Δεν ξέρω τι συμβαίνει με άλλους λαούς άλλων κρατών. Πιθανώς να επικρατεί κι εκεί σε μεγάλο βαθμό η ίδια κατάσταση. Ξέρω όμως τι συμβαίνει στην Ελλάδα. Η μάλλον -διορθώνω- νομίζω ότι ξέρω· στην τελική δεν είναι παρά η οπτική μου και μόνο. Κι επειδή κάποια από όσα ακολουθούν στηλιτεύουν ας πούμε τον εξαιρετισμό των Ελλήνων, τη νοοτροπία ότι εμείς είμαστε κάτι τόσο ξεχωριστό ως χώρα και λαός, δεν θέλω υπό ουδεμία έννοια να καταλήξω ότι, ναι, είμαστε όντως ξεχωριστοί αλλά με την αρνητική έννοια. Ας το πάρουμε λοιπόν έτσι: κατά πάσα πιθανότητα είμαστε ένας ακόμη λαός που είναι θύμα της αυτοεικόνας του, είμαστε ένας ακόμη λαός που ίσως δίχως αυτή τη διαστρεβλωμένη αυτοεικόνα θα δυσκολευόταν πολύ να βρει έναν ισχυρό συνεκτικό δεσμό και θα έπρεπε να μπει σε πολύ πιο ζόρικα συλλογικά και ατομικά υπαρξιακά μονοπάτια. Καλώς ή κακώς, τα έθνη και τα κράτη και τα έθνη – κράτη τα συγκροτούν οι μύθοι τους, τα παραμύθια τους, η παραμύθα τους. Και ναι, μαζί με αυτά και η Ιστορία τους. Που δεν τους παραδίδεται και δεν τους διδάσκεται όμως σε πλήρη αντιδιαστολή με τα διάφορα φαντασιακά, αλλά προσαρμοσμένα συχνά σε αυτά, άλλοτε με αποσιωπήσεις, άλλοτε με εξιδανικεύσεις.
Όλα τα παραπάνω δεν αφορούν ούτε την ιστορική ακρίβεια όσων παρακολουθούμε στον «Καποδίστρια» του Γιάννη Σμαραγδή (είμαι αναρμόδιος για να την κρίνω), ούτε πολύ περισσότερο το πώς αποτιμάται ιστορικά ο Ιωάννης Καποδίστριας. Και στο δικό μου το μυαλό ιδιαίτερα θετικό πρόσημο είχε και ιδιαίτερα λαμπρή προσωπικότητα υπήρξε (ο Ιωάννης Καποδίστριας, όχι ο Γιάννης Σμαραγδής). Όλα τα παραπάνω δεν αφορούν καν την πολύ μεγάλη απήχηση που έχει τις πρώτες μέρες κυκλοφορίας της η ταινία. Πάντα είναι καλό να γεμίζουν τα σινεμά, κι αν γεμίζουν με κόσμο που δεν πηγαίνει ποτέ, ακόμα καλύτερα. Όλα τα παραπάνω αφορούν την πρόσληψη του «Καποδίστρια» από μεγάλο μέρος του κοινού που πλημμυρίζει τις αίθουσες. Τι μπορεί ας πούμε να σημαίνουν τα έντονα χειροκροτήματα; Τι μπορεί ας πούμε να σημαίνουν τα αποθεωτικά λόγια στα σόσιαλ; Δυο μόνο ενδεχόμενα -πάντα κατά τη γνώμη μου- μπορεί να υπάρχουν: ή είναι τόσο κυρίαρχη η ανάγκη των ανθρώπων να ακουμπήσουν πάνω σε μια ιστορική προσωπικότητα – πρότυπο, αδιαφορώντας εντελώς για την ίδια την ταινία που μίλησε για τη ζωή του, πετώντας την στην άκρη σαν να μην έχει καμία σημασία, ή ενθουσιάστηκαν ταυτόχρονα και με αυτή καθαυτή την ταινία. Δυσκολεύομαι πολύ να αποφασίσω τι από τα δύο είναι το χειρότερο.


Στην πρώτη εκδοχή, το μοναδικό διακύβευμα είναι το μήνυμα. Συμφωνείς μαζί του; Ο τρόπος με τον οποίο περνάει αυτό το μήνυμα δεν σε αφορά. Μεταδίδοντάς το επιτελεί τον σκοπό του και με το παραπάνω. Αλλά αυτή η λογική άραγε δεν αποτελεί αναίρεση της ίδιας της έννοιας του κινηματογράφου; Ο ενθουσιασμός σου, η συγκίνησή σου, η ανάτασή σου είχαν προεξοφληθεί και η ταινία ήταν απλώς το φιξάκι που τα πέρασε στον οργανισμό σου.
Στη δεύτερη εκδοχή, όπου αυτό που παρακολουθείς στην μεγάλη οθόνη για δυο ώρες και λίγα λεπτά σε ενθουσιάζει παράλληλα και ως κινηματογραφικό έργο, ναι, σύμφωνοι, θα μπορούσε να πει κανείς περί ορέξεως κολοκυθόπιτα (κι αυτό να ήταν ίσως και το πιο πρέπον), από την άλλη δεν γίνεται να μην αναρωτηθώ προσωπικά -κι ας κατηγορηθώ για ελιτισμό, ψευτοεστετισμό ή ό,τι άλλο- πώς γίνεται να είναι διαμορφωμένη έτσι η όρεξή σου, ποιων συστατικών η παρουσία και ποιων η έλλειψη τη διαμόρφωσε; Ξένες ταινίες και σειρές σπίτι δεν βλέπεις ποτέ; Σου μοιάζει πολύ ο κόσμος που χτίζουν με τον κόσμο του «Καποδίστρια»; Δεν σου κλωτσάει τίποτα; Σε βάζει ο «Καποδίστριας» στη διαδικασία ότι βρίσκεσαι στα διάφορα μέρη που σου δείχνει και στην εποχή που σου δείχνει, ότι έχεις μπει ως θεατής κανονικά μέσα σε αυτόν τον κόσμο και από εκεί και πέρα παρακολουθείς το τι συμβαίνει; Όχι ότι βλέπεις κάποιους που φόρεσαν τις στολές τους και παριστάνουν τώρα ότι βρίσκονται στη Ρωσία, την Ελβετία, την Αυστρία, την Ελλάδα και στις αρχές του 19ου αιώνα;



Μα δεν ήταν το μπάτζετ αρκετό για να δημιουργηθούν οι συνθήκες μιας πιο πειστικής αναπαράστασης; Μα είναι το μεγαλύτερο λάθος να συγκρίνουμε μια ελληνική ταινία τέτοιου βεληνεκούς με μεγάλες υπερπαραγωγές του εξωτερικού; Μα δεν τη συγκρίνουμε με αυτές. Αλλά να βλέπεις μια μεγάλη αίθουσα με τίποτα άλλο μέσα της από ένα γραφείο και τον Μέτερνιχ καθισμένο μπροστά του χρόνια ατέλειωτα, να ραδιουργεί με Άγγλους πρέσβεις και άλλα διαβολικά όντα, καθώς κάνουν διαβολικές γκριμάτσες, δεν βοηθά ιδιαίτερα στην πειστικότητα. Το να πειστείς ότι ο άλλος κάθεται στο αληθινό του γραφείο δεν απαιτεί πακτωλούς χρημάτων. Το να δείχνεις το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821 με τον Κολοκοτρώνη και τριάντα φουστανελάδες από πίσω του να ωρύονται χοροπηδώντας σε ένα πλάνο ούτε πέντε δευτερολέπτων, δεν βοηθά ιδιαίτερα στην πειστικότητα. Και δεν αποτίεις φόρο τιμής στην Επανάσταση, που όντως λόγω μπάτζετ δεν μπορείς να δείξεις, αλλά την ευτελίζεις έτσι, την γελοιοποιείς, δεν δείχνεις κάτι πατριωτικά ανυψωτικό, δείχνεις κάτι κραυγαλέα γελοίο. Το να δείχνεις τις αντιμαχόμενες φατρίες στο Ναύπλιο έτοιμες να σφαχτούν η μια με την άλλη, καθώς πάρα πολύ μοχθηρά έρχονται φουριόζοι από αντίθετες πλευρές σαν οπαδοί της ΑΕΚ και του ΠΑΟΚ στην πεζογέφυρα του Πανθεσσαλικού, μέχρι που συναντώνται στην μέση, ο Καποδίστριας τους λέει μην τσακώνεστε, όλοι αδέλφια είμαστε και αμέσως μονιάζουν, δεν βοηθά ιδιαίτερα στην πειστικότητα. Το να ζητά ο Καποδίστριας από τους κοτζαμπάσηδες να δώσουν λεφτά για τον αγώνα και να σηκώνεται ο Μιχάλης Ιατρόπουλος – Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης βροντοφωνάζοντας «Να δώσουμεεε;;;» με έναν στόμφο και έναν τονισμό φωνής σαν να βρίσκεται στην καρδιά της σάτιρας, δεν βοηθά ιδιαίτερα την πειστικότητα. Σκετσάκια, παρωδιακά ή μη, θυμίζουν αυτά, όχι κινηματογραφική ταινία εποχής και υποτίθεται αξιώσεων.




Kι ας πάμε και στο περιεχόμενο. Πάρα πολλές κινηματογραφικά βιογραφίες είναι κεκαλυμμένα αγιογραφίες. Πάρα πολλές βιογραφίες δείχνοντάς μας και λιγότερο επαινετές πλευρές του ήρωα ή της ηρωίδας καταλήγουν τελικά στην ανάδειξη του ακαταμάχητου μεγαλείου τους. Ακόμα κι έτσι όμως, με αυτό το λίγο, με αυτό το ενδεχομένως προσχηματικό ή παραπειστικό, βρίσκουν μια κάποια ισορροπία, πετυχαίνουν να μην το παρακάνουν, πετυχαίνουν να μην κάνουν τον θεατή να τσινίσει. Εδώ όχι μόνο δεν υπάρχει τίποτα το κεκαλυμμένο στην αγιογράφηση του Καποδίστρια, αλλά οριακά και τίποτα το μεταφορικό στην αγιοσύνη του. Όπως οριακά παραμένει και μόνο πολιτικά -και όχι και κυριολεκτικά- μεσσιανική φιγούρα, καθώς όταν πρωτοφτάνει στο Ναύπλιο ως Κυβερνήτης, μια γυναίκα του πηγαίνει το άρρωστο μωρό της για να το θεραπεύσει, λες και έχουμε μπει στη Μεγάλη Εβδομάδα και βλέπουμε κάθε βράδυ στην τηλεόρασή μας τον «Μπάρμπα Γιάννη από τη Ναζαρέτ». Από εκεί και πέρα, πολλά θα μπορούσε να πει κανείς για τις εμφανίσεις της Παναγίας, αλλά αν κάτι σώζει συγκριτικά την απεικόνιση του μεταφυσικού στοιχείου στον «Καποδίστρια» είναι η απεικόνιση του ερωτικού που είναι μερικές σκάλες πιο cringe, το οποίο πάλι όμως με τη σειρά του σώζεται συγκρινόμενο με την απεικόνιση των ερώτων στον αξεπέραστο «Καζαντζάκη».



Ωραία όλα αυτά (ή ίσως όχι), αλλά ο πρόλογος του κειμένου περί αυτοεικόνας τι σχέση είχε; Την εξής: είτε την πρώτη είτε την δεύτερη εκδοχή πάρουμε, οι ενθουσιασμένοι με τον «Καποδίστρια» θεατές κουμπώνουν εντελώς σε μια ιδέα περί Ελλάδας και Ελλήνων, με την οποία έχουμε νοτιστεί όλοι μας από μικρά παιδιά. Η ταινία μάς αναμεταδίδει μια αντίληψη, που δεν μπορείς να την χαρακτηρίσεις ούτε αντιδραστική ούτε μισαλλόδοξη, μια αντίληψη όμως δομικά αυτάρεσκη. Εμείς οι Έλληνες είμαστε τόσο καλοί, τόσο σωστοί, τόσο στη σωστή πλευρά της Ιστορίας, πάντα κυνηγημένοι και ποτέ κυνηγοί, πάντα αδικημένοι και ποτέ άδικοι. Μια αυτοερωτική εθνική εξιδανίκευση, στην οποία δεν είναι καθόλου αντιφατικό ότι μπαίνουν μέσα και τα αιώνια σαράκια της φυλής: μόνο μεταξύ μας να μην φαγωνόμαστε γαμώτο. Γιατί δεν είναι αντιφατικό; Γιατί ακριβώς είναι συλλογικά ως Έλληνες που δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε οι κακοί. Μας πηγαίνει πάντα πίσω η αλληλοφαγωμάρα από την μια και οι ξένοι που μας επιβουλεύονται από την άλλη. Ειδάλλως ποιος μας έπιανε. Ειδάλλως μας άξιζαν τα καλύτερα και τα ωραιότερα, γιατί, μην το κρύβουμε, είμαστε οι σπουδαιότεροι, απόγονοι άλλωστε τριών αρχαίων πολιτισμών. Από τη σχολική εκπαίδευση έως τα δελτία ειδήσεων και τον επίσημο λόγο κάθε φορά που αναφέρεται σε εθνικά θέματα, από τους πανηγυρικούς στις εθνικές επετείους των Προέδρων της Δημοκρατίας έως την συγκίνηση καθηγητών γυμνασίου που διδάσκουν Ιστορία με ένα λυγμό στη φωνή, μάθαμε ότι ήμασταν πάντα οι καλοί και οι σωστοί.
Αν υπήρχε ένας τρόπος ο Καποδίστριας να έκανε ένα άλμα σχεδόν διακοσίων χρόνων μπροστά και να έβλεπε τη συγκίνηση και την ανάταση που προκαλεί ο συγκεκριμένος «Καποδίστριας», η συγκεκριμένη ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, θα ένιωθε άραγε δικαιωμένος; Αυτή την Ελλάδα οραματιζόταν; Του δόθηκε η πατρίδα που πόθησε; Από την άλλη, αν έκανε αυτό το άλμα, θα το έκανε εκ των πραγμάτων μην έχοντας προλάβει να δει καθόλου σινεμά, βλέποντας την ως την πρώτη του ταινία. Τότε ενδεχομένως, ναι, να του κλωτσούσε λιγότερο.


