Το βιβλίο του Kae Tempest «Για τη Σύνδεση» το διάβασα μόλις πρωτοεκδόθηκε το 2020, εν μέσω καραντίνας. Σε μια νύχτα. Τον περασμένο Δεκέμβριο, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα ελληνικά σε μετάφραση της Ισμήνης Θεοδωροπούλου από τις εκδόσεις Κείμενα. Διαβάζοντάς το εκείνον το χειμώνα, μέσα στη δίνη του covid, τα λόγια του Tempest ήταν κάτι παραπάνω από διέξοδος, ήταν ένα καταφύγιο από τις προκλήσεις μιας ολόκληρης περιόδου.
Οι εισαγωγές για το έργο του Tempest είναι περιττές. Έχει περάσει πάνω από 20 χρόνια γράφοντας, αφήνοντας πίσω του εκτενή δουλειά από ποίηση και μουσική μέχρι θεατρικά έργα. Το 2013, τιμήθηκε με το βραβείο Ted Hughes για το έργο “Brand New Ancients”, ενώ τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δέκα γλώσσες. Το 2020, ανακοίνωσε την αλλαγή του ονόματός του από το θηλυκό ‘’Kate’’ στο non-binary ‘’Kae’’, και τον αυτοπροσδιορισμό του με τις αντωνυμίες they/them. Κοινός παρονομαστής από την αρχή της πορείας του σε ό,τι δημιουργεί είναι η ματιά του, που είναι πάντα στραμμένη προς την κοινωνία, τις δυναμικές της και το πώς συνυπάρχουμε.
Ίσως γι’ αυτό και το βιβλίο «Για τη Σύνδεση», ανεξάρτητα από την περίοδο στην οποία διαβάζεται, πανδημία ή όχι, παραμένει επίκαιρο. Η δομή του βιβλίου ακολουθεί τη λογική μιας μουσικής παράστασης, μιας εμπειρίας έκθεσης, ή όπως είναι μάλλον κάθε συναναστροφή που επιχειρούμε. Από το πρώτο κεφάλαιο, που εστιάζει στο στήσιμο, δηλαδή στη δημιουργία του πλαισίου συναναστροφής, μέχρι την τελική έξοδο στη σκηνή για να δράσεις και να αλληλεπιδράσεις.
To Tempest περιγράφει εύστοχα στο βιβλίο τον σύγχρονο τρόπο ζωής μας. Ατομικιστική στάση, χρησιμοθηρική λογική, καπιταλιστικές αξίες και κοινωνικά δίκτυα που κάνουν τις εμπειρίες μας να μοιάζουν λειψές μέχρι να ψηφιοποιηθούν και να μοιραστούν στα social media. Η ειρωνεία, λοιπόν, είναι ότι ενώ είμαστε καθημερινά τόσο πολύ συνδεδεμένοι, παραμένουμε ασυγκίνητοι από όσα μας περιβάλλουν. Με αφοπλιστικό τρόπο μεταφέρεται όλη αυτή η εμπειρία του «μουδιάσματος», της «έλλειψης αληθινού συναισθήματος» και το πώς είναι να ασχολείσαι επιφανειακά με όσα συμβαίνουν, αλλά ουσιαστικά να μην σε αγγίζει τίποτα. Στο έργο, η «σύνδεση» ορίζεται ως η «αίσθηση του να είσαι γειωμένος στον ενεστώτα χρόνο».
Ό,τι γράφει το Tempest είναι οικείο. Η διαδικασία της «αποσύνδεσης» είναι αναμενόμενη με τους γρήγορους ρυθμούς που ζούμε και με όσα καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε, αλλά και συχνά απαραίτητη για να ισορροπούμε. Το να μην συνδεόμαστε πάντα με όσα είναι γύρω μας, όμως, είναι διαφορετικό από το να αγνοούμε μια πραγματικότητα που ίσως μας βολεύει αρκετά για να μην αντιδρούμε, ή να συνδεόμαστε μόνο με όσα μπορούν να μας ωφελήσουν. Κάθε αλληλεπίδραση, τονίζει το Tempest, περιλαμβάνει τόσο το τι μπορείς να κερδίσεις όσο και το τι μπορείς να προσφέρεις.
Στο βιβλίο, η δημιουργικότητα αναδεικνύεται ως το μέσο για να συνδεθείς με τον εαυτό σου και τους άλλους. Δημιουργικότητα που δεν περιορίζεται στην καλλιτεχνική έκφραση, αλλά μπορεί να είναι οποιαδήποτε πράξη φροντίδας, από το να βάψεις ένα περβάζι μέχρι να δώσεις την προσοχή σου σε κάποιον που αγαπάς.
Κάνοντας ένα βήμα παραπέρα, το Tempest ανατρέχει στον ψυχίατρο Καρλ Γιουνγκ, ο οποίος στο Κόκκινο Βιβλίο του Liber Novus μιλά για τις έννοιες «Το πνεύμα των καιρών» και «Το πνεύμα του βάθους». Το πνεύμα των καιρών είναι το κομμάτι μέσα μας που ασχολείται με την εικόνα του, τις δραστηριότητές του, τη δουλειά του, το αν έχεις παιδιά, σπίτι ή λεφτά. Όλες τις καθημερινές δηλαδή αγωνίες. Το πνεύμα του βάθους, ωστόσο, είναι το κομμάτι που αγγίζει τις πιο αρχέγονες, συμβολικές και συχνά ανεξήγητες πτυχές του εαυτού μας. Μέσα σε αυτή τη δυαδικότητα, το πνεύμα του βάθους αδυνατεί να βρει ικανοποίηση στην απόκτηση των αγαθών που το πνεύμα των καιρών επιβάλλει σε κάθε εποχή.
Η κατάδυση στο αρχέγονο κομμάτι του εαυτού μας, η σύνδεσή μας με την ωμή πραγματικότητα και τους ατελείς χαρακτήρες της, η έκφραση της δημιουργικότητάς μας και η ευαλωτότητα που συνεπάγεται, είναι για το Tempest ο δρόμος για να συναντήσουμε παράλληλους κόσμους που υπάρχουν δίπλα μας και μπορούν να εμπλουτίσουν την ανθρώπινη μας εμπειρία. Ο καθένας έχει τη δική του ιστορία, γράφει το ίδιο. «Πολλαπλές ιστορίες. Και να θυμάσαι να κάνεις χώρο για να ακούσεις την ιστορία κάποιου άλλου, προτού σπεύσεις να πεις τη δική σου».
Το Tempest αγγίζει πολλά στο βιβλίο του. Ιδιαίτερη είναι και η ενθάρρυνση στην καλλιτεχνική δημιουργία, τονίζοντας τη διαφορά ανάμεσα σε αυτούς που κάνουν τέχνη και σε αυτούς που ονειρεύονται να κάνουν τέχνη. Και ότι η διαφορά είναι απλά η ολοκληρωμένη δουλειά. Ζούμε σε μια κοινωνία όπου η κριτική σε ό,τι παράγεται είναι πολύ εύκολη. Όπως λέει το Tempest: «Το άτομο με τις απίθανες ιδέες, που κρίνει την απόδοση των άλλων ως κατώτερη, αλλά που ποτέ δεν αφιερώθηκε στη δημιουργία, αυτή είναι η πλάνη του καλλιτεχνικού εγχειρήματος».
Το βιβλίο του Tempest μας καλεί να σκεφτούμε ποιοι είμαστε όταν δεν μας παρατηρεί κανείς -όταν είμαστε εκτός σκηνής- και γιατί κάνουμε ό,τι κάνουμε. Νιώθοντας μόνοι, μουδιασμένοι και αποκομμένοι, μας εμπνέει να βρούμε τα δικά μας κανάλια δημιουργικότητας για να συνδεθούμε με τον εαυτό μας και τους γύρω μας. Όπως γράφει «Η γλώσσα εξανθρωπίζει» και αυτό σίγουρα μας κάνει να αναρωτηθούμε σε ποια γλώσσα εκφράζουμε τη δική μας δημιουργικότητα και πόσο ελεύθερα της επιτρέπουμε να ρέει μέσα στη δική μας κοίτη.

