Η σφραγίδα ποιότητας που λέγεται ΗΒΟ αφήνει το στίγμα της και στα ντοκιμαντέρ. Δύο πρόσφατα ντοκιμαντέρ που φέρουν την υπογραφή της ΗΒΟ documentaries επιδεικνύουν αυτήν ακριβώς την ισορροπία ανάμεσα στην ψυχαγωγία και την ασυμβίβαστη αναλυτική ματιά που θα έπρεπε να χαρακτηρίζει μία τηλεοπτική σειρά ντοκιμαντέρ.
Θα ξεκινήσω με το “Celtics City“, το οποίο αποτελείται από εννέα επεισόδια και εξερευνά την ιστορία των θρυλικών Boston Celtics, μίας από τις πιο εμβληματικές επαγγελματικές ομάδες στον κόσμο ανεξαρτήτως αθλήματος. Οι Gabe Honig και Lauren Stowell είναι οι τεχνικοί υπεύθυνοι της σειράς, αλλά η ψυχή της είναι ο Bill Simmons, γνωστός κριτικός και αθλητικογράφος. Με αφορμή την κατάκτηση του 18ου πρωταθλήματός τους το 2024, η σειρά δεν επιστρέφει μονάχα στις ρίζες της ομάδας στη δεκαετία του 1940 ώστε να ξετυλίξει το κουβάρι μιας λαμπρής ιστορίας μέσα από τους τόσους πολλούς θρυλικούς σταρ που τίμησαν την ομάδα στα ογδόντα χρόνια της ιστορίας της, αλλά επιχειρεί κάτι πολύ πιο σύνθετο: να αναδείξει την όχι πάντοτε ομαλή αλληλεπίδραση της ομάδας με την πόλη που την γέννησε (εξ’ ου και ο τίτλος Celtics City, δηλαδή η πόλη των Σέλτικς).
Για όσους λοιπόν δεν συγκαταλέγουν τον εαυτό τους ως φαν του μπάσκετ και του NBA, η σειρά προσφέρεται για μια πολύ ενδιαφέρουσα ανατομία του πολυσύνθετου και αντιφατικού χαρακτήρα της Βοστώνης: μιας πόλης που αφενός μεν αποτελεί το πανεπιστημιακό και πολιτισμικό κέντρο της Αμερικής, έδρα του κινήματος κατάργησης της δουλείας και προπύργιο των δημοκρατικών, αφετέρου όμως μια πόλη με μεγάλο πληθυσμό εργατικής τάξης Ιρλανδών και Ιταλών, οι οποίοι εξακολουθούσαν να υποθάλπουν ρατσιστικές προκαταλήψεις και μια κουλτούρα φυλετικού διαχωρισμού. Έτσι λοιπόν, το ντοκιμαντέρ εξερευνά το εξής παράδοξο: οι Σέλτικς να είναι η πρώτη ομάδα που τόλμησε να ξεκινήσει μια βασική πεντάδα αποτελούμενη από αμιγώς μαύρους παίκτες, η πρώτη ομάδα με μαύρο προπονητή, της οποίας όμως παράλληλα οι οπαδοί αποθέωναν μεν τους παίκτες στο γήπεδο ως φίλαθλοι, αλλά πετροβολούσαν τα παράθυρα των μαύρων παικτών ως γείτονες. Ένα ολοκληρωμένο και εξαιρετικό αθλητικό ντοκιμαντέρ που προτείνεται σε όλους.
Το δεύτερο ντοκιμαντέρ της HBO με τίτλο “Billy Joel: And So It Goes” είναι το αφιέρωμα δύο επεισοδίων και συνολικής διάρκειας πέντε ωρών για τον τεράστιο Μπίλι Τζόελ, έναν από τους μεγαλύτερους Αμερικάνους τραγουδοποιούς του 20ού αιώνα, έναν μουσικό χαμαιλέοντα πληθωρικού ταλέντου με σπάνιο μελωδικό ένστικτο που από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 και για τριάντα χρόνια αποτέλεσε ένα σημείο αναφοράς στην αμερικάνικη όσο και παγκόσμια μουσική σκηνή. Η σκηνοθεσία είναι των Susan Lacy και Jessica Levin και παραγωγός μεταξύ άλλων είναι και ο Τομ Χανκς.
Το ντοκιμαντέρ έχει όλο το αλατοπίπερο που κάποιος θα περίμενε για τη ζωή και την καριέρα ενός ροκ σταρ: καταχρήσεις και εθισμούς, διαδοχικούς γάμους και συγκρούσεις, σκάνδαλα και πρωτοσέλιδα. Όμως έχει κάτι πολύ περισσότερο που είναι ανεκτίμητο: την ανάδειξη της ίδιας της μουσικής διαδικασίας της σύλληψης μιας σύνθεσης. Το μεγαλύτερο προσόν του ντοκιμαντέρ είναι ο ίδιος ο Μπίλι Τζόελ μπροστά από το πιάνο του να εξηγεί την έμπνευση πίσω από τόσα εμβληματικά του τραγούδια. Πώς το “Vienna” παραπέμπει στον πατέρα του που εξαφανίστηκε από τη ζωή του, όταν ήταν μικρός για να τον ανακαλύψει είκοσι χρόνια αργότερα στη Βιέννη με μια άλλη οικογένεια, πώς οι ιστορίες των θαμώνων ενός πιάνο μπαρ στους στίχους του “Piano Man” βασίστηκαν στην εμπειρία του ως πιανίστα σε μπαρ ξενοδοχείου ή το σφύριγμα στην αρχή του “Stranger” ήταν μια αυθόρμητη πρόταση του παραγωγού Phil Ramone υπέρ της απλότητας.
Αλλά και τα σχόλια άλλων σπουδαίων μουσικών γύρω από το έργο του Μπίλι Τζόελ είναι ανεκτίμητα: για παράδειγμα η παραδοχή του Πολ ΜακΚάρτνεϊ ότι το ένα τραγούδι που θα ήθελε να είχε γράψει εκείνος ήταν το “Just the way you are“, το σχόλιο του Στινγκ σχετικά με το ότι το ίσως πιο ερωτικό τραγούδι του Τζόελ, το Baby Grand (το οποίο και συνέθεσε έχοντας στο μυαλό του να το ηχογραφήσει ως ντουέτο με τον Ρέι Τσαρλς, όπως και έγινε) έχει ως αντικείμενο τον πιο σταθερό δεσμό της ζωής του: το πιάνο του, ή τις παρατηρήσεις του Μπρους Σπρίνγκστιν σχετικά με τη διαχρονική δομή των τραγουδιών του και πολλά άλλα.
Δύο εντελώς διαφορετικά σε θέμα και ύφος ντοκιμαντέρ που όμως ξεχωρίζουν για τη διεισδυτική τους ματιά και δεν φοβούνται να θέσουν τα δύσκολα ερωτήματα ή να εξετάσουν τις λιγότερο γνωστές πτυχές. Και πάλι η υπογραφή HBO επιδεικνύει την ισχύ της, ακόμα και στα τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ.
