Ο νάνος ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής – χρονικογράφος μίας εκτεταμένης ιστορικής περιόδου, δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο. Δύο έξοχα έργα της ευρωπαϊκής πεζογραφίας του 20ου αιώνα μου έρχονται αμέσως στο μυαλό: η νουβέλα του Σουηδού Περ Λάγκερκβιστ «Ο Νάνος», που γράφτηκε το 1944 και εκτυλίσσεται σε μία ιταλική πόλη-κράτος την περίοδο της αναγέννησης και, κυρίως, το σπουδαίο «Τενεκεδένιο Ταμπούρλο» (1959) του Γκίντερ Γκρας, το ίσως κορυφαίο μεταπολεμικό μυθιστόρημα της γερμανικής λογοτεχνίας, στο οποίο ο αφηγητής Όσκαρ Μάτζερατ, αηδιασμένος με τη σταδιακή επικράτηση του ναζισμού αλλά και τον μεταπολεμικό στρουθοκαμηλισμό της δυτικογερμανικής κοινωνίας αποφασίζει να σταματήσει να μεγαλώνει, μένοντας για πάντα στο ύψος ενός μικρού παιδιού, σε μία από τις περίφημες στιγμές ευρωπαϊκού μαγικού ρεαλισμού.

Ακόμα και πιο πρόσφατα, στον χώρο της λογοτεχνίας φαντασίας και το πασίγνωστο Game of Thrones, ο Τζ. Ρ.Ρ. Μάρτιν δημιούργησε έναν από τους πιο αγαπημένους σύγχρονους χαρακτήρες στη μορφή του νάνου Τίριον Λάνιστερ. Οι βασικοί λόγοι που συγγραφείς έλκονται στην ιδέα του να φιλτράρουν την αφήγηση επιστρατεύοντας έναν αφηγητή με χαρακτηριστικά που ξεφεύγουν από τον μέσο όρο (και ιδιαίτερα στην περίπτωση του μικρού ύψους), είναι ότι ένας τέτοιος αφηγητής μπορεί να αξιοποιηθεί αλληγορικά, αλλά και προσφέρει ενδιαφέρουσες αντιθέσεις: συνήθως οι εν λόγω χαρακτήρες είναι ποικιλοτρόπως χαρισματικοί, κάτι που έρχεται σε αντιδιαστολή με τη λανθασμένη εντύπωση που προκαλούν σε τρίτους ότι είναι αδύναμοι ή καταδικασμένοι να ζουν στο περιθώριο.

Προφανώς έκανα αυτή την εισαγωγή επειδή ο αφηγητής του βραβευμένου με το εγκυρότερο λογοτεχνικό βραβείο της γαλλόφωνης λογοτεχνίας prix Goncourt για το 2023 είναι ένας χαρακτήρας με νανισμό. Το «Να την Προσέχει» του Ζαν Μπατίστ Αντρεά είναι ένα πληθωρικό από κάθε άποψη μυθιστόρημα που διατρέχει την ιταλική κοινωνία του 20ού αιώνα, από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τη δεκαετία του 1980. Ο πρωταγωνιστής είναι ο Μίμο (Μικελάντζελο) Βιταλιάνι, ένας υπερβολικά μικρόσωμος Ιταλός, γιος Ιταλών μεταναστών στην Ιταλία, ο οποίος λόγω του θανάτου του πατέρα του και της φτώχειας της οικογένειάς του ταξιδεύει σε ένα χωριό της Λιγουρίας ως μαθητευόμενος στο εργαστήρι γλυπτικής ενός οικογενειακού φίλου.

Εκεί, δύο βασικά πράγματα συμβαίνουν, τα οποία και οριοθετούν την πλοκή και τα βασικά θέματα του μυθιστορήματος: αφενός γνωρίζεται με την αριστοκρατική οικογένεια της περιοχής, τους Ορσίνι και ιδιαίτερα με τη συνομήλική του Βιόλα, ένα χαρισματικό όσο και εκκεντρικό κορίτσι το οποίο και ερωτεύεται. Αφετέρου, το εκπληκτικό του ταλέντο στη γλυπτική αναδεικνύεται από πολύ νωρίς και η άνοδός του στη γλυπτική αποδεικνύεται μετεωρική, αν και όχι χωρίς προκλήσεις και εμπόδια. Τα έργα του σύντομα αποδεικνύονται εκπληκτικά, συγκρίσιμα μονάχα με τους μεγάλους κλασικούς. Ένα εξ’ αυτών ιδιαίτερα, η περίφημη pieta, λέγεται ότι εκτός της τελειότητάς της, προκαλεί νευρικούς κλονισμούς σε ορισμένους θεατές, έτσι το Βατικανό αποφάσισε να την αποθηκεύσει στην ασφάλεια ενός απόμακρου μοναστηριού, ώστε να αποφεύγονται πιθανά σκάνδαλα.

 

 

Ο Μίμο, ο πρωταγωνιστής είναι βεβαίως το επίκεντρο αυτού του έργου. Ο Μίμο είναι μεν χαρισματικός αλλά σε καμία περίπτωση δεν παρουσιάζεται ως μία εξιδανικευμένη φιγούρα. Κουβαλάει τα συμπλέγματα που σχετίζονται όχι μόνο με το ύψος του αλλά και με την ταπεινή καταγωγή του και τη φτώχεια του. Για παράδειγμα, δεν διστάζει να παραδεχθεί ότι εκμεταλλεύτηκε τις γνωριμίες με το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι εφόσον του προσέφεραν αναθέσεις έργων και μία όλο και αυξανόμενη πελατεία. Ήταν μόνο κατόπιν έκκλησης της Βιόλα Ορσίνι που στράφηκε εναντίον του καθεστώτος κόβοντας κάθε επαφή με αυτό.

Ο έρωτάς του με τη Βιόλα, πλατωνικός και εξιδανικευμένος κατά βάση, βρίσκεται στο επίκεντρο τόσο της πλοκής του μυθιστορήματος όσο και της έμπνευσης του Μίμο στη γλυπτική του. Ο Αντρεά με αυτό τον τρόπο αντλεί από την κλασική παράδοση του ευρωπαϊκού ρομάντζου, όπου το νεαρό ζευγάρι χωρίζεται από το χάσμα κοινωνικής τάξης και οικονομικής κατάστασης.

Επίσης, ο Αντρεά αντλεί από μια ποικιλία μυθοπλαστικών θεματικών. Το μυθιστόρημα μπορεί να χαρακτηριστεί τόσο σαν bildungsroman (μυθιστόρημα με θέμα την ενηλικίωση και ωρίμανση του κεντρικού χαρακτήρα) όσο και σαν kunstelrroman (μυθιστόρημα με θέμα τη ζωή και έμπνευση του καλλιτέχνη). Πράγματι, ο Αντρεά έχει εστιάσει και στις δύο αυτές πλευρές του πρωταγωνιστή του. Κατά τη γνώμη μου όμως είναι τα αποσπάσματα που ασχολούνται με την ίδια την τέχνη του, την γλυπτική που είναι και τα καλύτερα στο βιβλίο, ιδιαίτερα εκείνα που περιγράφουν την περίφημη pieta και τον αντίκτυπό της μέσα από κριτικές αναλύσεις και μυθοπλαστικά ανέκδοτα, μέχρι που στο τέλος ο ίδιος ο Μίμο αποκαλύπτει το μυστικό πίσω από τη σύνθεση.

Έτσι, οδηγούμαστε και στην κεντρική μεταφορά του μυθιστορήματος, την έννοια της σμίλευσης. Εφόσον όλη η ζωή του Μίμο περιφέρεται γύρω από τη διαδικασία σμίλευσης πέτρας και μαρμάρου, έτσι και ο Αντρεά το συσχετίζει αυτό με τη σμίλευση της γλώσσας ώστε να αναδυθεί μέσα από τις λέξεις ένα μυθιστόρημα. Κατόπιν η ίδια συλλογιστική διαχέεται και στην ίδια τη ζωή: σμιλεύουμε όλη μας τη ζωή την πέτρα που μας περιβάλλει για να αποκαλύψουμε την αληθινή μας μορφή, που κρύβεται από κάτω. Αυτή είναι και η αέναη διαδικασία αυτογνωσίας. «Γλύπτης είναι κάτι πολύ απλό. Είναι μόνο να αφαιρείς στρώσεις ιστοριών, ανεκδότων, εκείνες που είναι άχρηστες, μέχρι να φτάσεις στην ιστορία που μας αφορά όλους, εσένα κι εμένα κι αυτή την πόλη κι αυτή την χώρα ολόκληρη, την ιστορία που δεν μπορείς πια να την μικρύνεις χωρίς να την χαλάσεις», όπως λέει ο Μίμο σε έναν νεαρό μαθητή.

Το μυθιστόρημα του Αντρεά λοιπόν είναι μεν παλιομοδίτικο, αλλά αποτελεί μια άρτια, προσιτή σε όλους και απολαυστική αφήγηση, μια πλούσια περιπέτεια για τη ζωή και την τέχνη, ένα βιβλίο που καταφέρνει και συγκινεί μέχρι την τελευταία του πρόταση. Υποψήφιο για τα βιβλία της χρονιάς.