Σαν έξαφνα, ώρα βραδυνή, ο Bαχίντ ακούει έναν ήχο που πίστευε ότι δεν θα ξανάκουγε ποτέ στη ζωή του: το χαρακτηριστικό σούρσιμο του προσθετικού ποδιού του βασανιστή του, του βασανιστή του τον καιρό που ο Βαχίντ ήταν πολιτικός κρατούμενος. Δεν περίμενε ότι θα τον ξανασυναντούσε. Τουλάχιστον όχι έξω από τη φυλακή. Και δεν θα μπορούσε να τον αναγνωρίσει αλλιώς. Έδεναν τα μάτια σε εκείνον και τους συγκρατούμενους του όταν τους βασάνιζαν, ώστε να είναι σίγουροι ότι δεν θα τους αναγνώριζαν ποτέ. Αλλά αυτός ο ήχος των ποδιών, αυτό το τρίξιμο, αυτό το ηρωικά θυσιασμένο σε έναν από τους πολέμους για την πατρίδα πόδι, αυτό το τεχνητό πλέον πόδι μάρτυρα δεν μπορεί να ξεγελά: είναι σίγουρα δικό του.
Κι ο Βαχίντ, είτε είχε είτε δεν είχε φανταστεί το ενδεχόμενο να ξαναβρεί τον βασανιστή του, είτε είχε σκεφτεί είτε όχι τι θα έκανε σε μια τέτοια περίπτωση, τώρα πάντως δεν θα το σκεφτεί πολύ. Του βγαίνουν όλα αυτόματα. Δεν θα τον πτοήσει ούτε ότι ο βασανιστής είναι οικογενειάρχης, με ένα κοριτσάκι και με έγκυο γυναίκα. Όταν τον ξεμοναχιάσει από την οικογένειά του θα τον απαγάγει, όντας έτοιμος να του κάνει τα χειρότερα, όντας έτοιμος να φτάσει ως το τέλος. Ήρθε η ώρα να αποδοθεί δικαιοσύνη. Που αφού στο καθεστώς που ζουν δεν μπορεί να είναι η επίσημη, θα έχει αναγκαστικά τον χαρακτήρα αυτοδικίας. Ή ίσως η ώρα που ήρθε δεν είναι της δικαιοσύνης, αλλά της εκδίκησης. Εν πάση περιπτώσει, σίγουρα ήρθε η ώρα της τιμωρίας, λέξη που χωράει και στη μία έννοια και στην άλλη.
Ωστόσο, αν είναι όντως να φτάσει ως το τέλος, θα πρέπει πρώτα να ξεπεράσει δύο εμπόδια διόλου ευκαταφρόνητα: ένα ηθικό δίλημμα, αλλά και ένα ζήτημα διαδικαστικό, ένα ζήτημα σχηματισμού ακλόνητης πεποίθησης πριν προβεί στην εκτέλεση της «ποινής» του. Το ηθικό δίλημμα είναι σαφές: Πώς να φερθείς στον βασανιστή σου; Τι δικαιούσαι να του κάνεις; Μήπως αν τον βασανίσεις κι εσύ γίνεσαι ίδιος με εκείνον; Κι αν δεν τον βασανίσεις αλλά τον σκοτώσεις, μήπως γίνεσαι ακόμα χειρότερος, αφού εκείνος τουλάχιστον δεν σε σκότωσε; Ή μήπως τέτοιου είδους σκέψεις και ενδοιασμοί δεν είναι τεκμήρια ηθικής ανωτερότητας και πολιτικής διαφοροποίησης, αλλά αδυναμίας και παθητικότητας, αφού κάνει όλη τη διαφορά του κόσμου αν κάνεις κακό στον άλλο ή αν αντιδράς στο κακό που σου έκανε; Και πάλι όμως, πότε ακριβώς ξεκινάει αυτό, ποιο είναι το σημείο από το οποίο αρχίζουμε να μετράμε, προκειμένου να αξιολογήσουμε πότε επιτρέπεται στον καθένα να κάνει στον άλλο κακό;


Πριν όμως το ηθικό δίλημμα υπάρχει ένα επιτακτικότερο ερώτημα διαδικασίας και απόδειξης: αν έστω μία στις εκατό δεν είναι αυτός; Δεν ομολογεί άλλωστε για να διευκολύνει την κατάσταση, αντίθετα αρνείται μετ’ επιτάσεως ότι είναι ο άνθρωπος που νομίζει. Πόσο ασυγχώρητο θα ήταν να τιμωρούσε έναν αθώο; Μήπως έχει φερθεί απερίσκεπτα; Μήπως όλα τα σουρσίματα από τεχνητά μέλη είναι ίδια; Μήπως όντως δεν πρόκειται για παλιά από τον πόλεμο αλλά για φρέσκια πληγή; Έστω ότι έναν ένοχο μπορείς να τον σκοτώσεις, πώς μπορείς όμως να το κάνεις χωρίς να βεβαιωθείς πρώτα ότι δεν έχεις κάνει λάθος κι ότι δεν είναι αθώος; Αλλά κι αντίστροφα, αν έναν αθώο είναι αδιανόητο να τον σκοτώσεις, αυτό σημαίνει ότι έναν ένοχο μπορείς;
Οι βασανιστές του πάλι δεν είχαν τέτοια προβλήματα: αν εσύ που τώρα βασανίζω είσαι ένοχος το αξίζεις, αν πάλι τυχαίνει και είσαι αθώος, τότε θα δικαιωθείς στον ουρανό και στη μετά θάνατον ζωή. Πρόκειται για ένα αληθινό υπερόπλο μεταφυσικής πίστης που απελευθερώνει τη συνείδησή σου. Και σε απελευθερώνει όχι μόνο από τις τύψεις για το τι θα κάνεις στα θύματά σου, αλλά και ως προς τον φόβο για τη δική σου τύχη: αν δεν πάθω τίποτα, ωραία, αν πάλι πάθω, θα έχω πεθάνει ως μάρτυρας και θα ανταμειφθώ. Ένας άλλος κόσμος που σε καλύπτει για ό,τι κάνεις και ό,τι σου συμβεί εδώ. Η πατρίδα, ο Θεός, οι ανώτατοι σκοποί, ο άλλος κόσμος: όλα αυτά που αποπροσωποποιούν τους άλλους ανθρώπους καθαγιάζοντας τις πράξεις σου.
Το ευφυές τρικ του Τζαφάρ Παναχί είναι ότι μπολιάζει ένα τόσο απόλυτα βαρύ και σκοτεινό διακύβευμα με απροσδόκητα συστατικά, τα οποία χωρίς ποτέ να το αναιρέσουν, πάντως μας κάνουν να περάσουμε μεγάλο μέρος του «Ένα Απλό Ατύχημα» σε μια ατμόσφαιρα πολύ πιο ανατρεπτική. Ο Βαχίντ, στην προσπάθειά του να πειστεί ότι έχει πιάσει όντως τον βασανιστή του, θα χρειαστεί να εκτεθεί σε άλλους ανθρώπους που μπορούν να πιστοποιήσουν την ταυτότητά του, θα χρειαστεί να εκτεθεί στην καθημερινή ζωή της πόλης. Και αυτή θα μεσολαβήσει και θα δώσει μια άλλη νότα στην ιστορία: με φωτογραφίσεις γάμων, με νυφικά και γαμπριάτικα κοστούμια, με άλλα κομβικά γεγονότα που δεν θα σποϊλάρουμε εδώ, αλλά και με μπαξίσια, πάρα πολλά μπαξίσια, με καρτούλες και POS, με τη ζωή που συνεχίζεται παράλληλα, με τη ζωή που τρέχει, με αυτοκίνητα που δεν μπορούν να τρέξουν.


Μολονότι προσωπικά είμαι γενικά υπέρ των ταινιών που τελειώνουν ανοικτά και αμφίσημα, ίσως ένα τόσο ανοικτό τέλος όπως αυτό του «’Ενα Απλό Ατύχημα» το οποίο ρίχνει εντελώς το μπαλάκι στην ερμηνεία του θεατή, είναι σαν οριακά να κλέβει. Ποια η διαφορά του με άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις; Ίσως με το ότι δεν έχουμε να κάνουμε με κάτι που συμβαίνει, έχοντας μεν από μόνο του μια αρχική φόρτιση και ανάγνωση, αλλά μπορώντας να διαβαστεί και αλλιώς, αλλά με το ότι εδώ ο Παναχί είναι σαν να λέει: έλα τώρα, αποφάσισε εντελώς μόνος σου θεατή, γέμισε με τις δικές σου σκέψεις το λευκό χαρτί που σου δίνω.
Ένα πολύ μεγάλο συν του «Ένα Απλό Ατύχημα» το ίδιο του το κεντρικό θέμα, το βασικό του διακύβευμα. Ένα δεύτερο πολύ μεγάλο συν, αυτή η λοξή σε μεγάλο μέρος της ταινίας αντιμετώπισή του και ταυτόχρονα η ισορροπία που επιτυγχάνει ο Παναχί, ώστε να μην εξοκείλει ποτέ προς κάτι που θα ευτέλιζε το κεντρικό θέμα. Ωστόσο το τρίτο και μεγαλύτερο και καταλυτικό συν του είναι ένα στοιχείο εξωκινηματογραφικό. Η πολιτική του σπουδαιότητα και σημασία. Η ιστορία που ακολουθεί τον ίδιο τον Παναχί ως διωχθέντα από το ιρανικό καθεστώς και δυο φορές φυλακισμένο, η ταινία ως μέρος της προσωπικής του ιστορίας και της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας του Ιράν, οι μεγάλες δυσκολίες που συνόδευαν τη δημιουργία της, τα ρίσκα που πήρε κι ο ίδιος και οι συντελεστές της στο να τη γυρίσουν.
Στο Φεστιβάλ των Καννών του 2024, «Ο Σπόρος της Ιερής Συκιάς», του συμπατριώτη του Μοχάμαντ Ρασούλοφ, τιμήθηκε με το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής και αποτέλεσε την επίσημη υποψηφιότητα της Γερμανίας για το όσκαρ διεθνούς ταινίας, στο Φεστιβάλ των Καννών του 2025 ο Χρυσός Φοίνικας για το «Ένα Απλό Ατύχημα» του Τζαφάρ Παναχί, που θα αποτελέσει την επίσημη υποψηφιότητα της Γαλλίας για το όσκαρ διεθνούς ταινίας. Γράφαμε για τον «Σπόρο της Ιερής Συκιάς», το επαναλαμβάνουμε και τώρα: «Αν με αρκετή δόση υπερβολής και εν τη ευρεία έννοια κάθε ταινία είναι μια πολιτική πράξη, αν πάντως ειδικά μια πολιτική ταινία, μια ταινία που και στο πρώτο της επίπεδο έχει πολιτική θεματολογία, είναι και εξ ορισμού μια πολιτική πράξη, σε περιπτώσεις όπως εδώ η πολιτική πράξη συμπεριλαμβάνει όχι μόνο όσα δείχνει και θέλει να περάσει το έργο, αλλά κατεξοχήν και τις συνθήκες της ίδιας του της δημιουργίας, τα εμπόδια που χρειάστηκε να καταπολεμηθούν, τις συνέπειες που είχε η δημιουργία του».

Το ερώτημα που απομένει είναι αν έχουμε να κάνουμε και με δύο τόσο καλές κινηματογραφικές ταινίες ή εν προκειμένω αν το «Ένα Απλό Ατύχημα» είναι τόσο καλή ως κινηματογραφική ταινία. Μπορώ να δεχτώ πολύ ευκολότερα ως απάντηση ότι αυτό έχει δευτερεύουσα σημασία, από το ότι εδώ έχουμε να κάνουμε και με μια ταινία που έχει τόσο μεγάλη αυτοτελή αξία (δηλαδή με μια ταινία που θα είχε την ίδια αξία αν δεν γνωρίζαμε οτιδήποτε άλλο για τις συνθήκες δημιουργίας της). Η γνώμη μου είναι ότι η αυτοτελής της αξία είναι αρκετά μικρότερη της πολιτικής της αξίας. Να της δώσουμε όμως την πρόσθετη, γιατί τι πάει να πει αυτοτελής, είναι τόσο σύμφυτη η εξωκινηματογραφική πολιτική της αξία, που δεν μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε αλλιώς; Δεν έχω αντίρρηση, ας της την δώσουμε. Αλλά αν τη δώσουμε, να δεχτώ επίσης ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «υπερτιμημένη», με την προϋπόθεση όμως ότι θα συνομολογήσουμε ταυτόχρονα πως πρόκειται για μια ταινία που συνειδητά πριμοδοτείται, επειδή οι συνθήκες δημιουργίας της και η ίδια ως έμπρακτη πολιτική χειρονομία είναι σημαντικότερα από αυτή καθαυτή την καλλιτεχνική της αξία.
Εν πάση περιπτώσει, φεύγοντας από τα όντως δευτερεύοντα και πηγαίνοντας στα όντως πρωταρχικά, αξίζει και με το παραπάνω να δει κανείς έναν πρόσφατο λόγο του Τζαφάρ Παναχί στο Φεστιβάλ του Τορόντο, όπου λέει ότι όταν στο Ιράν έβλεπαν τα σημάδια μιας δικτατορίας που ερχόταν δεν αντιδρούσαν. Κι ότι τώρα βλέπει να συμβαίνει το ίδιο ακριβώς φαινόμενο και στον εκτός του Ιράν κόσμο.
