Τα βιβλία συχνά έρχονται και σε συναντούν σε φάσεις περίεργες. Συναντήσεις που μπορεί να αποβούν μοιραίες, συγκλονιστικές για τη ζωή σου ή εύκολα προσπεράσματα δύο τυχαίων προσώπων που σε εκείνη τη δεδομένη στιγμή δεν είχαν τίποτα απολύτως να πουν. «Περιφερόμαστε τη νύχτα και καταναλωνόμαστε από τη φωτιά», μια φράση που ήρθε σαν πυγολαμπίδα και φώλιασε στο μυαλό μου, μια φράση που «παίζει» σαν κάποιου είδους μάντρα διαρκώς στο μυαλό της 60χρονης κεντρικής ηρωίδας και αφηγήτριας της ιστορίας του βιβλίου Αρκτικός της Ιωάννας Ντούμπρου.

“In girum imus nocte et consumimur igni” μια ιδέα που υπογραμμίζει με τον πλέον λυρικό τρόπο την επιτακτική ανάγκη να αποφεύγουμε τη ρουτίνα και την απραξία, αλλά να εστιάζουμε κατά το δοκούν στην απόλαυση και την ένταση της στιγμής. Ο θάνατος, ως συνεχώς παρούσα πραγματικότητα, ως κίνητρο για να ζήσουμε με πάθος.

Μια γυναίκα και ένας άντρας, ένα αγαπημένο ζευγάρι, αν και φαινομενικά αταίριαστο, αποφασίζουν στα εξήντα τους ένα ταξίδι με ένα παγοθραυστικό στον Αρκτικό Κύκλο. Ένα ταξίδι τρέλας και εσωτερικής αναζήτησης που η ηρωίδα μας αφηγείται με έναν ιδιότυπο τρόπο, διανθισμένο με πτυχές προσωπικών σκέψεων και στοχασμών. Προσωπικές αφετηρίες και γνωστικοί δρόμοι που διανοίγουν σε οικουμενικές εκτάσεις με κοινό παρονομαστή την αγωνία για το αν η ζωή μας αφήνει ένα ουσιαστικό ίχνος.

 

 

Πολλές οι στιγμές που διαβάζοντας το βιβλίο σας ένιωσα πως πρόκειται για μια προσωπική κατάθεση. Γράφετε κυρίως για εσάς ή πάντα στο μυαλό σας υπάρχει ο τελικός αναγνώστης;

Γράφω κυρίως για μένα. Νομίζω ότι αν αρχίσω να σκέφτομαι πώς θα εκλάβει το κείμενό μου ο αναγνώστης, θα χάσω το δικό μου, κι αυτό που θα δημιουργηθεί, θα είναι τεχνητό, μη αληθινό. Η αυθεντικότητα είναι, όμως, αυτό που με ενδιαφέρει. Ας πούμε, ο «Αρκτικός» εμπεριέχει πλήθος μη μυθοπλαστικών στοιχείων: την ιστορία μιας εξερευνητικής αποστολής στον Αρκτικό Κύκλο, την ιστορία της εξαφάνισης ενός πλοίου. Αν δεν έγραφα όπως ήθελα αυτές τις δύο ιστορίες που τόσο με συνεπήραν, αν έλεγα «καλύτερα να είμαι σύντομη για να μην κουράσω», δεν θα ήμουν συνεπής προς τον εαυτό μου και προς την ηρωίδα μου.

Η Ιωάννα Ντούμπρου έχει επιμεληθεί όπως η ηρωίδα της ένα Μουσείο εαυτού; Αν ναι θέλετε να μοιραστείτε κάποια από τα εκθέματά σας;

Ω, ναι. Τα πράγματα του Μουσείου της ηρωίδας μου –όλα δηλαδή  τα αντικείμενα που είναι σημαντικά για εκείνη–, βρίσκονται σ’ ένα κουτί στο γραφείο μου. Τα εκθέματα του δικού μου Μουσείου είναι σκόρπια μες στο σπίτι. Μερικά από αυτά: ένα πλαστικό παπάκι ηλικίας 23 ετών˙ ένα ζωγραφισμένο κόκαλο αρνιού που μου χάρισε ένας Γάλλος ζωγράφος˙ μια μάσκα θαλάσσης που βρήκα στον βυθό της θάλασσας, όταν σκεφτόμουν ότι χρειάζομαι μεγαλύτερη μάσκα˙ μια φωτογραφία του γιου μου όταν ήταν γύρω στα πέντε – γελάει πονηρά στον φακό σαν να λέει «η ζωή είναι ένα παιχνίδι, μην την παίρνεις τόσο σοβαρά»˙ ένας τσίγκινος ταξιδιώτης με τη βαλίτσα στο χέρι που πρέπει να τον κουρδίσεις για να περπατήσει (αλλά έχω χάσει το κλειδί)˙ ένα πολυγωνικό δαχτυλίδι που με ενοχλεί λίγο όταν το φοράω, αλλά μου θυμίζει να είμαι συνειδητή.

Νιώθετε να ταυτίζεστε με την ηρωίδα σας;

Σε μεγάλο βαθμό, ναι. Έχουμε πολλά κοινά. Την αγάπη για το journaling, την παιδικότητα, την περιέργεια και τη δίψα για μάθηση. Θέλω μεγαλώνοντας να καταφέρω να διατηρήσω αυτά τα χαρακτηριστικά όπως εκείνη, και να μην αφήσω τις δυσκολίες της ζωής να με καταβάλλουν.

Μιλήστε μου λίγο για τη διαδικασία γραφής του βιβλίου. Φαίνεται να έχετε κάνει αρκετή έρευνα σε ζητήματα που θίγετε – αναφορές και παραθέσεις κειμένων.

Μου αρέσει να εξερευνώ και να ανακαλύπτω πράγματα, οπότε η έρευνα ήταν ένα από τα πιο ευχάριστα μέρη της συγγραφής του βιβλίου. Όταν την ολοκλήρωσα και ξεκίνησα να γράφω τον «Αρκτικό», αντιμετώπισα το κείμενο διαφορετικά από ότι τη «Βορινή Παραλία». Ξυπνούσα το πρωί κι έλεγα «τι έχω όρεξη να γράψω σήμερα;» και ο εαυτός μου απαντούσε «τι λες να ασχοληθούμε μ’ αυτό το θέμα;» – έγραφα εντελώς διαισθητικά, όχι γραμμικά. Βέβαια, όταν ήρθε η ώρα να βάλω σε σειρά τα σκόρπια κεφάλαια, ήταν μεγάλος πονοκέφαλος. Θυμάμαι ότι είχα τοποθετήσει τις σελίδες των κεφαλαίων στο πάτωμα και τους άλλαζα θέσεις. Κάποια στιγμή, τα κομμάτια βρήκαν τη θέση τους και αυτό ήταν.

O λεκτικός πλούτος της γλώσσας των Ινουίτ σας απασχολεί σε κάποιες σελίδες. Ένα σαγηνευτικό κομμάτι που προσωπικά θαύμασα. Πώς βλέπετε σήμερα τη γλώσσα της νέας γενιάς;

Θα ήταν μάλλον άδικο να συγκρίνω τη γλώσσα των νέων με τη γλώσσα των Ινουίτ. Η γλώσσα των Ινουίτ είναι βαθιά συνδεδεμένη με τη φύση, την κοινότητα και την εκτίμηση της ύπαρξης. Η γλώσσα των νέων είναι αρκετά επηρεασμένη από την τεχνολογία και τα κοινωνικά δίκτυα – πράγμα λογικό. Εμπεριέχει αρκετές ξένες λέξεις, συχνά προσαρμοσμένες στα ελληνικά, και εκφράζει σύγχρονες ανησυχίες. Ας πούμε, το κριντζάρισμα έχει άμεση σχέση με το γεγονός ότι κρίνουμε και κρινόμαστε συνεχώς, και αυτό μας κάνει να αισθανόμαστε ενίοτε αμηχανία και ντροπή. Θα μου άρεσε όμως να είχαμε και αισιόδοξες λέξεις όπως το «nuannaarpoq», που στα Ινουίτ θα πει «να απολαμβάνεις στο έπακρο το γεγονός ότι είσαι ζωντανός».

 

 

H φύση, το περιβάλλον, ζητήματα που σας απασχολούν στην ιστορία σας. Ανησυχείτε για το μέλλον του πλανήτη μας; Πιστεύετε ότι ίσως υπάρξει κάποια ελπίδα για αποφυγή ενός δυστοπικού μέλλοντος;

Παραδέχομαι ότι δεν είμαι πολύ αισιόδοξη αυτή τη στιγμή. Νιώθω σαν να περπατάμε μέσα σε τούνελ. Προσωπικά κάνω ό,τι μπορώ. Οι μικρές καθημερινές πράξεις μας είναι σημαντικές, αλλά πρέπει να υπάρξουν πιο αυστηρές δεσμεύσεις σε επίπεδο κυβερνήσεων.

Η ιστορία σας, η ηρωίδα σας εστιάζει ιδιαίτερα στη μεταμορφωτική ιδιότητα του χρόνου δια μέσου μιας εσωτερικής, εκ βαθέων αναζήτησης. Του κέντρου μας. Όπως η εξαίρετη ιδέα του λαβύρινθού σας. Τελικά ο άνθρωπος αποκτά σοφία μεγαλώνοντας; Πλησιάζει την αρχική του δομική ύλη;

Πιστεύω ότι ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει σοφία μεγαλώνοντας, αλλά αυτή δεν είναι μια αυτόματη διαδικασία. Ο χρόνος από μόνος του δεν οδηγεί στη σοφία· μπορεί να γεράσεις και να είσαι ανώριμος. Ένας τρόπος να τα καταφέρεις είναι να είσαι ανοιχτός και να μπορείς να μάθεις από τα λάθη σου και τις εμπειρίες που έχεις βιώσει. Πώς το καταφέρνεις αυτό; Νομίζω με τον αναστοχασμό. Αν γίνεις ο παρατηρητής της ίδιας σου της ζωής, μπορείς να έρθεις πιο κοντά σε αυτό που πραγματικά είσαι. Αυτό προσπαθεί να κάνει και η ηρωίδα μου με το ημερολόγιο και τον τρόπο που καταγράφει και επεξεργάζεται τις εμπειρίες της. Να βαδίσει τον δικό της δρόμο που θα την οδηγήσει στο κέντρο της.