Τα πόδια των χορευτών καρφώνουν σαν πιρούνια τη μαρουλοσαλάτα μιας μπαλετικής βαριασιόν και τα δάκτυλα των χεριών τους δουλεύουν υστερικά σαν φονικά ανεμιστηράκια σε σπλάττερ φιλμ. Οι παλάμες αγκαλιάζουν, γλείφουν τα πρόσωπα τους σε ρυθμό απεγνωσμένης παντομίμας, όταν τα κεφάλια τους τινάζουν την τάση του ρεύματος, αναβοσβήνοντας νευρικά τους διακόπτες, On Off, On Off. Το ντουέτο βρίσκει υπόσταση μέσα από τη διαρκή αγωνία της γειτνίασης των σωμάτων, της αψίθυμης ανάγκης του μαζί-χωριστά, της ανυπόμονης έλξης και της βίαιης απόκρουσης. Οι La La La Human Steps είναι η καλύτερη συνεκδοχή αγάπης και μίσους, μια μονιασμένη, ξηγημένη συνύπαρξη των αντιθέσεων, μια γλυκόπικρη σούπα που τραβάς το κουτάλι με τρεμάμενο χέρι στην άγνοια της κάθε επόμενης γουλιάς. Πότε σου καίει τη γλώσσα, πότε σου γλυκαίνει ντροπαλά τον ουρανίσκο. Όπως και να χει η σούπα των La La La Human Steps είναι σίγουρα μια πετυχημένη συνταγή!

Αμφιταλαντευόμενος, στη διάρκεια της πορείας του, ο Edward Lock ανάμεσα σε σύγχρονο χορό, μπαλέτο, νεοκλασικό χορό, δυναμικές περφόρμανς, τελικά σερβίρει ένα χορολογικό κράμα τεχνικής κλασικού μπαλέτου και σύγχρονου χορού με οξύληκτες χοροθεατρικές παρεμβολές, που όταν το βλέπεις στον κατάλογο διστάζεις να το παραγγείλεις, αλλά όταν το δεις να σπαρταράει δαιμονισμένα στο πιάτο σου, βιάζεσαι να καρφώσεις στο στήθος του Lock το Μichelin! Δεν είναι  τόσο ο χαρακτήρας των χορογραφιών, οι διαφορετικές δυναμικές, τα αιχμηρά μηνύματα που κάνουν το έργο του να ξεχωρίζει από ένα τυπικό μπολσοϊκό υπερθέαμα είναι και η «αίσθηση του παραπέρα». Όταν η χορογραφία δεν αποτελεί μια μεθοδευμένη μαριονεττική εμμονή, ούτε δηλητηριάζεται από συγκεχυμένα ρεύματα και στυλ, αλλά νιώθεις ότι αυτό που βλέπεις επί σκηνής έχει την τάση να προεκτείνεται διαρκώς, να διογκώνεται, να ξεφεύγει από το πραγματικό του μέγεθος, να παίρνει μια έκταση ικανή ώστε να καταφέρει να σου σφηνώσει έστω και μια ιδέα στο κεφάλι. 

Συνηθισμένοι στα «υπέρ-τέλεια» κλασικά μπαλέτα, με πρίμα μπαλαρίνες που σου τρυπούν το μάτι με τα εξοφθαλμικά six-o-clock, σκηνικά και κοστούμια βγαλμένα από τα σπλάχνα του φολκλόρ και χαμόγελο με τη χρήση συρραπτικού, μοιάζουμε να παρατηρούμε αμήχανοι μια οποιαδήποτε χορογραφική καινοτομία, όπως αυτή του Lock. Βομβαρδισμένοι από το κλασικό ρεπερτόριο είτε δια στόματος μπολσόϊ (βιρτουόζοι μεν αλλά) είτε όχι, συνηθισμένοι να κολυμπάμε κάτω από τα μακριά τούτου της Ζιζέλ και να απαριθμούμε τα μολυβένια στρατιωτάκια του Καρυοθραύστη, μουδιάζουμε από μονοτονία στις κατά τα άλλα αφράτες καρέκλες του Badminton.

Χρειαζόμαστε απεγνωσμένα μια γερή γροθιά στο στομάχι, ένα ηχηρό χαστούκι στο μάγουλο, μήπως καταφέρουμε να ξυπνήσουμε, να σηκωθούμε όρθιοι, να τινάξουμε από τους ώμους μας τις εναπομείνασες ναφθαλίνες και ίσως να βρούμε λιγότερο κλειστοφοβικά «μέρη» για να λατρέψουμε την τέχνη που αγαπάμε.