Υπάρχουν στιγμές που ο άνθρωπος, μπροστά στο αδιέξοδο, στρέφεται σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο. Όχι απαραίτητα από πίστη, αλλά από ανάγκη. Εκεί, ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία, μια υπόσχεση γεννιέται που δεν απευθύνεται μόνο στο θείο, αλλά και στον ίδιο μας τον εαυτό: το τάμα. Με αφετηρία αυτή τη βαθιά ανθρώπινη παρόρμηση, ο Γιώργος Χριστοδούλου επιστρέφει με την παράσταση «Τάμα», ένα έργο που ακουμπά πάνω σε βιώματα, μνήμες και συλλογικές εμπειρίες μέσα στον χρόνο. Μέσα από πραγματικές μαρτυρίες και μια σκηνική γλώσσα που συνδυάζει λόγο, μουσική και σώμα, η παράσταση ανοίγει έναν διάλογο για όσα ζητάμε όταν δεν έχουμε πια τίποτα άλλο να κρατηθούμε.

Τι είναι τελικά αυτό που μας κάνει να υποσχόμαστε; Και τι είμαστε διατεθειμένοι να δώσουμε, όταν ζητάμε ένα θαύμα;

Η παράσταση «Τάμα» ξεκινά από μια πολύ βαθιά ανθρώπινη ανάγκη. Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε αρχικά σε αυτό το θέμα;

Όταν τύχαινε από παιδί να πηγαίνω σε εκκλησίες, πάντα μου έκαναν εντύπωση τα τάματα. Παρατηρούσα την ανάγλυφη εικόνα τους. Από μία οπτική έχουν κάτι το παιδικό. Αλλά αυτά τα μεταλλικά αντικείμενα κρύβουν από πίσω μία ιστορία. Εκφράζουν κάποια προσδοκία. Μορφοποιούν την ανάγκη. Αποφάσισα να γράψω αυτό το έργο, γιατί με συγκινεί η εικόνα των συσσωρευμένων ταμάτων στις εκκλησίες. Πόσοι άνθρωποι, διαφορετικοί, άλλων εποχών, συναντιούνται μέσα απ’ αυτήν την πράξη, η οποία μέχρι και σήμερα επιβιώνει. Στα δικά μου μάτια δεν είναι μόνο μία πράξη πίστης. Εκφράζει την ανάγκη να αφεθούμε κάποιες στιγμές στη φροντίδα και την προστασία κάποιου άλλου. Το δικαίωμα να σταματήσουμε να προσπαθούμε. Να σηκώσουμε τα χέρια ψηλά. Νιώθω πως όλοι οι άνθρωποι βιώνουν ή θα βιώσουν τέτοιες στιγμές στη ζωή τους. Κάποιοι απ’ αυτούς κάνουν ένα τάμα.

Στην παράσταση η έννοια του τάματος αντιμετωπίζεται περισσότερο ως υπαρξιακή χειρονομία παρά ως θρησκευτική. Για εσάς τι είναι τελικά ένα τάμα;

Μία υπαρξιακή χειρονομία που διατηρεί σχεδόν πάντα το ερώτημα: «Με ακούς; Υπάρχεις; Είμαι μόνος;». Δεν κάνουν τάμα μόνο όσοι είναι σίγουροι για την πίστη τους. Κάποιοι τη διαμορφώνουν μέσα απ’ αυτήν τη διαδικασία. Και βέβαια, όσοι άνθρωποι υπάρχουν, τόσες διαφορετικές αποχρώσεις αποκτά αυτή η πράξη. Έχει να κάνει με την προσωπική αντίληψη για το θείο και γενικά τη σχέση με το υπερβατικό.

photo: Θοδωρής Φράγκος
photo: Θοδωρής Φράγκος

Το έργο κινείται ανάμεσα στην πίστη, τη δεισιδαιμονία και τη θυσία. Σας ενδιέφερε να φωτίσετε περισσότερο τη δύναμη της πίστης ή την ανθρώπινη ευαλωτότητα που κρύβεται πίσω από αυτήν;

Το έργο δεν καταπιάνεται με τη δύναμη της πίστης ή τον Θεό. Μιλάει για τον άνθρωπο που ψάχνει ελπίδα. Για την ανθρώπινη ευαλωτότητα. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν αναφέρεται σε καμία ιστορία η τελική έκβαση ενός τάματος. Με ενδιέφερε η πορεία προς αυτό και όχι το αποτέλεσμα. Μέσα στις πηγές που αναζητούσα ήταν και θρησκευτικά βιβλία. Εκεί δίνεται βάρος στο πόσο πίστεψε κάποιος στον Θεό και πόση δύναμη έχει ο εκάστοτε Άγιος. Στο δικό μου κείμενο αντικρίζω τους ανθρώπους στα μάτια και τους ρωτάω: «Τι σε έφερε ως εδώ; Ποια αδυναμία; Ποια δύναμη; Ποια ανάγκη;».

Το κείμενο βασίζεται σε πραγματικές μαρτυρίες, από το παρελθόν μέχρι σήμερα. Πώς δουλέψατε αυτό το υλικό, ώστε να αποκτήσει θεατρική μορφή χωρίς να χάσει την αλήθεια του;

Πήρα στοιχεία από πολλές μαρτυρίες διαφορετικών ανθρώπων και προσπάθησα να βγάλω το τελικό απόσταγμα, μπολιάζοντάς το με τα απαραίτητα μυθοπλαστικά στοιχεία. Αυτό έγινε αφενός για να διατηρηθεί η ανωνυμία των πραγματικών ανθρώπων και αφετέρου για να ενταχθεί η σκοπιά απ’ την οποία ήθελα να το δει το κοινό. Έκανα εκτενή έρευνα – ανθρωπολογική, λαογραφική, θρησκειολογική και φιλοσοφική – πριν αρχίσω να γράφω. Κυρίως για να μου είναι σαφές τι θέλω να πω μέσα από τις μαρτυρίες, παρά να τις παραθέσω αυτούσιες.

Υπάρχει κάτι που σας συγκλόνισε ιδιαίτερα μέσα σε αυτές τις μαρτυρίες;

Η μαρτυρία μίας γυναίκας που επιβίωσε από το ναυάγιο του «Σάμινα». Το πόσο δυνατή υπήρξε εκείνη τη νύχτα και πόσο διαλύθηκε η ζωή της μετά. Επίσης, η γυναίκα ενός σφουγγαρά στην Κάλυμνο της δεκαετίας του ’50, της οποίας η ανάγκη είχε τέτοια ένταση που έμοιαζε σαν να ήθελε να δαμάσει το θείο και όχι να το ικετεύσει. Και πολλές ακόμη ιστορίες που δεν εντάχθηκαν στο τελικό κείμενο.

Η παράσταση περιγράφεται ως μουσικοθεατρική δημιουργία. Ποια ήταν η ανάγκη να ενωθούν λόγος, μουσική και κίνηση σε αυτό το συγκεκριμένο έργο;

Ήθελα να έχει στοιχεία λαϊκής τελετουργίας, ενός πανηγυριού. Άντλησα υλικό από αντίστοιχες τελετουργίες, ελληνικές και ξένες.
Με ενδιέφερε, για παράδειγμα, το πώς φανταζόμουν το τάμα στην Τήνο ως κάτι βαρύ και πονεμένο, ενώ στην πραγματικότητα είναι και μια γιορτή γεμάτη ζωντάνια και μουσική. Κάπως έτσι είναι και η παράστασή μας.

photo: Θοδωρής Φράγκος
photo: Θοδωρής Φράγκος

Πόσο σύγχρονο είναι τελικά το «Τάμα»; Βλέπετε σε αυτό ένα έργο που μιλά και για τη σημερινή κοινωνική ανασφάλεια;

Προσπάθησα να μιλήσω πρώτα απ’ όλα για την υπαρξιακή ανασφάλεια. Στο έργο βλέπουμε ανθρώπους να συνδιαλέγονται με γνώριμους πόνους, σε στιγμές που ίσως έχουμε φτάσει όλοι. Αυτό το καθιστά σύγχρονο. Είναι μια παράσταση για τη διαχρονική ανθρώπινη ανασφάλεια.

Μετά τον «Συνεργό» και την «Παλιά Εθνική», επιστρέφετε με ένα έργο που επίσης μοιάζει να ακουμπά τον λαϊκό ψυχισμό. Νιώθετε ότι αυτό αποτελεί έναν βαθύτερο άξονα της δουλειάς σας;

Είναι ο βαθύτερος άξονας της δουλειάς μου, αναμφισβήτητα. Από τον οποίο δεν μπορώ εύκολα να ξεφύγω. Με ό,τι ιδέες κι αν καταπιαστώ, καταλήγω πάντα εκεί. Ίσως ως παιδί της επαρχίας νιώθω ότι έχω ακόμη πολλά να πω. Και όταν νιώσω ότι το έχω εξαντλήσει, τότε θα προχωρήσω αλλού.

Πιστεύετε ότι σήμερα ο άνθρωπος έχει ακόμη ανάγκη να πιστεύει στο θαύμα; Μπορεί το θέατρο να αγγίξει κάτι από αυτή την εμπειρία;

Πάντα ο άνθρωπος θα αναζητά ένα θαύμα. Του δίνει διαφορετικά ονόματα, αλλά η ανάγκη είναι πάντα εκεί. Νιώθουμε την ευαλωτότητά μας. Υπάρχουν στιγμές που το βάρος της ζωής μοιάζει πέρα από τις δυνάμεις μας. Και τότε στρεφόμαστε σε κάτι που μας ξεπερνά, για να το σηκώσει. Να μας δώσει λίγη ελπίδα. Νιώθω πως είναι στη φύση μας, σε οριακές στιγμές, να γινόμαστε ξανά παιδιά που αναζητούν προστασία από έναν ανώτερο «γονιό». Είναι μια ενστικτώδης αντίδραση επιβίωσης, που απαλύνει τη μοναξιά.

photo: Θοδωρής Φράγκος

Info παράστασης:

Τάμα | κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00 | Σύγχρονο Θέατρο