Η Iida Turpeinen έχει δημιουργήσει διεθνή ντόρο γύρω από το όνομά της λόγω του ιδιόμορφου βιβλίου της Έμβια Όντα, ένα υβρίδιο ιστορικής και βιογραφικής έρευνας, μυθοπλασίας που χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη μελαγχολία καθώς καταγράφει τη διαδικασία εξαφάνισης των ειδών αλλά και την προώθηση της επιστημονικής γνώσης από τον δέκατο όγδοο αιώνα μέχρι σήμερα.
Η Φινλανδή συγγραφέας ήρθε για δύο μέρες στην Ελλάδα με αφορμή το πρόγραμμα «Συγγραφείς του κόσμου ταξιδεύουν στο Μέγαρο» του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης. Την συνάντησα στο roof garden ενός κεντρικού ξενοδοχείου της Αθήνας και αν και ήμουν η τελευταία συνέντευξη της ημέρας, έδειχνε γεμάτη όρεξη και ενθουσιασμό. Ενδεχομένως να είχα στο μυαλό μου το κλισέ μίας απόμακρης ή έστω ιδιαίτερα συγκρατημένης Σκανδιναβής, αλλά στην πραγματικότητα μου φάνηκε ζεστή και χαμογελαστή, μία ευφυής νεαρή συγγραφέας που απολαμβάνει την εξέλιξη της νεοσύστατης ακόμη καριέρας της.
Πόσο θολά είναι τα όρια μεταξύ της ιστορικής έρευνας και της μυθοπλασίας όταν επιχειρεί κάποιος να αναβιώσει γεγονότα για τα οποία δεν γνωρίζουμε και πολλά;
Όταν κάνεις έρευνα δεν γεμίζεις τα κενά, γράφεις αυτά που γνωρίζεις και αφήνεις κενό οτιδήποτε άλλο. Όταν γράφεις μυθοπλασία έχεις την υπέροχη άδεια να γεμίζεις αυτά τα κενά, να φαντάζεσαι πώς θα σκεφτόταν ένας άνθρωπος εκείνη τη χρονική περίοδο, υπό αυτές τις συνθήκες. Η κανονική μου δουλειά παραμένει εκείνη της διδακτορικής ερευνήτριας, αλλά ένιωθα την ανάγκη για μια διαφορετική προσέγγιση. Η δύναμη της λογοτεχνίας έγκειται στη δυνατότητα να φανταστείς τα βιώματα κάποιου άλλου. Αλλά για μένα σημαντικό επίσης ήταν η δυνατότητα να επεκτείνω αυτή τη φαντασία όχι μόνο για τους ανθρώπους αλλά για τα ζώα, να αποδώσω την θαλάσσια αγελάδα του Στέλερ όχι ως αντικείμενο που παρατηρούν οι άνθρωποι αλλά ως κανονικό χαρακτήρα του βιβλίου που βιώνει και αυτή συναισθήματα και εμπειρίες, κάτι που συχνά απαξιώνεται από πολλούς λόγω μιας εντελώς ανθρωπομορφικής αντίληψης για τη λογοτεχνία. Αλλά ένας από τους βασικούς ρόλους της λογοτεχνίας είναι το να εμπνεύσεις την ενσυναίσθηση, να δεις τον κόσμο από τα μάτια κάποιου άλλου, και θεωρώ ότι είναι ηθικά κατακριτέο το να αποκλείουμε τα ζώα από αυτόν τον κύκλο ενσυναίσθησης.

Ουσιαστικά απαντήσατε εν μέρει και στη δεύτερη ερώτησή μου, που είναι: τι είναι πιο σημαντικό σε ένα τέτοιου είδους βιβλίο, η φαντασία του συγγραφέα που γεμίζει τα κενά ώστε να προβάλλει το δικό του όραμα ή το να παραμείνει εντός των στενών ορίων των γεγονότων;
Για μένα και τα δύο. Αρχικά ξεκίνησα με τα γεγονότα, γιατί ήθελα να μάθω τι ακριβώς είχε συμβεί, έτσι βασίστηκα στην αρχειακή έρευνα.
Όμως αυτό μπορεί να σας φτάσει μονάχα μέχρι ένα σημείο.
Ακριβώς, από εκεί ξεκινάει η φαντασία και ο συνδυασμός έρευνας και μυθοπλασίας. Αυτό δίνει ιδιαίτερο νόημα για μένα στη συγγραφή αυτού του βιβλίου, η δυνατότητα να παίξω και με τα δύο και η αλήθεια είναι ότι μερικές φορές είναι δύσκολο να πεις πού τελειώνει το ένα και αρχίζει το άλλο.
Είναι όντως δύσκολο άρα να βρεις τη διαχωριστική γραμμή.
Είναι πράγματι δύσκολο. Όταν με ρωτάνε τι ήταν αληθινό και τι όχι, απαντάω ότι η βασική μου αρχή είναι να αποδώσω πιστά όλα τα βασικά γεγονότα και τους κεντρικούς χαρακτήρες ως πραγματικούς ανθρώπους στον βαθμό που μπόρεσα να τους μελετήσω και να τους γνωρίσω μέσα από τα ημερολόγια και τις επιστολές τους ή την ευρύτερη πολιτισμική ιστορία της περιόδου. Από εκεί μπορώ να χτίσω με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση χρησιμοποιώντας την φαντασία μου.
Γιατί υπάρχει και η αντίθετη προσέγγιση που λέει ότι εφόσον δεν γίνεται να γνωρίζουμε ποτέ ακριβώς τι σκέφτονταν, τότε σημασία έχει να προβάλλω εγώ ως συγγραφέας το δικό μου όραμα, να θέσω τα ερωτήματα που εμένα απασχολούν.
Νομίζω ότι επειδή αναφέρομαι σε υπαρκτούς χαρακτήρες έχω την ευθύνη να σεβαστώ το ύφος και τις απόψεις τους, στον βαθμό βεβαίως που μπορώ να τα εντοπίσω. Από την άλλη σίγουρα χρησιμοποιώ αυτούς τους πραγματικούς ανθρώπους, ώστε να μιλήσω για την ιστορία της επιστήμης και να σχολιάσω διάφορα ζητήματα.

Υπάρχει μια υποβόσκουσα μελαγχολία που αποπνέει το κείμενο, ένας θρήνος για την αλλαγή στον φυσικό κόσμο και την εξαφάνιση των ειδών. Έχω όμως δίκιο που διακρίνω επίσης και έναν θαυμασμό στο πρωτοποριακό πνεύμα των εξερευνητών και την περιέργεια των επιστημόνων που προωθούν τα όρια της ανθρώπινης γνώσης; Μήπως αυτά τα δύο πάνε μαζί;
Γράφω για την εξαφάνιση των ειδών, κάτι πολύ θλιβερό. Δεν με νοιάζει να αναδείξω «κακούς» αλλά να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι έκαναν ό,τι έκαναν ανάλογα με τις συνθήκες και κατανόησα τα κίνητρα όλων των χαρακτήρων που μελέτησα. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν αρκετοί αξιέπαινοι χαρακτήρες στο βιβλίο, όπως ο ίδιος ο Στέλερ, που έμεινε πιστός στις αρχές του, κάτι που τελικά του κόστισε τη ζωή, μεταξύ άλλων προστάτευε και τους αυτόχθονες της περιοχής. Σε κάθε περίπτωση προσπαθώ να μην εξιδανικεύω τους χαρακτήρες αλλά να τους αποδίδω όσο πιο σφαιρικά γίνεται.
Γίνεται όμως να προωθούμε τα όρια της γνώσης χωρίς να απειλούμε τη φύση;
Νομίζω ότι η ίδια η επιστήμη είναι αντιφατική υπό αυτή την οπτική γωνία. Η ίδια η έννοια της προόδου είναι περίπλοκο ζήτημα, αλλά ας μην επεκταθούμε σε αυτό. Όμως αυτό που πιστεύω ότι είναι υπέροχο σχετικά με την επιστήμη είναι ότι όταν οι επιστήμονες αντιλαμβάνονται ότι οι πράξεις τους προκαλούν κακό, τότε προσπαθούν να τις διορθώσουν. Γι’ αυτό και ήθελα να γράψω το μέρος εκείνο του βιβλίου που έχει σχέση με το μουσείο και τη συλλογή των αυγών, διότι μεταξύ άλλων ήταν και ένα παράδειγμα του ότι μόλις συνειδητοποίησαν ότι η πρακτική αιώνων που εφάρμοζαν έκανε κακό, αποφάσισαν να την διακόψουν και να βρουν έναν άλλο τρόπο δράσης. Τα μουσεία φυσικής ιστορίας παντού είναι μια μαρτυρία της τόσο άγριας βίας που έχουμε διαπράξει προς τα ζώα. Εργάζομαι ως ερευνητική συγγραφέας στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας στο Ελσίνκι και μπορώ να σας πω ότι έχοντας μελετήσει τα αρχεία, αρχεία γεμάτα κόκαλα και ιστούς και όχι τα παραδοσιακά αρχεία που είχα συνηθίσει ως φοιτήτρια ανθρωπιστικών σπουδών, ότι είναι ουσιαστικά μια αποθήκη αίματος και βίας.
Άλλη μια δύσκολη ερώτηση τώρα, σας είπα πριν ξεκινήσω ότι θα θέσω δύσκολες ερωτήσεις…
Όχι παρακαλώ συνεχίστε, οι ερωτήσεις σας είναι εξαιρετικές.
Πιστεύετε ότι υπάρχει λύση στο πρόβλημα της κλιματικής κρίσης; Όλοι γνωρίζουμε τι πρέπει να γίνει αλλά οι πολίτες φαίνεται ότι δίνουν περισσότερη σημασία στην βραχυπρόθεσμη οικονομική ασφάλεια και επιβίωση αντί για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα. Μπορεί αυτό να αναστραφεί;
Αυτό είναι και ένα από τα μοτίβα που επαναλαμβάνονται στο βιβλίο. Για παράδειγμα αυτό που έγινε στην Αλάσκα, όπου το εξαντλητικό κυνήγι τις φώκιας τελικά τους χρεοκόπησε, ενώ αν είχαν μια πιο προσεγμένη προσέγγιση, η Αλάσκα θα ανήκε ακόμα στη Ρωσία. Νομίζω ότι το να μάθουμε να σκεφτόμαστε μακροπρόθεσμα είναι κάτι που πρέπει απολύτως να επιδιώξουμε με κάθε τρόπο. Αν με ρωτάτε αν υπάρχει ελπίδα, απαντάω ότι η ίδια η διαδικασία συγγραφής του βιβλίου με γέμισε περισσότερο με ελπίδα. Γιατί πριν ξεκινήσω την έρευνα σκεφτόμουν ότι ενώ γνωρίζουμε τα όρια της φύσης, λειτουργούμε λες και αυτό δεν μας νοιάζει, άραγε αυτό σημαίνει ότι είμαστε εκ φύσεως αδιάφοροι; Όμως διαβάζοντας τις μαρτυρίες από τον 18ο αιώνα συνειδητοποίησα ότι τότε οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονταν ακόμα ότι οι φυσικοί πόροι είναι πεπερασμένοι, είχαν συνηθίσει στην ιδέα ότι η φύση είναι ανεξάντλητη και δεν γνώριζαν ότι είχαν τη δυνατότητα να απειλήσουν ολόκληρα οικοσυστήματα. Τώρα πια μεν γνωρίζουμε, αλλά η κληρονομιά αυτής της σκέψης εξακολουθεί να επικρατεί υποσυνείδητα. Βρισκόμαστε σε μια ιστορική καμπή όπου πρέπει να επεξεργαστούμε εκ νέου τα συστήματα σκέψης μας γύρω από αυτό και πιστεύω ότι είναι μια ενδιαφέρουσα πρόκληση και με γεμίζει ελπίδα. Αν κοιτάξουμε την ιστορία έχουμε αλλάξει τόσα πολλά συστήματα διακυβέρνησης, οικονομίας, κοινωνικής δομής. Ο ρόλος των γυναικών για παράδειγμα, τα τελευταία εκατό χρόνια έχουμε αναθεωρήσει επαναστατικά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον ρόλο της γυναίκας. Μπορούμε να αλλάξουμε, το έχουμε κάνει πολλές φορές.
Δεν είναι όμως στη φύση της δημοκρατίας να εξαρτάσαι από τις ψήφους και άρα για τα διάφορα κόμματα να ενδίδουν στις βραχυπρόθεσμες απαιτήσεις του κόσμου; Δεν είναι αυτός ένας διαρκής κύκλος που δύσκολα σπάει;
Αν δούμε όμως τις δημοσκοπήσεις, σε ολόκληρο τον πληθυσμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 85% δήλωσε πρόθυμο για δράση έναντι της κλιματικής κρίσης. Άρα η βούληση του κόσμου υπάρχει. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι οι δημοκρατίες δεν έχουν προβλήματα ή δεν είναι ευάλωτες. Στη Φινλανδία για παράδειγμα μιλούσαμε διαρκώς για τη βιοποικιλότητα και την κλιματική αλλαγή, αλλά τώρα μιλάμε μόνο για τον πόλεμο. Αλλά τα ζητήματα τους φυσικού περιβάλλοντος παραμένουν το ίδιο επείγοντα. Τελικά όμως υπάρχει εναλλακτική λύση; Τουλάχιστον στην Φινλανδία οι νέες γενιές νιώθουν έντονα την πίεση του ζητήματος της κλιματικής κρίσης. Θέλει χρόνο ακόμα αλλά πλησιάζουμε στην κρίσιμη καμπή που η συναίσθηση του επείγοντος θα κυριαρχήσει. Έχω ελπίδα ότι θα φτάσουμε σύντομα σε αυτό το σημείο. Θα μπορούσα να είμαι πεσιμίστρια αλλά αρνούμαι, επιλέγω την αισιόδοξη όψη.
Μήπως την εποχή του “drill baby, drill”, δεν είναι καλό το τάιμινγκ για αισιοδοξία;
Το τάιμινγκ είναι τέλειο, γιατί αν δεν αντισταθείς στον πεσιμισμό, ο κόσμος φαντάζει θλιβερός. Στο βιβλίο που γράφω τώρα αναφέρομαι στον 19ο αιώνα, όταν υπήρχε η ίδια αντίληψη ότι έρχονται μεγάλες αλλαγές και οι συντηρητικές δυνάμεις είχαν τον έλεγχο, αλλά αυτό που είναι υπέροχο με τον 19ο αιώνα είναι ότι οι άνθρωποι είχαν την πεποίθηση ότι μπορούν να βελτιωθούν, να τα πάνε καλύτερα, να χτίσουν κάτι καινούριο. Ενώ τώρα δεν υπάρχει αυτή η πεποίθηση, κάτι που βρίσκω πολύ επικίνδυνο. Πρέπει να μπορούμε να φανταζόμαστε ένα καλύτερο μέλλον, αλλιώς απλά προετοιμαζόμαστε για το χειρότερο και αυτό είναι που τελικά θα προκαλέσει ένα δυστοπικό μέλλον. Είναι συνειδητή μου επιλογή να παραμένω αισιόδοξη. Επίσης, πολλοί μου λένε για το ζήτημα της βιοποικιλότητας ότι δεν έχει νόημα να κάνουμε κάτι, ότι έχουμε χάσει τη μάχη. Όμως αυτό δεν ισχύει. Σε μια μελέτη επιστημόνων υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, υπολόγισαν ότι αν έχουμε τη συλλογική βούληση, τότε μπορεί να αντιστραφούν πλήρως οι συνέπειες της πληγωμένης βιοποικιλότητας σε μόλις δέκα χρόνια. Είναι λοιπόν ζήτημα πολιτικής βούλησης. Πρέπει να θυμόμαστε ότι μπορούμε να κάνουμε πολλά πράγματα αν το θελήσουμε.

Με προλάβατε, θα ρωτούσα για το επόμενο βιβλίο σας στο οποίο αναφερθήκατε. Μπορείτε να επεκταθείτε λίγο;
Φυσικά. Ο τρόπος που σκέφτομαι είναι ο εξής: αναζητώ συχνά διάφορα παράξενα περιστατικά από την ιστορία που μου τραβάνε το ενδιαφέρον. Έτσι, τράβηξε την προσοχή μου μία από τις μεγαλύτερες επιστημονικές απάτες του 19ου αιώνα που και πάλι είχε σχέση με ζώα και την βρήκα τρομερά συναρπαστική. Είναι διασκεδαστικό να γράφεις για μια κομπίνα, γιατί είναι γοητευτικό κάποιος που μπορεί να κοροϊδεύει ολόκληρο τον κόσμο και να τον κάνει να πιστεύει απίστευτα πράγματα.
Και επίκαιρο νομίζω;
Απολύτως! Αν και μιλάμε για τον 19ο αιώνα νιώθω ότι αφορά πολύ την σύγχρονη εποχή, γιατί θίγει το ερώτημα του τι είδους γνώση είναι αξιόπιστη και πώς ένα έξυπνο αφήγημα μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνο σε λάθος χέρια. Θα ακολουθήσω την ίδια προσέγγιση, θα πέσω με τα μούτρα στα αρχεία και θα κάνω έρευνα. Είμαι πολύ τυχερή που βρήκα πραγματικά συναρπαστικούς χαρακτήρες. Θέλω να κατανοήσω τι ήταν αυτό που έκανε αυτή την ιδέα να ακουστεί τόσο πειστική. Γιατί αν την ακούσουμε σήμερα, ακούγεται εντελώς γελοία: ενώ στον αγγλόφωνο κόσμο επιχειρούσαν να φτιάξουν τηλέγραφο με τη χρήση του ηλεκτρισμού, στη Γαλλία κάποιοι είχαν την ιδέα να φτιάξουν κάτι αντίστοιχο με βάση τον μαγνητισμό των ζώων, και πιο συγκεκριμένα χρησιμοποιώντας ζωντανά σαλιγκάρια! Αυτό είναι γεγονός, όχι πλάκα. Διάβασα άρθρο σε γαλλική εφημερίδα της δεκαετίας του 1850 που έλεγε ότι στο μέλλον θα επικοινωνούσαμε μέσω σαλιγκαριών! Φαίνεται απίστευτο αλλά αν σκεφτεί κάποιος τις συνθήκες της εποχής, όταν δηλαδή τα μαγνητικά πεδία και ο ηλεκτρομαγνητισμός είχαν αναπτυχθεί για πρώτη φορά σαν επιστημονικές ιδέες και αυτές δημιούργησαν με τη σειρά τους μια μόδα αποκρυφισμού με τις εφημερίδες να προωθούν κάθε είδους ιδέες, τότε αντιλαμβάνεσαι πώς βρέθηκε ένας τύπος που εκμεταλλεύτηκε τις συνθήκες και έβγαλε τόσα πολλά λεφτά. Η αλήθεια είναι πως έχοντας αφιερώσει εφτά χρόνια σε μια τόσο μελαγχολική ιδέα, όπως αυτή της εξαφάνισης των ειδών, ήθελα να ασχοληθώ με κάτι ελαφρύτερο, πιο διασκεδαστικό. Και είναι ένα θέμα με διάφορες προεκτάσεις, που συνδέεται με την σοσιαλιστική ουτοπία της εποχής στο Παρίσι και πολλά άλλα.
Τελευταία ερώτηση: Ποιες είναι οι επιρροές σας, δεδομένου ότι κανένας δεν γράφει σε κενό;
Είναι τόσο πολλές, αφού έκανα το μεταπτυχιακό μου στη συγκριτική λογοτεχνία και μελέτησα ολόκληρο τον δυτικό κανόνα. Αλλά η απάντησή μου σχετικά με τις επιρροές μου στη συγγραφή αυτού του βιβλίου είναι λίγο παράξενη: είχα δυσκολευτεί να βρω τον τόνο και το ύφος που μου ταίριαζε και έτυχε να διαβάζω πολλές επιστημονικές διατριβές από τον 18ο και 19ο αιώνα, πολύ πριν υπάρξει αυτός ο απόλυτος διαχωρισμός ανάμεσα στην επιστήμη και τη λογοτεχνία ώστε π.χ. σήμερα γνωρίζεις αμέσως ότι διαβάζεις ένα επιστημονικό άρθρο ή γνωρίζεις με βεβαιότητα ότι διαβάζεις ένα μυθιστόρημα. Τότε όμως αυτό δεν ίσχυε, πολλά επιστημονικά κείμενα χρησιμοποιούσαν λογοτεχνική γλώσσα, για παράδειγμα έχω μια υπέροχη συλλογή γεωλογικής ποίησης. Αντίστοιχα, πολλές επιστημονικές διατριβές παλιότερων εποχών διαβάζονται σαν υπέροχα μυθιστορήματα με θέμα τη φύση, και όλο αυτό μου έδωσε τεράστια έμπνευση. Μία δεύτερη επιρροή, και γνωρίζω ότι αυτό προφανώς δεν λέει πολλά στο ελληνικό κοινό, ήταν η σύγχρονη φινλανδική ποίηση. Ήθελα να γράψω για την επιστήμη με ποιητική γλώσσα και στη σύγχρονη φινλανδική ποίηση συναντάει κάποιος μια τόσο όμορφη χρήση ήχου και ρυθμού. Έτσι, ο συνδυασμός των δύο αυτών επιρροών αμέσως ένιωσα ότι μου ταιριάζει. Αλλά σε κάθε περίπτωση η ποίηση είναι το χαρούμενο μέρος στο οποίο πάντοτε καταφεύγω.
Η αλήθεια είναι ότι διαισθάνθηκα μια μελωδία στο κείμενο.
Απόλυτα! Όταν γράφω βρίσκω δικούς μου ρυθμούς στον βαθμό που ο άντρας μου καταλαβαίνει ότι γράφω για το βιβλίο μου λόγω των ρυθμικών ήχων από το πληκτρολόγιο. Αν και αυτό υποτίθεται ότι χάνεται συνήθως στη μετάφραση, μου έχουν πει ότι σε αρκετές μεταφράσεις έχει επιβιώσει, για το οποίο και χαίρομαι.
