Τι αποτέλεσμα θα έχεις αν ζητήσεις από τον Μαρκ Τουέιν και τον Τζον Φάντε να γράψουν ένα παραμύθι; Η απάντηση είναι το ΦΑΠ του Τζιμ Ντοτζ. Το ΦΑΠ είναι μια πολύ σύντομη νουβέλα που γράφτηκε το 1983 και με τα χρόνια απέκτησε το στάτους ενός σύγχρονου καλτ έργου. Όμως ακόμα και στις μέρες μας, το μικρό σε έκταση λογοτεχνικό έργο του Ντοτζ, παραμένει άγνωστο όχι μόνο στο ευρύ κοινό αλλά και μεταξύ των βιβλιόφιλων. Το ερώτημα τώρα είναι κατά πόσο αξίζει να αποκτήσει μεγαλύτερη φήμη, κατά πόσο αξίζει να υπερβεί τον χαρακτηρισμό ενός καλτ έργου και να πλησιάσει προς τον χαρακτηρισμό ως σύγχρονου κλασικού.

Ας ξεκινήσουμε από την ασυνήθιστη πλοκή του: Το ΦΑΠ είναι μια ιστορία με πρωταγωνιστές τόσο ανθρώπους όσο και ζώα. Ο Τζέικ Σάντι είναι ένας υπερήλικας 99 ετών που έχει ζήσει μια ζωή περιπλανώμενου τζογαδόρου και ηδονιστή πριν καταλήξει να ζει απομονωμένος σε ένα ράντσο στη βόρεια Καλιφόρνια. Εκεί, παρασκευάζει το δικό του ουίσκι που αποκαλεί «Ψίθυρο του χάροντα» και του οποίου τη συνταγή είχε λάβει από έναν ετοιμοθάνατο Ινδιάνο. Το ουίσκι αυτό έχει παραισθησιογόνες ιδιότητες και ο Τζέικ θεωρεί ότι είναι το μυστικό της αθανασίας. Μαζί του στο ράντσο μεγαλώνει ο εγγονός του ο Σπόρος, ένας μεγαλόσωμος και καλοκάγαθος νεαρός (είκοσι δύο χρονών στο μυθοπλαστικό παρόν της νουβέλας) που έμεινε ορφανός λόγω ενός δυστυχήματος της μητέρας του (και κόρης του Τζέικ) όταν ήταν μικρό παιδάκι. Εκτός από τους δύο άντρες όμως στο ράντσο διαμένουν και αρκετά σκυλιά, αλλά κυρίως και μία αλλόκοτη πάπια ονόματι ΦΑΠ την οποία ο Σπόρος βρήκε νεαρό και αδύναμο παπάκι μέσα σε μια τρύπα και την οποία παππούς και εγγονός έσωσαν δίνοντάς της να πιεί από το σπιτικό ουίσκι. Το πρόβλημα με την ΦΑΠ είναι ότι δεν πετάει όχι μόνο επειδή δεν φαίνεται κάτι τέτοιο να την ενδιαφέρει αλλά και επειδή είναι υπερβολικά υπέρβαρη αφού ο Σπόρος της δίνει να τρώει τον αγλέορα.

Αυτή είναι μια επαρκής βασική περιγραφή για να πάρει κάποιος μια ιδέα σχετικά με αυτή την ιδιόρρυθμη νουβέλα. Πώς όμως μπορούμε να την αξιολογήσουμε; Ας ξεκινήσουμε από τον συνδυασμό χιούμορ και τρυφερότητας που αποτελεί τον χαρακτήρα αυτού του βιβλίου. Πολλές είναι οι στιγμές (ιδίως με τον γέρο Τζέικ) που ο Ντοτζ επιστρατεύει ένα σκανδαλιστικό χιούμορ, το οποίο όμως σε αντίθεση με έργα του Φάντε δεν είναι ξεκαρδιστικό, μάλλον προκαλεί μειδίαμα παρά τρανταχτό γέλιο. Πιο πειστική είναι η μελαγχολική τρυφερότητα που υποβόσκει κάτω από την μάλλον προβλέψιμη κωμική νότα. Είναι μια μελαγχολία που προκύπτει τόσο από την έννοια της απώλειας (ο Σπόρος είναι ορφανός), αλλά κυρίως όσο από μία απροσδιόριστη υπαρξιακή απορία που δεν επιδέχεται απάντησης, την οποία μπορείς μονάχα να αποδεχθείς αν μάθεις να αντιλαμβάνεσαι στωικά τη ζωή και να εκτιμάς όλα τα έμβια όντα που αντανακλούν το μεγαλείο της φύσης.

 

 

Ο γέρο-Τζέικ και ο Σπόρος ως μυθοπλαστικοί χαρακτήρες φλερτάρουν με την καρικατούρα, όντας φιγούρες που ορίζονται μονοδιάστατα από τις υπερβολικές μονομανίες τους, και αυτό μαζί με τη μικρή έκταση της αφήγησης αλλά και το ότι τα ζώα αποκτούν ρόλο κανονικού χαρακτήρα στην πλοκή, δίνουν μια αίσθηση παραβολής στο κείμενο. Όμως δεν είναι μια παραβολή διδακτικής φύσεως, αλλά αινιγματική, με μπόλικα στοιχεία σουρεαλισμού. Αυτό προκύπτει από το απρόβλεπτο τέλος, το οποίο άλλωστε έχει σηκώνει και τόση συζήτηση ως προς την ερμηνεία του, και το οποίο δεν θα αποκαλύψω εδώ για να μην το στερήσω από τους επίδοξους αναγνώστες.

Όμως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι ένα ενδιαφέρον εύρημα που προσδίδει μια πνευματική διάσταση λύτρωσης όχι σε έναν ανθρώπινο χαρακτήρα, αλλά σε ένα ζώο. Αυτό μας κάνει να σκεφτούμε τις πιθανές προβολές των ανθρώπινων προσωπικοτήτων στα ζώα. Είναι ο σαγόνας, το άγριο γουρούνι που καταστρέφει τους φράχτες η μετενσάρκωση ενός Ινδιάνου, όπως πιστεύει ο γέρο-Τζέικ; Είναι η πάπια ΦΑΠ προέκταση του ίδιου του Τζέικ; Το ότι ο Σπόρος χτίζει διαρκώς φράχτες υποδηλώνει μια έφεση σε προστασία, σε διαχωριστικές γραμμές, ένας αμυντικός μηχανισμός που πηγάζει από την ανασφάλεια της απώλειας; Σχετίζεται αυτό με την αδυναμία της πάπιας να πετάξει και άρα να υπερβεί διαχωριστικές γραμμές και σύνορα;

Όπως κι αν το δει κάποιος, ο Ντοτζ έχει επιτυχώς καταφέρει να από-οικειοποιήσει τον φυσικό κόσμο (για να δανειστώ τον όρο του Βίκτορ Σλόφκσι), και αυτό από μόνο του είναι ένα σημαντικό επίτευγμα. Άλλωστε για πολλούς αυτή η διαδικασία της από-οικειοποίησης, δηλαδή της ικανότητας να απεικονίζεις το γνώριμο ως κάτι αξιοπερίεργο, ως κάτι που κρύβει απρόσμενες κρυφές πτυχές, είναι η πεμπτουσία της τέχνης. Το ΦΑΠ συνεπώς έχει τα χαρακτηριστικά ενός διαχρονικού παραμυθιού υπό την έννοια ότι μπορεί να διαβαστεί από ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, ο καθένας εκ των οποίων μπορεί να δει σε αυτό κάτι διαφορετικό, να το διαβάσει με διαφορετικό τρόπο και να αντλήσει διαφορετικά συμπεράσματα. Αυτή η αίσθηση, ότι διαβάζοντάς το έχεις την (ψευδαίσθηση έστω) ότι μπορείς να ανακαλύψεις κάτι καινούριο, στα μάτια μου του προσδίδει αντοχή στον χρόνο.