Ο Νέιθαν Θρωλ είναι ένας εβραϊκής καταγωγής Αμερικάνος δημοσιογράφος και συγγραφέας με ειδίκευση τη Μέση Ανατολή και έδρα την Ιερουσαλήμ. Έχοντας εξαιρετική εκ των έσω γνώση για την πολυπλοκότητα της καθημερινότητας στη Δυτική Όχθη, εμπνεύστηκε από ένα τραγικό γεγονός, ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα με θύματα παιδιά από ένα παλαιστινιακό σχολείο που βρίσκονταν καθ’ οδόν σε μία σχολική εκδρομή, ώστε να γράψει ένα άρθρο για το New York Review of Books, για το οποίο και αρθρογραφούσε τακτικά.

Όμως, γρήγορα συνειδητοποίησε ότι η τραγική ιστορία που είχε επιλέξει να αφηγηθεί αποτελούσε μία μοναδική, μία εξαιρετική ευκαιρία για να αναπτύξει πλήρως ολόκληρο το πρόβλημα της Παλαιστίνης, να εξηγήσει με τρόπο πειστικό και γλαφυρό τα απίστευτα προβλήματα που βιώνουν καθημερινά και οι δύο κοινότητες αλλά κυρίως οι Παλαιστίνιοι της Δυτικής Όχθης, οι οποίοι βιώνουν ένα καθεστώς de facto απαρτχάιντ. Έτσι, ήταν προφανές ότι αυτή η ιστορία προσφέρεται για ένα εκτεταμένο βιβλίο και όχι για ένα περιορισμένο σε έκταση άρθρο.

Ο Θρωλ πέρασε χρόνια παίρνοντας συνεντεύξεις από όλους τους πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας, μελετώντας πολλές πηγές, αναλύοντας και ταξινομώντας την πολυδαίδαλη γραφειοκρατία που πάντα κρύβεται πίσω από κάθε διοικητικό καθεστώς. Ο Θρωλ καθιστά εξ’ αρχής σαφή τη βασική του οπτική γωνία. Αν και ο ίδιος είναι εβραϊκής καταγωγής επιλέγει να εστιάσει κυρίως στην οπτική γωνία των Παλαιστινίων. Γνωρίζοντας ότι το βιβλίο του θα απευθυνθεί κατά βάση σε ένα δυτικό αναγνωστικό κοινό, επιθυμεί να εκφράσει με λεπτομέρειες και ζωντάνια πόσο δύσκολο είναι να ζεις στη Δυτική Όχθη σαν Παλαιστίνιος πολίτης δεύτερης κατηγορίας.

Υπάρχουν περιπτώσεις που λαμβάνει υπ’ όψη του και μαρτυρίες Ισραηλινών, μη θέλοντας να βυθίσει το έργο του στη μονόπλευρη υποκειμενικότητα μιας μοναδικής οπτικής γωνίας. Όμως ακόμα κι έτσι ποτέ δεν υποκρίνεται ότι η εστίασή του όσο και η συμπάθειά του δεν επικεντρώνεται στους Παλαιστίνιους και το δικό τους δράμα.

 

 

Και πράγματι, το βιβλίο του Θρωλ αφήνει ένα εντυπωσιακά ανεξίτηλο αποτύπωμα στη συνείδηση του αναγνώστη του, κι αυτό γιατί έχει πράγματι χτυπήσει φλέβα χρυσού εδώ: παίρνοντας ως αφορμή ένα τραγικό δυστύχημα, βρίσκει το τέλειο όχημα ώστε να ταξιδέψει τον αναγνώστη στον λαβύρινθο, πολιτικό, αλληγορικό όσο και κυριολεκτικό, της Δυτικής Όχθης. Ο Θρωλ καταφέρνει πολλά χτυπήματα ταυτόχρονα: εξηγεί πολλές λεπτομέρειες της σύγκρουσης, ιστορικές, πολιτικές, πολιτισμικές, οικονομικές, ενώ παράλληλα διηγείται μία προσωπική και βαθιά ανθρώπινη ιστορία με αληθινούς πρωταγωνιστές, κάτι που επιτρέπει στον αναγνώστη να γευτεί τα προβλήματα όχι αφηρημένα, ως έννοιες, αλλά πρακτικά, νιώθοντας τον αντίκτυπο που έχουν στην καθημερινή ζωή.

Διότι, ας μη γελιόμαστε, μόνο κάποιος που έχει ζήσει αυτή την καθημερινότητα από κοντά μπορεί να την κατανοήσει αλλά και να την περιγράψει. Ακόμα κι αν ένας αναγνώστης γνωρίζει μέσες άκρες τα βασικά του παλαιστινιακού ζητήματος, δεν μπορεί να συλλάβει αυτές τις πτυχές που σπάνια αναφέρονται αλλά που εν τέλει αποτελούν την πεμπτουσία: το πώς ζει ένας πολίτης. Εδώ λοιπόν μπαίνουμε στο επίκεντρο της βασικής κατά τη γνώμη μου αμαρτίας του Ισραήλ: των εποικισμών.

Διότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι από τα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα (και για ποικίλους λόγους που μπορεί κάποιος να αναλύσει, ενδεχομένως και ως αντίδραση για μια σειρά επιθέσεων) σημειώθηκε μία σκοτεινή στροφή στην πολιτική του Ισραήλ (όλων των κυβερνήσεων) σε ό,τι αφορά τη Δυτική Όχθη. Οι Ισραηλινοί οικισμοί άρχισαν να φυτρώνουν σαν μανιτάρια σε εδάφη Παλαιστινίων, και μαζί τους κέντρα ελέγχου, τείχη, τάγματα του στρατού. Ολόκληρα παλαιστινιακά χωριά και πόλεις κόπηκαν στη μέση, οικόπεδα και σπίτια Παλαιστινίων προσαρτήθηκαν ή κατεδαφίστηκαν από τη μια μέρα στην άλλη, και ξαφνικά οι περισσότεροι Παλαιστίνιοι βρέθηκαν εντελώς αποκομμένοι από τα σχολεία τους, τα νοσοκομεία τους, την αστυνομία ή την πυροσβεστική. Πολύ απλά, ένας άνθρωπος που δουλεύει σε μια απόσταση πέντε χιλιομέτρων από το σπίτι του και του παίρνει κανονικά δέκα λεπτά με το αυτοκίνητο, ξαφνικά βρίσκεται αναγκασμένος να κάνει τεράστιες παρακάμψεις, να σταματήσει για πολλαπλούς ελέγχους ασφαλείας για να διανύσει την ίδια απόσταση σε δύο ώρες.

Αντίστοιχα, ακόμα και μετά τη συμφωνία του Όσλο, η Παλαιστινιακή Αρχή που αποκτούσε μεν επίσημα δικαιοδοσία σε διάφορους οικισμούς της Δυτικής Όχθης, ουσιαστικά δεν μπορούσε να την ασκήσει, αφού έπρεπε να ζητήσει άδεια από το Ισραήλ για να μπορεί π.χ. ένα ασθενοφόρο ή περιπολικό να εισέλθει στους Παλαιστινιακούς οικισμούς που πλέον αποτελούσαν νησίδες εντός μιας ευρύτερης Ισραηλινής δικαιοδοσίας. Αυτό σημαίνει ότι ολόκληρες κοινότητες έγιναν εστίες ανομίας αφού καμία αρχή δεν είχε πρόσβαση σε αυτές, η υγειονομική περίθαλψη στις περισσότερες παλαιστινιακές κοινότητες ήταν επιεικώς υποβαθμισμένη, αφού κάθε επίσκεψη σε νοσοκομείο αποτελούσε ολόκληρο ταξίδι, όπως άλλωστε φαίνεται και από τη συγκεκριμένη περίπτωση του δυστυχήματος που περιγράφει ο Θρωλ. Έτσι, μετά το δυστύχημα, βασικές διαδικασίες που θα έπρεπε να θεωρούνται δεδομένες όπως το να επισκεφθούν οι συγγενείς τα παιδιά στο νοσοκομείο ή να αναγνωριστούν οι νεκροί, αποδεικνύονται χαοτικές, εξουθενωτικές, λαβυρινθώδεις στην περιπλοκότητά τους.  

Από την άλλη, αυτό δεν σημαίνει ότι η παλαιστινιακή κοινότητα παρουσιάζεται ως αγγελικά πλασμένη από τον Θρωλ, έστω κι αν είναι εμφανές ότι έχει βάλει τα δυνατά του να εστιάσει σε κατά βάση θετικούς και καλόκαρδους Παλαιστίνιους. Παρά την καλή του διάθεση όμως δεν μπορεί παρά να αναδείξει μία πολύ βαθιά ριζωμένη διαφθορά, τόσο δομική (σε ό,τι έχει να κάνει με τις παλαιστινιακές αρχές) όσο και από πλευράς νοοτροπίας. Παράλληλα, αναδεικνύονται και οι συντηρητικές, ενίοτε σκοταδιστικές, πλευρές της παλαιστινιακής κοινωνίας και της επιρροής της θρησκείας.   

Τώρα, υποθέτω ότι ένας Ισραηλινός που διαβάζει το εν λόγω βιβλίο θα βρει κάποια πράγματα να καταλογίσει στον Θρωλ, όπως το ότι αφιερώνει λίγο αναλογικά χρόνο στο να αναπτύξει ζητήματα που η άλλη πλευρά θεωρεί θεμελιώδη, ζητήματα που αφορούν την εσωτερική ασφάλεια, την προστασία ζωτικών κατακτήσεων κλπ. Όμως αυτό σε καμία περίπτωση δεν ακυρώνει την εγκυρότητα του προφίλ της ζωής στα κατεχόμενα της Δυτικής Όχθης, όπως αυτό πηγάζει από τις σελίδες του βιβλίου. Από αυτή την άποψη το έργο του Θρωλ είναι πράγματι μια σημαντική μαρτυρία που οφείλει να ανοίξει ορίζοντες κατανόησης και συνεργασίας.