«Δυο έφηβοι κατηγορούνται ότι δολοφόνησαν τη μητέρα τους, με τις λεπτομέρειες του εγκλήματος να παραπέμπουν στον μύθο της Ηλέκτρας και του Ορέστη. Αντίθετα με τη μυθολογία όμως, εδώ τον ρόλο της δικαιοσύνης κρατούν όχι οι θεοί αλλά οι άνθρωποι, που αποδεικνύονται ανήμποροι να συνθέσουν την αλήθεια»: Το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, στο πλαίσιο του εορτασμoύ των 70 χρόνων του, ένωσε τις δυνάμεις του με την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου και με την ευγενική χορηγία της ΔΕΗ, για τη δημιουργία μιας ταινίας που αντλεί την έμπνευσή της από την Ηλέκτρα του Σοφοκλή. Μέρος του επιτυχημένου κύκλου Contemporary Ancients, που φέτος ανοίγεται και στην τέχνη του κινηματογράφου, η διάρκειας 50 λεπτών ταινία σε σενάριο Παναγιώτη Χριστόπουλου, θα αποτελείται από 7 κεφάλαια, το καθένα σκηνοθετημένο από διαφορετικό/ή σκηνοθέτη/τιδα. Επτά διακεκριμένες και διακεκριμένοι δημιουργοί, με συμμετοχές σε κινηματογραφικά φεστιβάλ εντός και εκτός Ελλάδος, επιλέχθηκαν ώστε να εκπροσωπούν το ευρύ φάσμα της σύγχρονης ελληνικής κινηματογραφίας και να συμβάλουν με τη δική τους ματιά σ’ αυτή την πρωτότυπη κινηματογραφική σκυταλοδρομία. Είναι (με αλφαβητική σειρά) οι: Αλέξανδρος Βούλγαρης, Σοφία Εξάρχου, Νεριτάν Ζιντζιρία, Χριστίνα Ιωακειμίδη, Μπάμπης Μακρίδης, Αργύρης Παπαδημητρόπουλος και Ελίνα Ψύκου. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε το «Ηλέκτρα 7», το οποίο θα προβληθεί στις 18 Ιουλίου στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου.

Με την ευκαιρία αυτή είχαμε τη χαρά να θέσουμε κοινές ερωτήσεις στις σκηνοθέτιδες και τους σκηνοθέτες της ταινίας:

Πριν ξεκινήσετε τα γυρίσματα, συμφωνήσατε μεταξύ σας σε ορισμένες βασικές παραμέτρους, ώστε να υπάρχει μια σχετική ενότητα ύφους και ατμόσφαιρας, ή αποφασίσατε να το αφήσετε πολύ πιο ελεύθερο, επιδιώκοντας ακριβώς την ποικιλομορφία στη σκηνοθετική προσέγγιση; Το γεγονός ότι θα συνεργαστείτε με διαφορετικούς διευθυντές φωτογραφίας και μοντέρ, είναι μια ένδειξη προς τη δεύτερη κατεύθυνση;

Αλέξανδρος Βούλγαρης: Η ουσία του εγχειρήματος ήταν ακριβώς να τονιστεί ο διαφορετικός τρόπος προσέγγισης που έχει ο κάθε ένας από εμάς διατηρώντας παράλληλα μια σχετική συνοχή.

Σοφία Εξάρχου: Αρχικά, συζητήσαμε όλοι μαζί το σενάριο, μοιραστήκαμε σκέψεις και ιδέες και ανακαλύψαμε μερικά συνδετικά στοιχεία — σαν ένα είδος συνομιλίας μεταξύ των κεφαλαίων. Δουλέψαμε μαζί τόσο στις οντισιόν όσο και στο ρεπεράζ, καθώς είχαμε κοινούς ηθοποιούς και χώρους. Στη συνέχεια, στο στάδιο της τελικής προετοιμασίας και στα γυρίσματα, κάθε σκηνοθέτης δούλεψε μόνος του, με τον δικό του διευθυντή φωτογραφίας — που ήταν διαφορετικός — αλλά και με τους υπόλοιπους συντελεστές, που ήταν κοινοί. Στο πρώτο στάδιο του μοντάζ, ο κάθε σκηνοθέτης δούλεψε με διαφορετικό μοντέρ. Στη συνέχεια όμως, συνεργαστήκαμε όλοι μαζί για την τελική σύνθεση της ταινίας — το τελικό μοντάζ — που ήταν μια πολύ ιδιαίτερη και πρωτόγνωρη εμπειρία.

Νεριτάν Ζιντζιρία: Νομίζω πως η ίδια η φύση της ανάθεσης μας ώθησε σε έναν ελεύθερο και αντισυμβατικό τρόπο δουλειάς. Δεν επιδιώξαμε τόσο την ομοιογένεια αλλά αντιθέτως, η ταινία λειτούργησε ως πρόταση πάνω στη συνεργασία: ένα είδος ορχηστρικού συμφωνικού έργου, χωρίς το άγχος της σεναριακής συνέχειας και συνέπειας. Οι πρώτες συζητήσεις ήταν κυρίως αναγνωριστικές, γύρω από τη ματιά του καθενός, ενώ η πιο ουσιαστική ζύμωση ξεκίνησε στο μοντάζ. Εκεί, σε αυτή τη φάση, δημιουργήθηκε μια ιδιαίτερη χημεία και έτσι αυτό που προέκυψε είναι ένα πολυκυτταρικό, συλλογικό αποτέλεσμα φιλτραρισμένο μέσα από τη μοναδικότητα του κάθε εμπλεκόμενου – κάτι για το οποίο είμαι πολύ χαρούμενος.

Χριστίνα Ιωακειμίδη: Επιδιώξαμε την ποικιλομορφία στη σκηνοθετική προσέγγιση. Αυτή άλλωστε ήταν μία από τις προκλήσεις που με τράβηξαν σε αυτό το project: πώς θα καταφέρουμε να δημιουργήσουμε ένα ενοποιημένο αποτέλεσμα χωρίς να θυσιάσουμε την ιδιαίτερη ματιά του καθενός. Απαραίτητη προϋπόθεση ήταν να είμαστε διατεθειμένοι να εμπλακούμε σε μια δημιουργική διαδικασία που απαιτούσε ευελιξία, και ανοιχτό μυαλό και κυρίως εμπιστοσύνη στους υπόλοιπους συνεργάτες. Αλλά κακά τα ψέματα, ρωτήστε και τους πραγματικούς ήρωες αυτού του εγχειρήματος, τους μοντέρ που ανέλαβαν στην πράξη να ενοποιήσουν τα «οράματα μας…», τους μοναδικούς: Γιώργο Μαυροψαρίδη και Στάμο Δημητρόπουλο. Φυσικά, όλο αυτό αποτελεί ένα πείραμα, και το αν το καταφέραμε θα το κρίνει το κοινό.

Μπάμπης Μακρίδης: H ποικιλομορφία ήταν το ζητούμενο. Θέλαμε ο καθένας να φέρει τη δική του ματιά, το δικό του ύφος και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την αφήγηση. Δεν υπήρξε κάποια αυστηρή συμφωνία για ενιαία ατμόσφαιρα ή κοινό σκηνοθετικό λεξιλόγιο. Αντίθετα, μας ενδιέφερε πολύ το πώς αυτές οι διαφορετικές προσεγγίσεις, στιλιστικά, αφηγηματικά αλλά και τεχνικά θα μπορούσαν τελικά να συνυπάρξουν και να δημιουργήσουν ένα πλούσιο και πολυεπίπεδο αποτέλεσμα. Το γεγονός ότι συνεργαστήκαμε με διαφορετικούς διευθυντές φωτογραφίας και μοντέρ, σαφώς ενισχύει αυτή την επιλογή. Ήταν μια συνειδητή απόφαση που ενίσχυσε την ελευθερία μας, χωρίς να θυσιάζεται η συνοχή του τελικού έργου.

Αργύρης Παπαδημητρόπουλος: Εγώ πάντα πίστευα ότι πρέπει να συμφωνήσουμε σε όσο λιγότερα γίνεται. Να μην προσπαθήσουμε να υπάρχει μια αισθητική, αφηγηματική και υφολογική ομοιογένεια, ώστε κανένας να μην παγιδευτεί σε κάτι που θα τον οδηγούσε σε περιορισμούς ή στο να χάσει την φόρα του, το στυλ του ή οτιδήποτε μπορεί να χαθεί μέσα σε συμβιβασμούς.

Ελίνα Ψύκου:  Ήταν ξεκάθαρο από την αρχή πως κάθε σκηνοθέτης θα ακολουθήσει τη δική της / του γραμμή και πως ο στόχος είναι η ανάδειξη της ιδιαιτερότητας του ύφους και όχι η ομογενοποίηση. Αυτή ήταν άλλωστε και η πρόκληση και το ενδιαφέρον στοιχείο στο όλο εγχείρημα. Το μόνο που ουσιαστικά συμφωνήσαμε να έχουμε ως κοινά ήταν κάποιες/οι ηθοποιοί και κάποιοι χώροι.

Πώς είναι να στηρίζετε ένα όραμα που δεν ήταν δικό σας και να πατάτε πάνω σε ένα σενάριο άλλου, στο οποίο δεν είχατε εμπλοκή; Το βρήκατε στην πράξη περισσότερο απελευθερωτικό, περισσότερο περιοριστικό, ή δεν έκανε κάποια διαφορά; Συμφωνείτε ή διαφωνείτε με την άποψη ότι το σενάριο είναι ένας τομέας στον οποίο θα μπορούσε ίσως να δώσει μεγαλύτερη έμφαση ο νεότερος ελληνικός κινηματογράφος; Σε κάθε περίπτωση, μήπως εδώ υπάρχει μια εναλλακτική πρόταση για δημιουργία κι άλλων ελληνικών ταινιών μελλοντικά, σε ένα παρόμοιο πρότυπο, όχι βέβαια συνσκηνοθετικά, αλλά πάνω σε ιδέες ή και ολοκληρωμένα σενάρια τρίτων, τα οποία ο/η σκηνοθέτης/τιδα θα έρθει να υιοθετήσει, συνδιαμορφώσει, κάνει και δικά του;  

Αλέξανδρος Βούλγαρης: Δεν συμφωνώ με την άποψη που λέει ότι το πρόβλημα του ελληνικού κινηματογράφου είναι το σενάριο. Το πρόβλημά του είναι ότι σταθερά παλεύει για την ύπαρξή του. Αν συγκρίνεις το ελληνικό σινεμά με το σινεμά μιας άλλης χώρας θα πρέπει να είναι μια χώρα με σχεδόν μηδενική πολιτική γύρω από τον σύγχρονο πολιτισμό. Στην Αυστραλία στις αρχές του ’70 έφτιαξαν ένα κινηματογραφικό σύστημα που αφορούσε σχολή, ταινιοθήκη και χρηματοδοτικά προγράμματα και που από την σχεδόν μηδενική κινηματογραφική παραγωγή της δεκαετίας του ’60 έφτασε σε 3 χρόνια την Αυστραλία να είναι ανταγωνιστική με χώρες με τεράστια κινηματογραφική παράδοση όπως η Αμερική και η Γαλλία. Τρόπος υπάρχει, έχει ξαναγίνει και κάποιος μπορεί να μελετήσει το πώς έγινε και να το ξανακάνει.

Σοφία Εξάρχου: Στην αρχή, δυσκολεύτηκα λίγο μέχρι να ανακαλύψω τι είναι αυτό που συγκινεί εμένα σε αυτή την ιστορία – και πιο συγκεκριμένα στο μέρος που θα σκηνοθετούσα. Όταν το ανακάλυψα, ανακουφίστηκα και δούλεψα πιο συγκεκριμένα προς αυτή την κατεύθυνση, σε συνεργασία με τον σεναριογράφο της ταινίας, Παναγιώτη Χριστόπουλο. Ναι, ήταν μια απελευθερωτική διαδικασία – σίγουρα πιο απλή και πιο ξεκούραστη. Μπήκα στο project, αφού είχε ολοκληρωθεί η χρηματοδότηση, κατευθείαν στο στάδιο της προπαραγωγής, σε αντίθεση με τις δικές μου ταινίες, στις οποίες μπαίνω από τα αρχικά στάδια και συμμετέχω σε όλη τη διαδικασία του development και της χρηματοδότησης – μια διαδικασία που είναι ιδιαίτερα χρονοβόρα και απαιτητική. Με προβληματίζει αυτή η συζήτηση για το σενάριο, που επαναλαμβάνεται χωρίς βαθύτερη σκέψη, ανάλυση και ουσιαστικό διάλογο. Με προβληματίζει, γιατί στον art house κινηματογράφο – σε όλο τον κόσμο και φυσικά όχι μόνο στην Ελλάδα – στις περισσότερες περιπτώσεις το σενάριο γράφεται από τον ίδιο τον σκηνοθέτη ή σε συνεργασία με κάποιον σεναριογράφο. Αρκετές φορές, επαναλαμβάνεται η ερώτηση, γιατί οι Έλληνες σκηνοθέτες δεν αναθέτουν σε κάποιον σεναριογράφο τη συγγραφή των σεναρίων τους ή γιατί δεν παίρνουν «έτοιμα» σενάρια. Προσωπικά, δεν πιστεύω ότι μπορώ να το κάνω αλλιώς. Θεωρώ ότι για να ανακαλύψω και να σχηματίσω βήμα βήμα ένα ολόκληρο σύμπαν, να δημιουργήσω τους χαρακτήρες που θα το κατοικήσουν, να ανακαλύψω και να χτίσω όλες τις μικρές και μεγάλες στιγμές τους – το υπαρξιακό τους ταξίδι – θα πρέπει να είμαι μαζί τους από την αρχή αυτής της διαδικασίας, που είναι η συγγραφή του σεναρίου.

Νεριτάν Ζιντζιρία: Το ζητούμενο είναι πάντα η οργανική σχέση, το πώς το ένα συμπληρώνει το άλλο σε βαθμό αδιαχώριστο. Δεν θα έλεγα, λοιπόν, πως όταν δουλεύω πάνω σε ένα σενάριο άλλου, δεν έχω εμπλοκή. Βέβαια, αυτή είναι η πρώτη φορά που σκηνοθετώ ένα μη δικό μου σενάριο και ενδεχομένως να αποτελεί μια πολύ καλή αφετηρία μιας και η συνεργασία μου με τον Παναγιώτη Χριστόπουλο, ήταν εποικοδομητική, στηριγμένη στη φυσική περιέργεια και των δύο για τα ανθρώπινα ένστικτα και την ορμή της εκδίκησης. Το σενάριο αποτελεί για μένα θεμέλια αρχή της κινηματογραφικής εμπειρίας, ασχέτως εάν μια ταινία αποτελεί πρωτίστως ατμόσφαιρα. Το πόσο κάποιος σέβεται το σενάριο ή πως θα μπορούσε να το σεβαστεί καλύτερα, το αφήνω στη κρίση του. Αν κάτι έχει νόημα να κρατήσουμε από αυτή την εμπειρία, είναι αυτή η ιδιαίτερη ζύμωση με τους άλλους δημιουργούς και η συνδιαμόρφωση ιδεών και σεναριακών ευρημάτων. Κι αυτό το θεωρώ, ειλικρινά, μια πολλά υποσχόμενη πρόταση για το μέλλον.

Χριστίνα Ιωακειμίδη: Για εμένα, ήταν πολύ απελευθερωτικό το να στηρίζω ένα όραμα που δεν ήταν δικό μου και να πατάω πάνω σε ένα σενάριο άλλου. Αλλά και πάλι αυτό έγινε υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Πρόκειται για ένα θέμα που αποτελεί βασική θεματική με την οποία καταπιάνομαι συχνά, δηλαδή την πολυπλοκότητα των σχέσεων μεταξύ στενών οικογενειακών δεσμών και ειδικά όταν αυτοί έχουν υποστεί τραυματικές εμπειρίες. Μου ήταν πολύ οικείο και ήταν κάτι που ήθελα ιδιαίτερα να εξερευνήσω. Ταυτόχρονα, είχα εμπλοκή στο σενάριο, και συνεργάστηκα εξαιρετικά με τον Παναγιώτη Χριστόπουλο, τον σεναριογράφο μας, ο οποίος ήταν διαθέσιμος και πολύ αποτελεσματικός στο να επεξεργαστεί ιδέες, προτάσεις και αλλαγές, παρ’όλη την πρόκληση που είχε να αντιμετωπίσει του ότι έπρεπε να το κάνει αυτό με επτά διαφορετικούς σκηνοθέτες και μέσα σε ένα τρομερά πιεσμένο χρονικό περιθώριο. Σίγουρα υπάρχει αυτή η πρόταση για δημιουργία ταινιών σε προϋπάρχοντα σενάρια. Για εμένα πάντα υπήρχε. Το πρόβλημα δεν είναι στην έλλειψη προθέσεως ή στην έλλειψη ταλέντων και ικανών συναδέλφων, αλλά στον τρόπο που είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε σινεμά στην Ελλάδα, από άποψη προϋπολογισμού και έλλειψης ουσιαστικής στήριξης από την πολιτεία. Αλλά αυτή είναι μια άλλη κουβέντα που δεν χωράει εδώ…

Μπάμπης Μακρίδης:  Ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα διαδικασία. Το να δουλεύεις πάνω σε ένα σενάριο που δεν έχεις συνδιαμορφώσει από την αρχή, σίγουρα σε βγάζει από τη “ζώνη ασφαλείας” σου. Από τη μία, υπάρχει ένας περιορισμός, γιατί δεν έχεις χτίσει εσύ την ιστορία από το μηδέν αλλά από την άλλη αυτός ο “περιορισμός” μπορεί να λειτουργήσει και ως ελευθερία: σε απελευθερώνει από την ευθύνη της σύλληψης και σου επιτρέπει να εστιάσεις αποκλειστικά στο πώς θα ζωντανέψει οπτικά και σκηνοθετικά την ιστορία που σου έχει δοθεί. Δεν με ενόχλησε που δεν είχα εμπλοκή στη συγγραφή. Αντιθέτως, με προκάλεσε δημιουργικά. Μπήκα στον κόσμο κάποιου άλλου, αλλά έφερα τη δική μου οπτική. Υπάρχει ένα έντονο σκηνοθετοκεντρικό μοντέλο, όπου η έμφαση δίνεται περισσότερο στη φόρμα, στην ατμόσφαιρα και στο ύφος. Αυτό δεν είναι κακό, έχει φέρει πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα, αλλά ίσως αξίζει να δούμε τι θα γινόταν αν δίναμε λίγο περισσότερο χώρο και στο σενάριο ως αυτόνομο δημιουργικό πεδίο. Η εμπειρία αυτή  μας κάνει να σκεφτούμε πως ίσως υπάρχει πράγματι χώρος για έναν εναλλακτικό τρόπο παραγωγής ελληνικών ταινιών: με έτοιμα σενάρια ή ιδέες που δεν προέρχονται απαραίτητα από τους σκηνοθέτες, αλλά που μπορούν να λειτουργήσουν ως γόνιμη βάση για προσωπικές σκηνοθετικές προσεγγίσεις.

Αργύρης Παπαδημητρόπουλος: Η σκηνοθεσία δεν είναι υποχρεωτικά η αφήγηση μιας «δικής σου» ιστορίας, είναι ένα παιχνίδι που προσπαθείς να πεις μια ιστορία με τον δικό σου τρόπο, οπότε δεν είχα κανένα πρόβλημα να δουλέψω πάνω σε υλικό άλλου. Το κάνω συχνά. Μου αρέσει να γράφω, μου αρέσει να συνεργάζομαι και με άλλους στο σενάριο, αλλά χαίρομαι και με το να βρω κάτι έτοιμο και όμορφο, όπως αυτό.

Ελίνα Ψύκου: Ήταν μια ωραία εμπειρία, με δεδομένο όμως πως ο Παναγιώτης Χριστόπουλος που έγραψε το σενάριο ήταν σε άμεση επαφή μαζί μας και άρα όλες και όλοι νιώσαμε την ελευθερία να συζητήσουμε μαζί του ιδέες, σκέψεις και πιθανές αλλαγές. Οπότε το σενάριο δεν ήταν ένα κλειστό σύστημα, το οποίο κληθήκαμε να εκτελέσουμε. Υπήρχε δημιουργική ελευθερία που έκανε την εμπειρία να μοιάζει σαν μια εμπειρία προσωπικής ταινίας. Δεν πιστεύω πως ο νεότερος ελληνικός κινηματογράφος πάσχει από το σενάριο και πως άρα θα πρέπει να δοθεί έμφαση σε αυτό. Πιστεύω και γνωρίζω πως ο ελληνικός κινηματογράφος πάσχει από χρηματοδοτικούς πόρους και από θεσμικό όραμα. Όταν δεν υπάρχουν πόροι, τα σενάρια προσαρμόζονται στους υπάρχοντες πόρους, σκηνές κόβονται (πολλές φορές ακόμη πριν καν γραφτούν), χαρακτήρες και πλοκές δεν αναπτύσσονται γιατί δεν υπάρχουν αρκετές μέρες γυρίσματος για να τις καλύψουν, όλα γίνονται πιο απλά και πιο διαδικαστικά για να μπορούν να εξυπηρετηθούν. Θα πρέπει να καταλάβουμε πως τα σενάρια που βλέπουμε στις ταινίες πολύ συχνά δεν είναι τα σενάρια που έχουν γραφτεί (είναι τόσες οι φορές που τα σενάρια κόπηκαν 2 μήνες πριν το γύρισμα για να μπορέσουν τελικά να γυριστούν.). Και ούτε φυσικά η λύση είναι να γυρίζουμε ταινίες σε ένα χώρο με 2 ηθοποιούς. Προφανώς και υπάρχουν και σενάρια που μπορεί να γυριστούν με λίγους πόρους, αλλά δεν μπορείς να ξεκινάς με αυτό τον στόχο… Κατά τα άλλα φυσικά και θα ήταν ωραίο να αναπτυχθεί ο ρόλος του σεναριογράφου που δεν είναι και σκηνοθέτης, αλλά ακόμη και για αυτό χρειάζονται πόροι…

Μιας και πρόκειται για μία ταινία που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του εορτασμού των 70 χρόνων Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, ένα ερώτημα που έρχεται στο νου είναι το εξής: Έχετε εμπνευστεί ποτέ από συγκεκριμένες θεατρικές παραστάσεις; Και γενικότερα μιλώντας, υπάρχουν στοιχεία της θεατρικής συνθήκης που μεταφέρετε ή θα επιθυμούσατε να μεταφέρετε κάπως στις ταινίες σας; 

Αλέξανδρος Βούλγαρης: Περισσότερο θα έλεγα ότι μπορώ να βρω σχέσεις και επιρροές με έργα που κινήθηκαν ανάμεσα στον κινηματογράφο και το θέατρο. Τελευταία ενδιαφέρομαι πολύ για τις 14 ταινίες που έγιναν από το 1973 μέχρι το 1975 από το American Film Theater.

Σοφία Εξάρχου: Πολύ συχνά, θεατρικοί συγγραφείς και έργα με έχουν εμπνεύσει, κυρίως σε σχέση με τους χαρακτήρες και τις μεταξύ τους σχέσεις. Πολλές φορές επίσης, με έχει εμπνεύσει και η ίδια η θεατρική εμπειρία, που είναι αρκετά διαφορετική από την κινηματογραφική και συνομιλεί με έναν άλλο, ιδιαίτερο τρόπο με τον θεατή. Στην «Ηλέκτρα 7», συγκεκριμένα, δεν προσπάθησα να μεταφέρω στοιχεία της θεατρικής συνθήκης, καθώς θεωρώ ότι η πρόθεση αυτού του εγχειρήματος ήταν ακριβώς το αντίθετο – να απομακρυνθούμε όσο γίνεται από αυτή.

Νεριτάν Ζιντζιρία: Οι πιο καθοριστικές αναφορές μου, προέρχονται από τον κόσμο της αρχαίας τραγωδίας. Ο Αισχύλος, το οντολογικό ζήτημα που τα έργα του διαπραγματεύονται με τέτοια αποκρυσταλλωμένη διαύγεια. Δεν είναι τυχαίο που κάθε ταινία μυθοπλασίας που έχω γράψει, ξεκινάει με έναν θάνατο. Η απώλεια και το δυσβάσταχτο βάρος που αυτή αφήνει πίσω της, αποτέλεσαν από πολύ νωρίς, αφηγηματικά εργαλεία προκειμένου να συντάξω ένα θανατοκεντρικό σύμπαν, μέσα στο οποίο οι πλανήτες μου συγκρούονται αναλόγως. Και από πλευράς φόρμας όμως, έντονη επίδραση έχει ασκήσει το μεταδραματικό θέατρο, όπως και ο ασιατικός κανόνας της παραστατικότητας. Στοιχεία που έχουν επηρεάσει όχι μόνο την κίνηση της κάμεράς μου, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οργανώνω τα μοτίβα και την εσωτερική πληροφορία μέσα στο κάδρο. Θυμάμαι να αφιερώνω ώρες πάνω στο έργο του Άιναρ Σλέεφ, του Ταντέους Κάντορ, του σκηνογράφου Γιοχάνες Σχιύτς, του Σουζούκι και φυσικά, του δικού μας Θεόδωρου Τερζόπουλου.

Χριστίνα Ιωακειμίδη: Όχι, δεν έχω εμπνευστεί στο παρελθόν από θεατρικές παραστάσεις. Βλέπω το θέατρο και τον κινηματογράφο σαν δύο εντελώς διαφορετικά μέσα, με ξεχωριστά χαρακτηριστικά, τεχνικές και προσεγγίσεις στην αφήγηση. Το θέατρο, με τη ζωντανή παρουσίαση επί σκηνής, την άμεση αλληλεπίδραση με το κοινό και τη μοναδική ατμόσφαιρα που δημιουργεί, διαφέρει σημαντικά από τον κινηματογράφο, ο οποίος στηρίζεται στην εικόνα, τον ήχο και τη χρήση της τεχνολογίας, δημιουργώντας μια πιο πολύπλοκη και οπτικά εντυπωσιακή εμπειρία. Φυσικά, αυτό δεν αποκλείει τον δανεισμό από θεατρικά κείμενα ως πηγή έμπνευσης για κινηματογραφικό σενάριο, καθώς πολύ συχνά (όπως και στη δική μας περίπτωση) τα θεατρικά έργα εμπεριέχουν βαθιά εσωτερική ανάπτυξη των χαρακτήρων και δυνατές συγκρούσεις, στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν εξαιρετική αφετηρία για τη δημιουργία μιας κινηματογραφικής ιστορίας.

Μπάμπης Μακρίδης: Η αλήθεια είναι πως δεν είχα κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου. Πράγματα που έχω δει, που έχω διαβάσει, που έχω ακούσει, λειτουργούν πάντα υποσυνείδητα. Δεν ξεκινώ από μια ξεκάθαρη αναφορά, αλλά είμαι σίγουρος ότι κάποια επιρροή υπάρχει, έστω και ασυνείδητα. Η θεατρική συνθήκη έχει μια δύναμη που μπορεί να σε διαμορφώσει χωρίς να το καταλάβεις, η ένταση της παρουσίας, η σωματικότητα, η αμεσότητα. Αυτά είναι στοιχεία που με ενδιαφέρουν και στον κινηματογράφο, και ίσως, χωρίς να το επιδιώκω συνειδητά, να τα αναζητώ μέσα από τις σκηνοθετικές επιλογές που κάνω.

Αργύρης Παπαδημητρόπουλος: Η δική μου προσέγγιση ήταν να μείνω όσο πιο μακριά από το θέατρο γίνεται. Να μην προσπαθήσω να μελετήσω πως έχει γίνει η Ηλέκτρα στο παρελθόν, να βάλω συνθήκες από έναν κόσμο που δεν ξέρω. Το αντιμετώπισα σαν σενάριο, κάποιος θέλει να του μεταφέρω σε πλάνα αυτό το σενάριο και θα κάνω αυτό ακριβώς χωρίς να βάζω στον εαυτό μου το βάρος της ιερότητας του κειμένου ή του τόπου που θα παιχτεί για πρώτη φορά η ταινία.

Ελίνα Ψύκου: Δεν έχω εμπνευστεί άμεσα από ένα συγκεκριμένο έργο, αλλά σίγουρα το παράλογο σύμπαν του Μπέκετ είναι ένα σύμπαν που με έχει επηρεάσει βαθιά και έντονα και είναι ένα σύμπαν που με έμμεσους τρόπους αναπαράγω στις ταινίες μου και τους χαρακτήρες τους. Γενικότερα η θεατρική συνθήκη είναι μια συνθήκη που μεταφέρω συχνά στις ταινίες μου, είτε μέσα από την επιλογή των γενικών πλάνων και της μετωπικής θέσης της κάμερας, είτε μέσω της χρήσης των μονοπλάνων. Είναι μια συνθήκη που αρκετές φορές δημιουργεί μια συναισθηματική απόσταση, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως δεν μπορεί να επιφέρει μια άλλου τύπου συναισθηματική φόρτιση και συγκίνηση.

Βρίσκετε κάποιες αναλογίες ανάμεσα στη διερεύνηση του εγκλήματος που λαμβάνει χώρα στην ταινία και τη διερεύνηση του εγκλήματος των Τεμπών, αλλά και άλλων μεγάλων υποθέσεων, στις οποίες δεν μάθαμε τελικά ποτέ τι ακριβώς συνέβη; Τι πιστεύετε ότι κάνει τόσο περίπλοκη την εύρεση και ανάδειξη της αλήθειας; Θεωρείτε ότι είναι ένα φαινόμενο που απαντάται με ιδιαίτερη ένταση στην εποχή μας και τη χώρα μας ή ότι πρόκειται για μια δυσκολία που διατρέχει τις εποχές και τις κοινωνίες;

Αλέξανδρος Βούλγαρης: Δεν ένιωσα κάποια σχέση μεταξύ των δυο περιπτώσεων. Στη δική μας ταινία μια αστυνομικός προσπαθεί να βγάλει άκρη γύρω από το έγκλημα. Η υπόθεση των Τεμπών χαρακτηρίζεται από μια συγκάλυψη ευθυνών από την κυβέρνηση και τα όργανά της.

Σοφία Εξάρχου: Δεν μπορώ να βάλω τίποτα στην ίδια πρόταση με το έγκλημα στα Τέμπη. Το μυαλό μου δεν μπορεί ακόμη να συλλάβει – και να αντέξει – αυτό που συνέβη στο τραγικό δυστύχημα και όλα όσα ακολούθησαν. Θέλω να αποδοθεί δικαιοσύνη, όπως την περιμένουν πρώτα απ’ όλα οι συγγενείς των θυμάτων – και μαζί τους, ολόκληρη η ελληνική κοινωνία.

Χριστίνα Ιωακειμίδη: Δεν το είχα σκεφτεί καθόλου προηγουμένως. Ίσως γιατί, όπως προανέφερα, η δική μου ματιά είχε περισσότερο να κάνει με τις ενδοοικογενειακές σχέσεις και τις διαπροσωπικές δυναμικές. Αυτό που κάνει ιδιαίτερα δύσκολη την εύρεση της αληθινής εικόνας, φαντάζομαι, είναι το γεγονός ότι αυτοί που έχουν την εξουσία συχνά ελέγχουν το αποτέλεσμα, διαμορφώνοντας την πραγματικότητα κατά το συμφέρον τους. Ναι είναι ένα φαινόμενο που απαντάται διαχρονικά και αυτή η ανισότητα διαρκώς επανεμφανίζεται. Ωστόσο, όσο πιο δημοκρατική και ελεύθερη είναι μια χώρα, τόσο περισσότερο μειώνεται αυτή η διαφορά, και τόσο πιο δίκαιες γίνονται οι συνθήκες για όλους. Η απάντηση λοιπόν, όσον αφορά τη χώρα μας, δυστυχώς, είναι αυτονόητη.

Μπάμπης Μακρίδης: Η διερεύνηση ενός εγκλήματος, είτε φανταστικού είτε πραγματικού, έχει πάντα στο επίκεντρό της την αλήθεια ή καλύτερα, τη δυσκολία της ανάδειξής της. Στην ταινία, όπως και στην πραγματικότητα, δεν είναι ποτέ αυτονόητο ότι η αλήθεια θα φανερωθεί. Χρειάζεται κόπος, επιμονή, και τις περισσότερες φορές συγκρούεται με συμφέροντα, σιωπές, φόβους. Στην περίπτωση των Τεμπών αυτό που συγκλονίζει είναι ακριβώς το πώς μια ολόκληρη κοινωνία παλεύει να καταλάβει τι συνέβη, ποιος φταίει, πού σταματά η αμέλεια και πού αρχίζει η συγκάλυψη. Το πιο δύσκολο είναι πάντα η ηθική διάσταση της αλήθειας. Να ειπωθεί και να ακουστεί. Αυτό είναι κάτι που ξεπερνά την εποχή ή τη χώρα. Είναι ένα βαθιά ανθρώπινο πρόβλημα. Η εποχή μας, βέβαια, έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες: τη διάχυση της πληροφορίας, την ταχύτητα με την οποία ξεχνιούνται γεγονότα, τη σύγχυση ανάμεσα στο πραγματικό και στο “επικοινωνιακό”. Όλα αυτά κάνουν την ανάδειξη της αλήθειας ακόμα πιο περίπλοκη. Η τέχνη παραμένει ουσιαστική γιατί δεν δίνει απαντήσεις, αλλά επιμένει να θέτει ερωτήματα. Και το να θέτεις ερωτήματα με ειλικρίνεια σε μια εποχή που κυριαρχεί η αμφισημία και η αποπροσανατολιστική φλυαρία είναι ήδη μια πολιτική πράξη.

Αργύρης Παπαδημητρόπουλος: Όχι. Τουλάχιστον δεν το σκέφτηκα εγώ

Ελίνα Ψύκου: Η αναζήτηση της αλήθειας είναι ένα διαχρονικό ζήτημα που προφανώς όμως στις σύγχρονες κοινωνίες, η ποσότητα και η πολυπλοκότητα της πληροφορίας το έχουν κάνει ακόμη πιο σύνθετο. Όπως και να ‘χει, η αλήθεια δεν είναι μία, είναι πολλές, όσες οι διαφορετικές οπτικές, οι διαφορετικοί άνθρωποι, τα διαφορετικά συμφέροντα, οι διαφορετικές σχέσεις εξουσίας. Είμαι όμως πλέον σίγουρη πως σε αρκετές περιπτώσεις οι άνθρωποι δεν θεωρούν πως λένε ψέματα ή δεν λένε συνειδητά ψέματα. Αντιθέτως, είναι πεπεισμένοι για τη δική τους αλήθεια, την οποία υπερασπίζονται τόσο δημόσια, όσο και το βράδυ στο κρεβάτι τους, σαν τελευταία σκέψη πριν κλείσουν τα μάτια τους. Η ψευδαίσθηση μιας αλήθειας είναι αρκετή για να κρατήσει κάποιους ανθρώπους ζωντανούς.

Info:

Ηλέκτρα 7 σε παγκόσμια πρεμιέρα στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου για τα 70 χρόνια Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου