Κατερίνα Ευαγγελάτου: «Είμαι σκηνοθέτις, δεν μπορώ να ζω χωρίς πρόβα»

Μια συζήτηση με την καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου λίγο πριν παρουσιάσει την 80s εκδοχή του φημισμένου «Ριγκολέττο» στο Ηρώδειο

Ο Ριγκολέττος πρωτοπαρουσιάστηκε στο Θέατρο Ο Φοίνικας της Βενετίας στις 11 Μαρτίου 1851. Στην Ελλάδα αναφέρεται παράσταση της όπερας το 1852 στην υπό βρετανική προστασία Κέρκυρα και στις 28 Οκτωβρίου 1853 στην Αθήνα, σε ιταλική γλώσσα. Στο ρεπερτόριο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής ο Ριγκολέττος περιλήφθηκε τον Ιανουάριο του 1948. Πρόκειται για μία από τις πιο αγαπημένες παραστάσεις του κοινού που ενθουσιάζει κάθε φορά που παρουσιάζεται.

Μετά την επιτυχημένη πρώτη της συνεργασία με την ΕΛΣ στη σύγχρονη όπερα Ζ, η Κατερίνα Ευαγγελάτου έρχεται να αναμετρηθεί με το σπουδαίο αυτό έργο του οπερατικού ρεπερτορίου στην ιδιαιτέρων απαιτήσεων σκηνή του Ωδείου Ηρώδου Αττικού. Εξελίσσοντας την αναγνωρίσιμη σκηνοθετική της ταυτότητα, η Κατερίνα Ευαγγελάτου θα επιχειρήσει να φωτίσει την αντιφατική, σκοτεινή προσωπικότητα του χαρακτήρα του Ριγκολέττου, μεταφέροντας την ιστορία του έργου στη διεφθαρμένη κοινωνία της ιταλικής επαρχίας της δεκαετίας του 1980.

Η σκηνοθέτιδα σημειώνει για τη σκηνοθετική της προσέγγιση: «Ο κύκλος βίας που περιγράφει ο Βέρντι στον Ριγκολέττο μεταφέρεται στον μικρόκοσμο της ιταλικής επαρχίας της δεκαετίας του 1980, όπου το οργανωμένο έγκλημα κυριαρχεί. Η διαφθορά, τα εγκλήματα και οι βιασμοί είναι το πραγματικό πρόσωπο μιας κοινωνίας θρησκόληπτης, συντηρητικής και προληπτικής. Το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη –ένα φθαρμένο από τον χρόνο αρχοντικό της ιταλικής επαρχίας, που κρύβει μέσα του την ωμότητα και τη σκοτεινιά των ηρώων του έργου– είναι απολύτως ενταγμένο στον φυσικό σκηνικό χώρο του Ηρωδείου, ενώ τα κοστούμια του Άλαν Χράνιτελ συμπληρώνουν την εικόνα μιας κοινωνίας σε παρακμή».

Λίγες ημέρες πριν την παρουσίαση του Ριγκολέττου στο Ηρώδειο συζητάμε με την Κατερίνα Ευαγγελάτου για το νέο της σκηνοθετικό εγχείρημα αλλά και για τον μέχρι τώρα απολογισμό της ως καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.

φωτογραφία: Ιωάννα Χατζηανδρέου

Έκανες πρόσφατα μια συγκινητική ανάρτηση στα social media για ένα αφιέρωμα προς τιμή του παππού σου, Αντίοχου Ευαγγελάτου, που υπήρξε, μεταξύ άλλων, αρχιμουσικός της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Αυτή την περίοδο κάνεις τις πρόβες της δεύτερης όπερας που σκηνοθετείς για την ΕΛΣ, και συγκεκριμένα για τον «Ριγκολέττο». Αισθάνεσαι ότι είσαι κρίκος μιας αλυσίδας;

Ο παππούς μου είχε διευθύνει τον «Ριγκολέττο» ενώ η τελευταία φορά που η συγκεκριμένη όπερα παρουσιάστηκε στο Ηρώδειο ήταν πριν 20 χρόνια απ’ τον πατέρα μου. Το αφιέρωμα που έγινε στον παππού μου διοργανώθηκε από το Ολύμπια Δημοτικό Μουσικό Θέατρο Μαρία Κάλλας και τον καλλιτεχνικό διευθυντή του, κ. Olivier Descotes. Είναι κάτι που μου έδωσε μεγάλη χαρά γιατί σπανίως γίνονται τέτοιες κινήσεις. Τα έργα του Αντίοχου Ευαγγελάτου παίζονται αλλά δεν είναι τόσο αυτονόητο ότι θα οργανωθεί ως αφιέρωμα μια ολόκληρη βραδιά για να τον γνωρίσει και κόσμος που ίσως δεν τον ξέρει ή οι παλαιότεροι να τον θυμηθούν ξανά. Διηύθυνε ο εξαιρετικός μαέστρος Μιχάλης Οικονόμου, έπαιξε δεξιοτεχνικά ο πιανίστας Απόστολος Παληός και ήταν πράγματι μια πολύ συγκινητική βραδιά. Σκεφτόμουν ότι και ο παππούς και ο πατέρας μου εργάστηκαν επί σειρά ετών στο κτίριο αυτό, δηλαδή στο Ολύμπια, οπότε ήταν όμορφα που η μουσική του ακούστηκε ξανά στον χώρο. Επίσης, υπάρχει η σύμπτωση ότι είμαι η τρίτη γενιά Ευαγγελάτων που ασχολείται με τον «Ριγκολέττο» στη Λυρική Σκηνή και στο Ηρώδειο. Είναι μια προσωπική συγκίνηση αυτή που δεν αφορά τον πολύ κόσμο αλλά για μένα έχει τη σημασία της. Πέρα απ’ αυτό ο «Ριγκολέττος» είναι μία από τις αγαπημένες μου όπερες.

Γιατί αυτό;

Πέρα απ’ το ότι η μουσική είναι εκπληκτική είναι πολύ ενδιαφέρουσα από δραματουργική σκοπιά. Είναι πρόκληση για έναν σκηνοθέτη η αντιμετώπιση του έργου αυτού σήμερα. Αυτός ήταν κι ένας από τους λόγους που πραγματικά μου άρεσε πολύ η πρόταση του Γιώργου Κουμεντάκη. Υπάρχουν πολλές όπερες με υπέροχη μουσική που όμως δεν ξέρεις τι να κάνεις σήμερα με το λιμπρέτο τους. Εδώ δεν είναι μια τέτοια περίπτωση.

Πού έγκειται κυρίως το ενδιαφέρον ως προς το λιμπρέτο;

Ως κεντρικό θέμα για εμάς αναδείχτηκε η θέση της γυναίκας. Αυτό είναι ένα ανεξάντλητο κομμάτι που διαχρονικά μπορείς να το διαβάσεις με διάφορους τρόπους. Παράλληλα, τρέχουν και άλλα μεταφυσικά ή μη θέματα, όπως αυτό του θανάτου, της βίας και της διαφθοράς. Όλα αυτά αναδεικνύονται μέσα από μια σκοτεινή συνθήκη ενός συνόλου ανδρών που δρα σύμφωνα με τους δικούς του νόμους, πλημμυρισμένο από ανήθικες πράξεις, από τρομερή εκμετάλλευση και κακοποιητική στάση έναντι των γυναικών. Αυτή η σκοτεινή συνθήκη εμπεριέχει όμως και χιούμορ, που προσπαθούμε να το αναδείξουμε στην παράσταση. Από τη μια λοιπόν, έχουμε μια κοινωνία που δολοφονεί, εκβιάζει, διαφθείρει, καταπιέζει τις γυναίκες και τις βλέπει μόνο ως σκεύος ηδονής και από την άλλη είναι μια κοινωνία που πηγαίνει στην εκκλησία και προσεύχεται.

Όλα τα παραπάνω με οδήγησαν να μεταφέρω τη δράση στη νότια Ιταλία της δεκαετίας του ’80 και στην ιταλική μαφία της εποχής. Τις αναφορές αυτές θα τις δει κανείς στα κοστούμια και σε διάφορες πράξεις που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της παράστασης όπως και σε αριστουργήματα που μας έρχονται αυτομάτως στο μυαλό όσον αφορά αυτό το σύμπαν, όπως είναι ο Νονός του Κόπολα.

φωτογραφία: Valeria Isaeva

Άρα να έρθουμε με τις βάτες μας στο Ηρώδειο;

Γιατί όχι; Είναι εξαιρετικά τα κοστούμια που έχει κάνει ο Άλαν Χράνιτελ, Σλοβένος καλλιτέχνης με διεθνή καριέρα. Οι γενιές μας θα αναγνωρίσουν όλες τις αναφορές από τα 80s.

Πώς νιώθεις λίγο πριν την πρεμιέρα; Είναι η πρώτη φορά που σκηνοθετείς αφού έχεις αναλάβει την καλλιτεχνική διεύθυνση του Φεστιβάλ.

Είχα πάρα πολύ ανάγκη να γυρίσω στις πρόβες. Μου είχε λείψει τρομερά, δεν πήγαινε άλλο. Είμαι σκηνοθέτις, δεν μπορώ να ζω χωρίς πρόβα. Είμαι πανευτυχής τώρα που επέστρεψα. Είναι ένα έργο που μου ανατέθηκε το 2018, πριν δηλαδή μου προταθεί η θέση στην οποία βρίσκομαι. Αναγγέλθηκε την άνοιξη του 2019 ενώ το σκηνικό είναι έτοιμο στις αποθήκες της Λυρικής από τον Μάρτιο του 2020. Μιλάμε δηλαδή για ένα project που με ακολουθεί 2,5 χρόνια. Μου φαίνεται σχεδόν απίστευτο ότι θα συμβεί. Είμαι πραγματικά ευτυχής που είμαι με αυτή την ομάδα συνεργατών και συντελεστών. Ελπίζω ότι θα μιλήσει και στον κόσμο η ανάγνωσή μας. Έχω μεγάλη χαρά που θα βρεθώ ξανά με το κοινό.

Είναι η τρίτη ενασχόλησή σου με την όπερα. Τι νιώθεις ότι ανακαλύπτεις ως σκηνοθέτρια μέσα από το συγκεκριμένο σύμπαν που ίσως δεν υπάρχει στην πρόζα;

Δεν νιώθω ότι το θέατρο υπολείπεται σε κάτι της όπερας. Φυσικά στο θέατρο πρόζας δεν λαμβάνεις την απόλαυση που προσφέρει η ζωντανή ορχήστρα και οι οπερατικές φωνές, δεν έχει αυτές τις συνθέσεις πάνω στις οποίες πατάς για να δημιουργήσεις ένα σύμπαν. Η γοητεία που μου ασκεί το μουσικό θέατρο είναι τεράστια, παρά τους περιορισμούς που υπάρχουν για έναν σκηνοθέτη καθώς υπάρχουν δοσμένες συνθήκες. Παρότι ισχύει αυτό νιώθω ότι είναι ένα τελείως μαγικό σύμπαν, το οποίο είναι απελευθερωτικό και προσωπικά μου αρέσει να δοκιμάζομαι και σ’ αυτό το τερέν. Δεν συγκρίνω λοιπόν το θέατρο με την όπερα, είναι κάτι το διαφορετικό. Το να ακούς τη ζωντανή μουσική από 70 όργανα μαζί με τις φωνές δημιουργεί μια αίσθηση συνολικής εμπειρίας και για τον δημιουργό και για τον θεατή. Η οπτική που έχουμε για τον «Ριγκολέττο», που συμπνέει με το έργο δεν το κοντράρει, είναι μια προσωπική ματιά που ελπίζω ότι θα ξεκλειδώσει το έργο με τρόπο που θα το επανασυστήσει στον σύγχρονο θεατή-μιλάμε για ένα έργο που ο κόσμος το ξέρει καλά, αφού είναι στο ρεπερτόριο των λυρικών θεάτρων διαχρονικά.

φωτογραφία: Valeria Isaeva

Θα σε ενδιέφερε να σκηνοθετήσεις όπερα στην Επίδαυρο;

Τώρα μου βάζεις δύο αγάπες μαζί. Η Επίδαυρος είναι ένα θέατρο που αγαπώ και στο οποίο ανυπομονώ να επιστρέψω. Ομολογώ, ότι αυτή τη στιγμή θα ήθελα να επιστρέψω με θέατρο. Όμως και η όπερα θα με ενδιέφερε μολονότι η Επίδαυρος δεν είναι ιδανική γι’ αυτή τη συνθήκη, έχει διάφορες δυσκολίες. Έχουμε κάνει συζητήσεις και ως Φεστιβάλ Αθηνών για να ανέβει στο μέλλον όπερα, πρέπει όμως να συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις και φυσικά πρέπει να γίνει συμπαραγωγή για να μπορέσουν πολλοί φορείς να συνδράμουν, καθώς κάτι τέτοιο απαιτεί πολλά χρήματα ώστε να παραχθεί κάτι υψηλού επιπέδου.

Το ότι η Επίδαυρος είναι ένα τόσο ισχυρό θεατρικό τοτέμ, έχει κάνει μεγάλη μερίδα του κόσμου να ορίζει με πολύ αυστηρότητα το τι είναι αποδεκτό ή όχι να παρουσιάζεται εκεί. Γκρίνια για τους πρωτοποριακούς ξένους σκηνοθέτες, γκρίνια για ηθοποιούς που εργάζονται και στην τηλεόραση. Γιατί δεν έχει έρθει ακόμη η ώρα να καταρρίψουμε αυτήν την εξωραϊσμένη εικόνα που έχουν κάποιοι για την Επίδαυρο;

Ένα από τα ελαττώματα του Έλληνα είναι ότι έχει γνώμη για τα πάντα και ισχύει ιδιαιτέρως για αρχαιολογικούς τόπους ή τη μυθολογία μας ή τους αρχαίους μας συγγραφείς. Υπάρχει μια εντύπωση ότι όλοι έχουν τη γνώση και την κατάρτιση να καταθέσουν την άποψή τους. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί κάποιος να πει τη γνώμη του. Όμως καλό θα ήταν η κάθε γνώμη να αξιολογείται ανάλογα με το ποιος την εκφέρει. Σε σχέση με την Επίδαυρο όλοι θεωρούμε ότι ξέρουμε πώς παιζόταν το αρχαίο δράμα και πώς πρέπει να παίζεται στο διηνεκές. Ο νεοέλληνας φοβάται ότι στην περίπτωση που υπάρξει κάποια μετατόπιση σε σχέση με αυτό που έχει συνηθίσει δεν θα ξέρει πώς να το κρίνει και αυτό του δημιουργεί ανασφάλεια.

Δυστυχώς, αυτό δεν ισχύει μόνο για το θεατρόφιλο κοινό αλλά ορισμένες φορές και για τους «ειδικούς», δηλαδή για εκείνους που η δουλειά τους είναι να γράφουν για το θέατρο. Εάν δεν γνωρίζεις πώς να επιχειρηματολογήσεις για το τι είναι ενδιαφέρον ή όχι, για το τι κομίζει ή δεν κομίζει κάτι καινούριο στη σκηνοθετική, δραματουργική ή στην αισθητική γλώσσα τότε πώς θα το κρίνεις; Εκεί μπαίνουμε στα δύσκολα γιατί το εύκολο είναι να πεις «μου άρεσε, δεν μου άρεσε» ή «γιατί μπήκε αυτό στην Επίδαυρο ή γιατί δεν μπήκε». Όταν ξεκινάει η αναζήτηση μιας πιο εξειδικευμένης άποψης τότε δυσκολεύει η κατάσταση άρα ένας αφορισμός είναι πολύ πιο εύκολος.

φωτογραφία: Ιωάννα Χατζηανδρέου

Δώσε μου ένα παράδειγμα.

Πέρσι είχαμε έναν από τους κορυφαίους σύγχρονους σκηνοθέτες της εποχής μας, τον Τόμας Οστερμάιερ, αγαπημένο του ελληνικού κοινού εδώ και 20 χρόνια απ’ την εποχή που τον παρουσίασε ο Γιώργος Λούκος στην Πειραιώς και μετέπειτα στην Επίδαυρο. Ο Οστερμάιερ λοιπόν ανέλαβε να σκηνοθετήσει ένα πρωτότυπο, γραμμένο δηλαδή για το Φεστιβάλ, έργο της Μάγια Τσάντε, το οποίο ήταν βασισμένο στον Οιδίποδα του Σοφοκλή. Ο Οστερμάιερ είχε την άποψη ότι τα έργα αυτά πρέπει να ξαναγράφονται για να ανέβουν σήμερα. Η πρόταση του μας βρήκε σύμφωνους ώστε να ξαναγραφεί το έργο στο πλαίσιο του κύκλου Contemporary Ancients Archives. Η άποψη λοιπόν του συγκεκριμένου σκηνοθέτη ήταν ότι το έργο πρέπει να ανέβει έτσι: ο χορός θα είναι μοιρασμένος σε ένα-δυο πρόσωπα, το έργο θα έχει τέσσερα πρόσωπα, θα διαδραματίζεται σε μια σύγχρονη κουζίνα στο εξοχικό μιας πλούσιας οικογένειας στην Επίδαυρο και θα έχει έντονο το κομμάτι της οικολογικής ανησυχίας. Επίσης, ήταν η πρώτη φορά που σε συγγραφέα εν ζωή έγινε παραγγελία να γράψει ένα έργο για να παιχτεί στην Επίδαυρο.

Αυτά τα πράγματα δεν είναι αυτονόητα και θέλουν χρόνο για να καταγραφούν και να μπορέσει κάποιος να τα αποδεχτεί. Σε αυτό αδιαμφισβήτητα θα βοηθούσε, όπως και έγινε, η μερίδα του Τύπου που αναγνώρισε την τόλμη του εγχειρήματος. Σίγουρα δεν βοηθάει μια αντιμετώπιση που καταδικάζει τέτοιου είδους προτάσεις στην Επίδαυρο, που λέει ότι τέτοιες παραστάσεις δεν πρέπει να ανεβαίνουν στην Επίδαυρο και ότι είναι μόνο για την Πειραιώς. Όμως αυτή η παράσταση δεν ήταν για την Πειραιώς, εν γνώσει μας την κάναμε στην Επίδαυρο! Στο κάτω κάτω γνωρίζω καλά την Επίδαυρο και ο Οστερμάιερ έχει κάνει ξανά παράσταση εκεί. Είναι δυνατόν να πιστεύουν ότι δεν έχουμε μελετήσει διεξοδικά τι προτείνουμε; Δεν λέω ότι θα πετύχει οτιδήποτε κάνουμε, αλλά πιστεύω πως  βήματα σαν και αυτό οφείλουμε να τα κάνουμε ακόμα και αν συναντούμε αντιστάσεις.

Η στρατηγική θέλει χρόνο για να αποδώσει. Προσωπικά θεωρώ ότι η αποστολή του Φεστιβάλ είναι να δείξει αυτά τα έργα υπό μια άλλη οπτική. Ο Έλληνας θεατής πρέπει να ψάξει για να δει τέτοιες παραγωγές, να διαβάσει δύο πράγματα πριν έρθει στο θέατρο κι όταν έρθει πιστεύω ότι θα ανταμειφθεί και από τον Γιόχαν Σίμονς και από τον Ούλριχ Ράσε.

φωτογραφία: Γαβριήλ Παπαδιώτης

 

φωτογραφία: Valeria Isaeva

Υπάρχουν ξένοι δημιουργοί που αρνούνται να έρθουν στην Επίδαυρο;

Φυσικά. Είναι αρκετοί που τους έχουμε κάνει πρόταση και δεν θέλουν, δεν τους ενδιαφέρει για πολύ διαφορετικούς λόγους τον καθένα. Άλλον δεν τον ενδιαφέρει η κλίμακα, δηλαδή θεωρεί ότι είναι μια τεράστια κλίμακα που θα τον αναγκάσει να οδηγήσει τους ηθοποιούς να παίξουν πιο φορμαλιστικά και αυτό δεν τον ενδιαφέρει. Αυτός ήταν ο λόγος που ο Οστερμάιερ είχε αρνηθεί σε όλους τους προηγούμενους Καλλιτεχνικούς Διευθυντές να έρθει με αρχαίο δράμα, άλλο που έκανε Σαίξπηρ. Άλλοι αρνούνται γιατί δεν θέλουν να κάνουν μια παραγωγή που είναι φτιαγμένη για το θέατρο αυτό και έχει ελάχιστες πιθανότητες να παιχτεί κάπου αλλού μετά. Άλλοι αρνούνται γιατί φοβούνται να έχουν μόνο 3-4 πρόβες σε ένα τέτοιας κλίμακας θέατρο που δεν τους επιτρέπει να κάνουν κάποιο λάθος και να το διορθώσουν. Όλοι αυτοί φυσικά είναι κορυφαία ονόματα. Η Επίδαυρος δημιουργεί μεγάλο δισταγμό. Όμως κι αυτό θέλει τον κόπο και τον χρόνο του. Αν σιγά σιγά έχουμε μία ή δύο παγκόσμιες πρεμιέρες, οι οποίες θα φέρουν ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα, τότε μπορεί να το σκεφτούν ξανά όσοι έχουν αρνηθεί μέχρι τώρα.

Ανέλαβες το Φεστιβάλ Αθηνών και με το που ξεκίνησες ξέσπασε η πανδημία και λίγο μετά το ελληνικό ΜeΤoo. Πέρα από τον θεσμικό σου ρόλο είσαι και εσύ η ίδια καλλιτέχνις. Ένιωσες ότι βρέθηκες ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα, από τη μία οι κρατικοί χειρισμοί και από την άλλη καλλιτέχνες, και πώς το διαχειρίστηκες;

Βρεθήκαμε σε μια πολλαπλώς βεβαρημένη συνθήκη αυτά τα δύο χρόνια. Ανέλαβα τον Σεπτέμβριο του 2019 και, ενώ ετοιμάζαμε με φουσκωμένα πανιά την πρώτη βερσιόν του Φεστιβάλ, ήρθε η πανδημία που φυσικά μας έπληξε στο νευραλγικό μας κέντρο, καθώς δεν μπορούσαμε να προγραμματίσουμε και δεν μπορούσε κανείς να ταξιδέψει.

Παρ’ όλα αυτά εγώ είμαι πραγματικά πολύ ευγνώμων για όλη την ομάδα του Φεστιβάλ και για όλα αυτά που προσφέραμε στον κόσμο τα δύο τελευταία χρόνια. Όταν λέω κόσμο εννοώ και το κοινό και τους καλλιτέχνες, γιατί οι καλλιτέχνες χρειαζόντουσαν ιδιαίτερη στήριξη κι εκεί εντόπισα πάρα πολύ τον ρόλο μου, καθώς προέρχομαι από τα σπάργανα της καλλιτεχνικής κοινότητας, είχα μια ιδιαίτερη ευαισθησία. Γι’ αυτό μεταφέραμε στο 2021 όλες τις παραγωγές που ακυρώθηκαν το 2020, δημιουργήσαμε τα Radio Plays ώστε να απασχοληθούν Έλληνες καλλιτέχνες κατά τη διάρκεια του χειμώνα και το 2021 επεκτείναμε τη σεζόν μέχρι Οκτώβριο για να μην χαθεί τίποτα ενώ ακόμη δεν ξέραμε αν θα λειτουργήσουν οι κλειστοί χώροι και γι’ αυτό ανοίξαμε τις οροφές. Οπότε νομίζω ότι αυτές οι κινήσεις δείχνουν τη μεγάλη έγνοια που είχαμε για την κοινότητα και για το τι θα συμβεί μετά από αυτό το πλήγμα.

Όσο για το ΜeΤoo και για τις συμπεριφορές που δημοσιοποιήθηκαν, θεωρώ ότι είναι άδικη η στοχοποίηση του θεατρικού κλάδου καθώς άνθρωποι με κακοποιητικές συμπεριφορές βρίσκονται σε όλα τα επαγγέλματα και ιδιαιτέρως σε θέσεις που τους δίνουν κάποια εξουσία έναντι άλλων, απλώς οι αποκαλύψεις στο θέατρο είχαν το έξτρα χαρακτηριστικό ότι αφορούν δημόσια πρόσωπα. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτά τα πράγματα δεν έπρεπε να έρθουν στην επιφάνεια και να γίνουν γνωστά. Εμείς εδώ στο Φεστιβάλ έχουμε θεσπίσει κώδικα δεοντολογίας, ο οποίος έχει πια εγκαθιδρυθεί και νομίζω ότι είναι ένα σημαντικό βήμα για τον Οργανισμό. Είναι κάτι που μας αφορά όλους.

Info παράστασης:

Ριγκολέττος | Ωδείο Ηρώδου Αττικού

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Κάθε βδομάδα μπορείτε να λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc mag με τις προτάσεις μας