμάω και με τιμάει κι αυτός που δέχεται να παίξει. Συν το ότι είναι και εξαιρετικός ηθοποιός.


Χωρίς να αποκαλύψουμε ποιος ήρωας ή ποια ηρωίδα αποδεικνύεται ο εντός εισαγωγικών κακός ή κακή στην ταινία, εσύ πώς τοποθετείσαι απέναντί του/της; Τον/την αντιπαθείς; Τον/την κρίνεις;
Γενικά, προσπαθώ να μην κρίνω κανένα χαρακτήρα που έχω σε ταινίες, γιατί δεν θα λειτουργούσε κινηματογραφικά, στο πώς θα γίνει η ταινία στο τέλος. Προσπαθώ πάντα να αιτιολογώ αυτά που έχει κάνει κάθε χαρακτήρας. Έτσι, προσπαθώ όχι να τα δικαιολογήσω, αλλά να αιτιολογήσω και να βρω ποια ήταν η λάθος στροφή. Δηλαδή, στο background αυτού του χαρακτήρα υπάρχουν συγκεκριμένα πράγματα. Πού είναι αυτή η λάθος στροφή, πού έγινε και πώς έγινε.
Εκείνη η περίοδος με το ντόπινγκ στους Ολυμπιακούς του 2004 πώς σε είχε επηρεάσει; Εγώ είχα στραβώσει πάρα πολύ.
Και εγώ το ίδιο. Είχα στεναχωρηθεί πάρα πολύ καταρχάς, γιατί βλέπω, ασχολούμαι με τον αθλητισμό, μου αρέσει και ο στίβος πάρα πολύ. Είναι φοβερό να καταλαβαίνεις ότι η χώρα σου βρίσκεται στη θέση χωρών που βλέπαμε στο παρελθόν και τις κοροϊδεύαμε. Και να καταλαβαίνεις ότι είσαι εσύ αυτός που έχει γίνει αυτό το πράγμα. Και κυρίως, ξέρεις τι με ενοχλεί πάρα πολύ; Ότι στην Ελλάδα δεν είχε βρεθεί ποτέ ούτε ένας αθλητής να βγει και να πει το έκανα. Συγγνώμη παιδιά, παρασύρθηκα, ήθελα τη νίκη, θόλωσα, το έκανα. Δεν είχε βρεθεί ούτε ένας αθλητής ποτέ. Βλέπω τόσους αθλητές στο εξωτερικό, βγαίνουν και μιλάνε και παραδέχονται. Στην Ελλάδα δεν είχε γίνει ποτέ αυτό το πράγμα. Και αυτό κάτι δείχνει για εμάς, δεν μπορεί να μην δείχνει. Ξέρεις ποιο είναι το μοτίβο που ακολουθούν στην Ελλάδα; Πιάνουν κάποιον ντοπέ, καταδικάζονται από την αθλητική δικαιοσύνη και μετά πάει στα κανονικά δικαστήρια, που φυσικά δεν έχουν κάποια δικαιοδοσία να πούνε αν είναι ντοπέ ή όχι και δεν ξέρουν και πολλά οι άνθρωποι. Τι να ξέρουν, από ποιους μπορούν να ξέρουν; Τους αθωώνουν και μετά εκείνοι βγάζουν ένα χαρτί και λένε: «Να, είδατε; Αθώος».
Τότε υπήρχαν επισήμως οι αρνήσεις ενοχής, από πίσω όμως κυκλοφορούσε το αφήγημα ότι σε όλες τις χώρες όλοι οι αθλητές το ίδιο κάνουν. Εμείς όμως το κάναμε τότε παραπάνω έτσι δεν είναι;
Και παραπάνω, αλλά και πολύ οργανωμένα. Ναι, ναι. Δηλαδή φαινόταν ότι υπήρχε στήριξη από ψηλά. Δεν μιλάμε για έναν προπονητή και έναν αθλητή, που πήγαν κι έκαναν κουτσουκέλα. Μιλάμε για ολόκληρη βιομηχανία, που θέλει μπάτζετ, θέλει πράγματα.
Κάτι τελευταίο, που θα ήθελες ίσως να πεις συνολικά για την ταινία;
Θέλω να πω μόνο ότι είναι μια ταινία που προσπάθησα να κάνω με έναν τρόπο έτσι πιο ανοιχτό σε περισσότερα και μεγαλύτερα κοινά. Και ελπίζω πραγματικά να λειτουργήσει. Έχω προσμονή και ελπίζω να λειτουργήσει αυτό.

