Έχω είκοσι χρόνια σχεδόν να διαβάσω τα πολύ ωραία διηγήματα του Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ, τα διηγήματα στα οποία ουσιαστικά έχτισε τη λογοτεχνική του υστεροφημία. Έτσι, όταν το βλέμμα μου έπεσε τυχαία στην πρόσφατη έκδοση στα ελληνικά ενός από τα τελευταία και λιγότερο γνωστά του μυθιστορήματα, μου ήρθε αμέσως όρεξη να το διαβάσω μεταξύ άλλων και για να θυμηθώ τη γραφή και το έργο του και να διαπιστώσω κατά πόσο αντέχει το τεστ του χρόνου. Πριν πω τη γνώμη μου για το Μεσούγκα λοιπόν, πρώτα θα ήθελα να παραθέσω μερικά στοιχεία σχετικά με την τόσο ιδιαίτερη στα παγκόσμια γράμματα περίπτωση του Σίνγκερ.
Φαινομενικά κάποιος που δεν γνωρίζει κάτι σχετικό με τον Σίνγκερ και βλέπει το όνομά του ανάμεσα στη λίστα των βραβευθέντων με Νόμπελ Λογοτεχνίας και δίπλα τη χώρα που εκπροσωπεί και της οποίας υπήρξε πολίτης, σκέφτεται το προφανές: άλλος ένας Αμερικανός συγγραφέας που πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στην περίπτωση που κάποιος είναι λίγο πιο υποψιασμένος, θα σκεφτεί ότι είναι ένας Εβραιοαμερικάνος συγγραφέας, ένας ακόμη από τους πολλούς που συντέλεσαν τόσο ριζικά στη μεταπολεμική έκρηξη της αμερικάνικης πεζογραφίας. Πράγματι, ο Ισαάκ Σίνγκερ ήταν Εβραίος όσο και Αμερικάνος. Ο ίδιος μετανάστευσε στις ΗΠΑ στα μέσα της δεκαετίας του 1930 διαβλέποντας τις εξελίξεις στην Ευρώπη, και εγκαταστάθηκε στο μεγαλύτερο τότε εβραϊκό κέντρο εκτός Ευρώπης, τη Νέα Υόρκη. Όλα αυτά όμως αποτελούν την επιφάνεια και δεν εξηγούν τι ήταν αυτό που έκανε την περίπτωσή του τόσο σπάνια.

Βλέπετε, η βράβευσή του με το Νόμπελ ήταν μια συμβολική βράβευση. Με αυτό δεν εννοώ ότι ο Σίνγκερ δεν άξιζε βραβεία και δάφνες, εννοώ απλά ότι η βράβευσή του με το Νόμπελ ήταν μια συμβολική βράβευση της γλώσσας, στην οποία έγραφε και η οποία δεν ήταν τα αγγλικά, αλλά τα γίντις. Τα γίντις ήταν η γλώσσα που μιλούσαν οι Εβραίοι της Πολωνίας, Βαλτικής, Ουκρανίας και πολλών άλλων περιοχών στις οποίες πριν από το Ολοκαύτωμα κατοικούσαν τεράστιες κοινότητες Ασκενάζι για αιώνες. Μετά το Ολοκαύτωμα όμως η γλώσσα κινδύνεψε να εξαφανιστεί, επιβιώνοντας κατά βάση στις ΗΠΑ. Έτσι, η σουηδική ακαδημία σε μεγάλο βαθμό βράβευσε μια γλώσσα που βρισκόταν σε κίνδυνο, επιλέγοντας το πρόσωπο που εξακολουθούσε να την υπηρετεί χωρίς συμβιβασμούς. Διότι ο Σίνγκερ ποτέ δεν έπαψε να γράφει στα γίντις, έστω κι αν ζούσε πια για χρόνια στις ΗΠΑ και εις βάρος της εμπορικής απήχησης των γραπτών του, τα οποία έπρεπε να μεταφραστούν στα αγγλικά (μια διαδικασία στην οποία συχνά συμμετείχε και ο ίδιος) προκειμένου να διαβαστούν από ένα ευρύτερο κοινό. Και αυτή είναι μονάχα μία από τις ιδιαιτερότητες της γραφής του.
Μία άλλη είναι η θεματολογία του. Το μυθοπλαστικό σύμπαν του Σίνγκερ είναι ξεκάθαρα εβραϊκό και μάλιστα αντηχεί τις παραδόσεις, προκαταλήψεις, έθιμα των στετλ της Πολωνίας, ένα σύμπαν στο οποίο η εβραϊκή ορθοδοξία και ο χασιδισμός κυριαρχούσαν. Αυτή του η θεματολογία δίνει την αίσθηση ότι είναι ένας συγγραφέας προσκολλημένος σε συντηρητικές και θρησκόληπτες αντιλήψεις, ότι είναι ένας άνθρωπος που αρνείται να κοιτάξει προς το παρόν και τη σύγχρονη εποχή, που αρνείται την αφομοίωση στη νέα του χώρα, που απορρίπτει κάθε τι που αντίκειται στις παραδόσεις του λαού του, τις οποίες και διαφυλάσσει ως κόρη οφθαλμού. Κι όμως, ο ίδιος δεν ήταν ούτε σιωνιστής, ούτε θρησκόληπτος. Όσο παράδοξο κι αν φαίνεται, ο Σίνγκερ στα έργα του παλεύει με την ίδια την έννοια της πίστης και της θρησκείας, ασχολείται ιδιαίτερα έντονα με την ανθρώπινη σεξουαλικότητα, θίγει ζητήματα σεξουαλικής ταυτότητας, ελευθερίας επιλογής συντρόφων, απορρίπτει κάθε είδους ηθικολογία υπογραμμίζοντας την υποκρισία που συχνά αυτή συνεπάγεται. Ο Σίνγκερ πράγματι αποτελεί την ενσάρκωση μίας αντίφασης.

Πάμε τώρα στο Μεσούγκα, που σημαίνει «τρέλα», ένα από τα τελευταία έργα του Σίνγκερ, το οποίο εκτυλίσσεται στη Νέα Υόρκη στις αρχές της δεκαετίας του ’50, λίγα μόλις χρόνια μετά τον πόλεμο. Αφηγητής είναι ο Άαρον, μια προέκταση του ίδιου του Σίνγκερ, ένας σαραντάρης συγγραφέας και αρθρογράφος σε γίντις εφημερίδες που μετανάστευσε πριν από τον πόλεμο από την Πολωνία και τώρα ζει μοναχικά, σχετικά αποξενωμένος και συνεσταλμένος, διαρκώς αποπροσανατολισμένος, ένα ζωντανό φάντασμα που παλεύει να βγάλει νόημα από το χάος του σύγχρονου κόσμου και τις πληγές της πρόσφατης ιστορίας. Μια μέρα συναντάει τυχαία τον Μαξ, μια πληθωρική φιγούρα που θυμίζει Φάλσταφ, έναν κατά είκοσι χρόνια μεγαλύτερό του μπον βιβέρ, γνώριμο από τη Βαρσοβία στα χρόνια πριν τον πόλεμο, για τον οποίο ο Άαρον δεν γνώριζε καν ότι ήταν ζωντανός. Ο Μαξ είναι μια πράγματι χαρισματική φιγούρα με κωμικοτραγικά χαρακτηριστικά, το είδος του ανθρώπου που ανάβει το ένα πούρο με την καύτρα του προηγούμενου την ώρα που τρώει, με ερωμένες παντού αλλά και τη μισή του οικογένεια ξεκληρισμένη στο Ολοκαύτωμα. Είναι λες και ο ηδονισμός του αποτελεί ένα προσωπικό αντίδοτο στη φρίκη του πολέμου. Ο Μαξ γνωρίζει διάφορους γνωστούς του στον Άαρον, μεταξύ των οποίων και τη νεαρή του ερωμένη Μίριαμ, την οποία ο Άαρον ερωτεύεται σχεδόν στιγμιαία. Η Μίριαμ είναι κι αυτή ένας ενδιαφέρων μυθοπλαστικός χαρακτήρας, μία γυναίκα με μυστικά στο παρελθόν της που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τη συντηρητική ηθική της εβραϊκής κοινότητας, μια γυναίκα που δεν απολογείται σε κανέναν για όσα έχει κάνει προκειμένου να επιβιώσει από τον πόλεμο.
Αυτό λοιπόν είναι το τρίγωνο που βρίσκεται στο επίκεντρο του μυθιστορήματος. Το σίγουρο είναι ότι η «τρέλα» του τίτλου είναι πανταχού παρούσα: στους φρενήρεις ρυθμούς της πόλης αλλά και της πλοκής, στη συχνά σουρεαλιστική ροπή που παίρνουν τα γεγονότα, στην αίσθηση του τυχαίου και συμπτωματικού. Όλα είναι υπερβολικά, καρναβαλικά, συνδεδεμένα με έναν παραμορφωτικό ενισχυτή που προσδίδει μια αίσθηση γκροτέσκου. Κι όμως, η πραγματικότητα που θέλει να αποτυπώσει ο Σίνγκερ δεν ήταν και τόσο διαφορετική, ιδιαίτερα για τους Εβραίους την περίοδο μετά τον πόλεμο. Διασκορπισμένοι στις τέσσερις γωνιές του κόσμου, όσοι είχαν επιβιώσει από την Ευρώπη συνέρρεαν αργά ή γρήγορα είτε στο νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ είτε, κυρίως, στην Αμερική και φυσικά τους δρόμους της Νέας Υόρκης. Τραύματα του παρελθόντος και ευκαιρίες για μια καινούρια ζωή στο μέλλον στροβιλίζονταν προκαλώντας μια ζαλάδα. Μέσα σε όλα αυτά ελλόχευε ο κίνδυνος της αμφισβήτησης των πάντων και άρα των ιερών και των οσίων της εβραϊκής ταυτότητας.
Όπως και στο εύστοχο σχέδιο του εξωφύλλου που μου θυμίζει λίγο την παραισθησιογόνα χροιά του Σαγκάλ, έτσι και στην πλοκή του Μεσούγκα υπάρχει μια αίσθηση του μη πραγματικού, του ονειρικού, του χαοτικού, μιας πραγματικότητας που πας να την αρπάξεις και αποδεικνύεται ρευστή γλιστρώντας από τα χέρια σου. Το σίγουρο είναι ότι η ανάγνωση του μυθιστορήματος του Σίνγκερ με κάνει να θέλω να τον ανακαλύψω εκ νέου.
