Με τον τρίτο κύκλο να ολοκληρώνεται πριν από μερικές ημέρες, το Industry αποτέλεσε μία από τις αρτιότερες τηλεοπτικές παραγωγές των τελευταίων ετών αν και πέρασε κάτω από το ραντάρ τόσο των κριτικών όσο και των τηλεθεατών. Δεν θα έπρεπε όμως: όντας συμπαραγωγή του HBO και του BBC, η σειρά έφερε την κορυφαία σφραγίδα ποιότητας που μπορεί να υπάρξει στη σύγχρονη τηλεόραση. Έστω κι έτσι όμως, η εκπομπή ανανεώθηκε και για έναν τέταρτο κύκλο και θα έχει την ευκαιρία να κερδίσει ακόμα μεγαλύτερο κομμάτι ενός ανήσυχου τηλεοπτικού κοινού.

Η σειρά αφορά τον χρηματιστηριακό κόσμο εστιάζοντας στους εργαζόμενους στην Pierpoint, μία μεγάλη (μυθοπλαστική) επενδυτική τράπεζα στο Λονδίνο α λα Morgan Stanley ή Goldman Sachs. Η πλοκή επικεντρώνεται σε μια ομάδα νεοσύλλεκτων χρηματιστών που επιδιώκουν αρχικά να κερδίσουν μια μόνιμη θέση στην εταιρία, και αντανακλά το απάνθρωπα ανταγωνιστικό και τοξικό κλίμα που επικρατεί, αναδεικνύοντας τις μηχανορραφίες και την προδοσία όχι απλά ως modus operandi, αλλά ως μορφή τέχνης, ως έναν αναπόφευκτο μονόδρομο για την επιβίωση και ταυτόχρονα ως έναν φορέα εκτόνωσης των συμπλεγμάτων και της δυσλειτουργικότητας που ο καθένας τους κουβαλάει.

Ο πρώτος κύκλος είναι και ο πιο αδύναμος, μεταξύ άλλων και επειδή οι κεντρικοί χαρακτήρες είναι και πιο ανώριμοι, πιο νεαροί και άγουροι. Έτσι, αυτό αντανακλάται στις υπερβολικά πολλές σκηνές σεξ και ναρκωτικών, ακολουθώντας τα κλισέ γύρω από το lifestyle των νέο-γιάπηδων. Όμως ακόμα κι έτσι, η σειρά βρίσκει τα εκφραστικά μέσα να εμβαθύνει, βρίσκει το αφηγηματικό ύφος να ξεφύγει από τα τετριμμένα και να προσδώσει μια πιο γωνιώδη οπτική γωνία. Ακόμα και μία φαινομενικά κλισέ σκηνή, όπως δύο άτομα που σνιφάρουν κοκαΐνη στην τουαλέτα ενός κλαμπ, αποκτάει μία διάσταση ιεροτελεστική, αναδεικνύεται ως ένα είδος εξομολογητηρίου, το μοναδικό μέρος που αναγκαστικά προσφέρεται για οικειότητα σε ένα τόσο ανταγωνιστικό περιβάλλον.  

 

 

Πολλοί θα σκεφτούν ότι η σειρά αποτελεί μία κριτική κατά του ανεξέλεγκτου καπιταλισμού, κατά της απληστίας της κερδοσκοπίας, κατά της θεοποίησης του χρήματος. Αυτή όμως είναι μονάχα η μία όψη του νομίσματος και αν ήταν η μοναδική οπτική, δεν θα έκανε τη σειρά να ξεχωρίζει από πολλές άλλες. Εδώ όμως τα πράγματα πηγαίνουν πιο βαθιά. Μέρος της ερμηνείας του όλου φαινομένου είναι η κατανόηση της σαγήνης του, και δεν αναφέρομαι απλά και μόνο στα λεφτά. Το να μπορείς να διαμορφώνεις σωστές και κερδοφόρες επενδυτικές στρατηγικές σημαίνει να έχεις γνώσεις μακροοικονομίας, διεθνούς πολιτικής, γεωστρατηγικής, σημαίνει να μπορείς να αφομοιώνεις νέα στοιχεία και λεπτομέρειες σε real time, σημαίνει εν ολίγοις να ερμηνεύεις έναν σύνθετο κόσμο.

Κι αν νιώθεις ότι μπορείς να ερμηνεύσεις αυτόν τον κόσμο, ελπίζεις ότι ανήκεις σε αυτόν, ότι δεν είσαι ξένος, ότι έχεις ένα σπίτι. Έτσι, οι ευφυείς αλλά τρομερά ευάλωτοι νεαροί πρωταγωνιστές του Industry προβάλλουν τα πολύπλοκα ψυχικά τους τραύματα στον εργασιακό τους χώρο, προσπαθώντας να βρουν κάποιου είδους επιβράβευση ή γαλήνη μέσω της ερμηνείας αυτού του κωδικοποιημένου χάρτη που ονομάζεται διεθνής οικονομία. Όσο προχωράμε προς τη δεύτερη και τρίτη σεζόν λοιπόν, η σειρά αφήνει περισσότερο χρόνο στην ανάπτυξη των χαρακτήρων, στο υπόβαθρο που συντέλεσε στο ψυχολογικό τους προφίλ και πώς αυτό επιδρά στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τη δουλειά και τις διαπροσωπικές σχέσεις, την ικανότητά τους (ή μη) να ανοιχτούν και να εμπιστευτούν.

 

 

Παράλληλα, θίγεται ουσιαστικά και το θέμα της κοινωνικής τάξης, ιδιαίτερα εφ’ όσον η σειρά λαμβάνει χώρα στο Λονδίνο, σε μία κοινωνία που εξακολουθεί να είναι δομημένη ταξικά. Η ανώτερη τάξη μπορεί να λειτουργήσει τόσο θετικά (προνόμια, επαφές, πρόσβαση σε χρήμα), όσο και αρνητικά εφόσον μιλάμε για έναν χώρο ναι μεν ανελέητα ανταγωνιστικό αλλά και ταυτόχρονα αξιοκρατικό. Όλοι μπορούν να μαχαιρώσουν πισώπλατα, οι πληβείοι μπορούν να μετατραπούν σε πατρίκιους σε μια στιγμή, κάτι που προσθέτει ένταση και δυνατότητες στην πλοκή, άλλη μία πρόκληση για τις τραυματισμένες ψυχικά προσωπικότητες, άλλο ένα άγχος.

Οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές, οι διάλογοι έξυπνοι, η σκηνοθεσία προσεγγίζει νατουραλιστικά την αφήγηση. Αν και οι περισσότεροι από τους πρωταγωνιστές είναι νεαροί και όχι ιδιαίτερα γνωστοί, κάθε σεζόν έχει και έναν γκεστ σταρ που προσδίδει μία νέα ενδιαφέρουσα διάσταση (εξαιρετικοί σε αυτό τον ρόλο ο Τζέι Ντουπλάς στον δεύτερο κύκλο και ο Κιτ Χάρινγκτον στον τρίτο).

Το Industry ίσως δεν είναι για όλους αλλά είναι μια ευφυής και ολοκληρωμένη πρόταση που θίγει πολλά και επίκαιρα ερωτήματα. Την ίδια στιγμή, σε όσους αρέσει το ψυχόδραμα, είναι μια σκληρή σπουδή πάνω στο συναισθηματικό τραύμα και το πώς αυτό μπορεί να αποτελέσει όπλο ή κίνητρο.