Η Clare Pooley δεν είναι άγνωστη στη χώρα μας, αντιθέτως έχει αγαπηθεί από ένα ευρύ, πολυποίκιλο αναγνωστικό κοινό. Τη γνωρίσαμε στην Ελλάδα με το πρώτο της βιβλίο το Πράσινο Σημειωματάριο, μας έγινε συνήθεια με το επόμενο Οι επιβάτες της αποβάθρας 5 συστήνοντας ένα καινούργιο καστ αξέχαστων, εκκεντρικών και λίγο αναπάντεχων χαρακτήρων, και τώρα, λίγες εβδομάδες πιο πριν, εμφανίζεται και πάλι με το τρίτο της βιβλίο Πώς να μεγαλώσετε χωρίς αξιοπρέπεια.

Μία από τις ηρωίδες της η Ντάφνι η οποία φτάνοντας τα εβδομήντα, γνωρίζει καλά ότι η ηλικία είναι απλώς ένας αριθμός. Ξέρει επίσης ότι η κοινωνία την αγνοεί, κάτι που εκμεταλλεύεται για να κρύψει κάποιες σκοτεινές πτυχές της ζωής της. Όμως, καθώς περνούν τα χρόνια, νιώθει την ανάγκη να αποκτήσει φίλους. Η ιδέα να εγγραφεί σε μια κοινωνική λέσχη ηλικιωμένων την τρομάζει – δεν αντέχει τις τυπικότητες και τα παιχνίδια με τραπουλόχαρτα. Οι εκπλήξεις σύντομα θα κάνουν την εμφάνισή τους στα πρόσωπα των μελών που δεν μοιάζουν σε τίποτα με όσα εκείνη είχε φανταστεί.

Και σε αυτό το βιβλίο της η Clare Pooley θα μας συστήσει μια ακόμη ενδιαφέρουσα ομάδα ανθρώπων που, εκτός από την ηλικία που βρίσκονται δεν μοιάζουν σε τίποτα μεταξύ τους. Ο Αρτ, ένας αποτυχημένος ηθοποιός και αμετανόητος κλεπτομανής, η Ρούμπι, μια καλλιτέχνιδα του δρόμου που πλέκει με πάθος, και η Λίντια, που έχει αναλάβει τη διαχείριση της λέσχης αλλά δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα.

 

 

«Στην τηλεόραση και στα βιβλία που συχνά διαβάζω οι άνθρωποι άνω των 70 εκπροσωπούνται από χαρακτήρες αρκετά στερεοτυπικούς. Πληγωμένοι, μοναχικοί, ανίκανοι με την τεχνολογία. Σήμερα, στα 57 μου χρόνια δεν με φαντάζομαι καθόλου έτσι μεγαλώνοντας και ούτε θέλω να παρουσιάζονται με αυτόν τον τρόπο. Για αυτό και σε αυτό το βιβλίο σκιαγραφώ χαρακτήρες που βάζουν παγίδα στα στερεότυπα. Είναι διασκεδαστικοί, απολαυστικοί, παιχνιδιάρικοι και λίγο άτακτοι», μοιράζεται η Clare Pooley στην κουβέντα μας όταν βρέθηκε πριν από λίγο καιρό στην Ελλάδα. Δεν έχασα καμία ευκαιρία να τη συναντήσω και να μιλήσουμε για αυτή τη νέα της ιστορία που ξεχειλίζει από χιούμορ:

«Ήθελα πολύ να προβάλλω το ζήτημα της ωρίμανσης, της τρίτης ηλικίας ειδικά για τις γυναίκες που μοιάζουν αόρατες μεγαλώνοντας. Και εδώ εντοπίζεται και το εμφατικό για εμένα σημείο: Όταν η ηλικία σε κάνει αόρατο, είναι πιο εύκολο να κρατήσεις τα μυστικά σου κρυφά. Κάθε ένας από τους βασικούς χαρακτήρες μου σε αυτό το βιβλίο έχει πολλά κρυμμένα μυστικά».

Η αρχική σκηνή του βιβλίου ήταν ξεκάθαρη στο μυαλό της από καιρό. Ένα λεωφορείο στο δρόμο με ηλικιωμένους επιβάτες και παιδιά. Όταν ένα περιπολικό προσεγγίζει, κάθε ένας από τους επιβάτες αναρωτιέται για την ενοχή του, φαίνεται πως όλοι έχουν σοβαρό λόγο να πιστεύουν στην ενοχή τους. Είναι πολλά τα κρυμμένα μυστικά, αναφέροντας σχετικά η Clare Pooley:

«Με αυτή τη σκηνή επέλεξα να ξεκινήσω το βιβλίο μου σαν πρόλογο. Στη συνέχεια μέσα από την ιστορία που αφηγούμαι ξετυλίγεται κάθε ένας από τους χαρακτήρες αποκαλύπτοντας τον λόγο που πίστευε ότι η αστυνομία ήθελε να τον είχε συλλάβει».

Η Clare Pooley αγαπάει τα βιβλία και από μικρή θυμάται τον εαυτό της να γράφει και να διαβάζει ασταμάτητα. Ένα πάθος που ξαφνικά μεγαλώνοντας, έσβησε, χάθηκε, μαζί με ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της αφήνοντάς την με ένα τεράστιο κενό. Ένα κενό που σιωπηρά θα έρθει να καλύψει το αλκοόλ και ο εθισμός της σε αυτό. Αλλά ακόμα και μετά τη δύσκολη φάση του εθισμού, το κενό υπάρχει:

«Συμβαίνει σε πολλούς ανθρώπους με εθισμό αυτό. Υπάρχει κενό λόγω του χώρου που πλέον υπάρχει στο μυαλό σου. Ένας χώρος στη ζωή σου που για να παραμείνεις νηφάλιος πρέπει να βρεις με κάτι να τον γεμίσεις. Αυτό που τελικά ανακαλύπτεις είναι όλα όσα αγαπούσες όταν ήσουν παιδί. Και συνειδητοποιείς ότι η ζωή σου έκανε κύκλους γύρω από όλα αυτά μέχρι τελικά να τα ξανασυναντήσεις. Και αυτό τονίζω συνέχεια στα παιδιά μου. Να μην ξεχάσουν ποτέ μεγαλώνοντας τι είναι εκείνο που τα κάνει να λαχταρούν σαν παιδιά και να μην το αφήσουν ποτέ. Αγαπούσα πολύ να γράφω και να διαβάζω βιβλία αλλά μέχρι τα 46 μου, είχα καταλήξει να γράφω μόνο παρουσιάσεις», μου είχε πει στην πρώτη μας συνάντηση πριν από δύο χρόνια.

Αγαπάει πολύ τις προσγειωμένες ιστορίες, εκείνες που πατούν γερά στη γη, με αληθινούς ήρωες, εκείνες που προβάλλουν το αληθινό πρόσωπο των ανθρώπων, με όλα τα βάρη, τις ρυτίδες, τα ψεγάδια και θυμίζουν πως όλοι μας, σε όποια φάση της ζωής μας κι αν βρισκόμαστε, παλεύουμε διαρκώς για κάτι. 

«Σε αυτό το βιβλίο όπως και στα προηγούμενα οι ήρωές μου δεν είναι ξεκάθαροι από την αρχή, είναι ελαφρώς σκιαγραφημένοι στο μυαλό μου. Ξεκινάω πάντα από τις αδυναμίες τους, τις αλλαγές που επιζητούν στη ζωή τους, τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες τους και καθώς γράφω την ιστορία, αρχίζουν να ξετυλίγονται αποκαλύπτοντας την προσωπικότητά τους. Η γνωριμία μου μαζί τους μοιάζει τελικά με μια περιπέτεια καθώς σιγά σιγά μου αποκαλύπτονται».

Συνήθως γράφει όταν όλοι κοιμούνται, αυτές τις μοναχικές, σκοτεινές ώρες της νύχτας πριν χαράξει, όταν η απόλυτη ησυχία είναι ο μόνος ήχος στα αυτιά της – και εκείνος των πλήκτρων του υπολογιστή της.

 

 

Αναρωτιέμαι αν έχει ένα συγκεκριμένο προφίλ αναγνώστη στο μυαλό της όταν γράφει και μου απαντάει:
«Προσπαθώ να μην έχω. Πιστεύω ότι όταν γράφεις, πρωτίστως πρέπει να γράφεις για εσένα και όσα σε απασχολούν, για όσα εσύ αγωνιάς. Ωστόσο, κρίνοντας από την επικοινωνία που έχω με τους αναγνώστες είτε μέσα από τα μηνύματα που λαμβάνω διαδικτυακά ή τα γράμματα, οι αναγνώστες μου ποικίλουν. Ο κόσμος βιώνει σήμερα πολλές δυσκολίες και οι ιστορίες μου τους καθησυχάζουν, τους ηρεμούν, τους κάνουν να νιώθουν καλύτερα. Διαβάζουν τις ιστορίες μου σαν ψυχοθεραπεία. Όπως άλλωστε κάνω και εγώ. Γράφω ως μορφή θεραπείας για μένα. Το γράψιμο με βοηθάει να διερευνώ όλα όσα αγαπώ και μισώ σε αυτό τον κόσμο».

Τι άραγε συμβαίνει στη ζωή ενός συγγραφέα όταν ολοκληρώνει ένα βιβλίο του, όταν επιτέλους μπαίνει μια τελεία στην ιστορία του; Νιώθει απελευθερωμένη, νιώθει λύπη, τη ρωτάω:

«Νιώθω μεγάλη λύπη. Ωστόσο οι χαρακτήρες μένουν για αρκετό καιρό μαζί μου. Είναι οι καλύτεροί μου φίλοι, είναι μέρος της οικογένειάς μου, τους αγαπώ. Βλέπεις για αυτό γράφω feelgood ιστορίες. Γιατί πρέπει να μου αρέσουν οι ήρωές μου, κατοικούν στο μυαλό μου για πολύ καιρό. Θα ήταν αδύνατον να μην τους συμπαθώ. Δεν μπορώ να φανταστώ να έχω στο μυαλό μου έναν κατά συρροή δολοφόνο. Θα έχανα τα λογικά μου».

Αυτή τη στιγμή ταξιδεύει για να συστήσει στους αναγνώστες της τη νέα της ιστορία και ταυτόχρονα ονειρεύεται να τη δει σύντομα να μεταφέρεται στη μικρή οθόνη σε σειρά. Έχει σκεφτεί και τους ηθοποιούς για να υποδυθούν δύο από τους χαρακτήρες του βιβλίου της: την υπέροχη Έλεν Μίρεν ως Ντάφτνι και τον Μπιλ Νάι στο ρόλο του Αρτ. Μένει να δούμε τελικά αν όλα θα γίνουν όπως τα ονειρεύεται…

 

Το βιβλίο «Πώς να μεγαλώσετε χωρίς αξιοπρέπεια» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιo