Η έκθεση «Θέρος, τρύγος, πόλεμος» είναι η πρώτη ατομική του Αργύρη Ραλλιά στην Ελλάδα. Από το Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου παρουσιάζει στο εργαστήριό του στα Πετράλωνα, Studio Contrapposto, δώδεκα γλυπτά έργα τα οποία αναφέρονται σε τραυματικές εμπειρίες και περιβαλλοντικές καταστροφές.

Αναμoνή, 2025 | Mπετόβεργες, τσιμέντο, 300 x 80 x 65 εκ.

Καλλιτεχνικό Σημείωμα

«Θέρος, τρύγος, πόλεμος»

Μια φράση που ακούω από την παιδική μου ηλικία, που φανερώνει την ανάγκη για άμεση κινητοποίηση σε μια κατάσταση που δεν επιδέχεται αναβολή και απαιτεί τη συντονισμένη δράση και την κοινή προσπάθεια μιας ομάδας.

Μεγάλωσα σε έναν μικρό τόπο περιτριγυρισμένο από θάλασσα. Σε αυτόν τον τόπο οι άνθρωποι είχαν κατανοήσει την έννοια του μέτρου και της κλίμακας με έναν τρόπο απόλυτα φυσικό. Το γεγονός ότι προέρχομαι από οικογένεια χειρωνακτών, κτιστάδων, με βοήθησε να κατανοήσω πώς διαμορφώνεται και μετασχηματίζεται η ύλη. Ίσως αυτά να αποτελούν και τα πρώτα μου μαθήματα στη γλυπτική.

Σε εκείνο το τοπίο μπορώ ακόμη και σήμερα να διακρίνω τα ίχνη των ανθρώπων που πέρασαν και έφυγαν αθόρυβα, αφήνοντας πίσω τους διακριτικά σημάδια. Συχνά φαντάζομαι τους τόπους ως γλυπτά τεράστιας κλίμακας, σμιλευμένα από πολλές γενιές που εργάστηκαν πάνω τους, η μία μετά την άλλη, με συνέπεια και διαδοχή.

Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η πλαστικότητα των συλλογικών σχέσεων που αναπτύσσονται σε κλειστά περιβάλλοντα, όπως αυτό ενός νησιού. Εκεί κάθε μονάδα έχει τη δική της λειτουργική και υπαρξιακή σημασία στο σύνολο. Οι σχέσεις δεν είναι αφηρημένες, είναι απαραίτητες. Αυτή ακριβώς η λειτουργία της κοινότητας είναι για μένα μια μορφή γλυπτικής της καθημερινότητας, μια πράξη σύνθεσης, ισορροπίας και στήριξης.

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών των κοινοτήτων είναι οι καθημερινές ιστορίες. Ιστορίες θάρρους, ηρωισμού, αλλά και τρυφερού χιούμορ, ιστορίες στις οποίες μπορώ να τοποθετήσω τον εαυτό μου σαν να ήμουν παρών, σαν να τις είχα ζήσει. Αυτές οι αφηγήσεις έχουν δύο βασικά χαρακτηριστικά: δεν ανήκουν σε συγκεκριμένο χρόνο ούτε σε συγκεκριμένο τόπο. Δεν αναζητούν ήρωες μέσα σε εξιδανικευμένα σκηνικά, αλλά εκτυλίσσονται μέσα στη ρουτίνα της καθημερινότητας, εκεί όπου βρίσκεται η αυθεντικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας.

Κάπως έτσι συναντήθηκα με τη γλυπτική, μέσα από την αφήγηση ενός ανθρώπου που μου μίλησε για τη σχολή στον Πύργο της Τήνου και για τον Γιαννούλη Χαλεπά, με έναν τρόπο σχεδόν μυθικό, σαν να μου μετέφερε κάτι που ανήκε στον κόσμο του θρύλου.

Πισίνα, 2025
Μαρμάρινος νεροχύτης, φως, νερό, 60 x 50 x 30 εκ.

Στην έκθεση αυτή παρουσιάζονται γλυπτά που λειτουργούν ως κέντρα αφηγηματικής βαρύτητας για τέτοιου είδους ιστορίες, άλλοτε χιουμοριστικές, άλλοτε βαθιά υπαρξιακές. Τα δώδεκα έργα που παρουσιάζω σε αυτή την έκθεση έχουν ως βασική θεματική την αλλαγή του τοπίου και της κοινότητας πριν και μετά την ανεξέλεγκτη επέλαση του τουρισμού. Αν και η ιστορία έχει δείξει ότι οι κοινότητες με κάποιον τρόπο επιβιώνουν και εξελίσσονται, σήμερα παρατηρώ τη σταδιακή εξαφάνιση αυτών των δεσμών. Μια αποσύνθεση που με προβληματίζει και σε έναν βαθμό με πληγώνει.

Δεν επιθυμώ να αναλύσω το κάθε έργο ξεχωριστά ούτε να προσπαθήσω να πείσω τον θεατή με λέξεις. Άλλωστε, ό,τι φτιάχνουμε στο παρόν ήδη ανήκει στο παρελθόν. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η γλυπτική για μένα αναδύεται από μια ανάγκη που δεν μπορώ να αγνοήσω. Τα υλικά είναι φορείς αυτής της ανάγκης: τα φρύγανα, το τσιμέντο, οι μπετόβεργες, οι πέτρες από τα εγκαταλειμμένα λατομεία, το χώμα, ακόμη κι ένας παλιός μαρμάρινος νεροχύτης. Όλα φέρουν μνήμη και συνομιλούν με τον θεατή με τον πιο άμεσο τρόπο.

Βιώνω τον τόπο που μεγάλωσα όχι σαν επισκέπτης που βλέπει έναν γραφικό, τουριστικά ωραιοποιημένο προορισμό. Τον νιώθω ως έναν τόπο ζωντανό και εύθραυστο, που κατοικείται από ανθρώπους άρρηκτα συνδεδεμένους με τη φύση και το περιβάλλον τους. Ανθρώπους που δημιουργούν τις δικές τους σχέσεις και μηχανισμούς για να επιβιώσουν, με εφευρετικότητα και ταπεινότητα. Δεν υπάρχει διάθεση εξιδανίκευσης μιας παλιάς, χαμένης εποχής. Αντίθετα, επιθυμώ μια πιο ομαλή μετάβαση στις νέες συνθήκες που εγκαθίστανται δίχως πρώτα να έχουν γίνει βίωμα.

Η γλυπτική είναι τέχνη σωματική. Αρκεί να παρατηρήσει κανείς έναν γλύπτη την ώρα που δουλεύει για να αντιληφθεί πως ο γλύπτης, το υλικό και ο χώρος βρίσκονται σε μια συνεχή διαπραγμάτευση, μια πάλη για την οριοθέτηση και τη συνύπαρξή τους. Η προσπάθεια να μεταφέρεις τα υλικά, η κόπωση, η εξάντληση από το κουβάλημα και το στήσιμο, η διαρκής παρουσία του πόνου και του ρίσκου, είναι όλα αναπόσπαστα στοιχεία της δημιουργίας.

Το ρίσκο αποτελεί βασικό συστατικό της ίδιας της πράξης. Αν ένα έργο δεν με οδηγεί σε άγνωστα νερά, αν δεν με προκαλεί σε αχαρτογράφητη πορεία, τότε το αποφεύγω. Η πλαστική, σε αντίθεση με τη γλυπτική, είναι διαδικασία απόλαυσης. Αυτή η ιδιότητα των υλικών να μεταβάλλονται, η πρόσθεση και η αφαίρεση, μου δίνει τη δυνατότητα να δημιουργώ με βάση το συναίσθημα και όχι τον απόλυτο έλεγχο.

Αυτή η σωματικότητα της τέχνης τείνει να εκλείψει. Η απόφαση να δουλεύω με τα χέρια μου, σε μια εποχή βαθιά μεταβιομηχανική και τεχνολογικά κορεσμένη, συνιστά μια θέση απέναντι στον εντυπωσιασμό του άψογου, αλλά άψυχου αντικειμένου. Αντιθέτως, στόχος μου είναι να κάνω ορατές τις ατέλειες, τα λάθη, την ανθρώπινη αδυναμία.

Η διαδικασία κάθε έργου φέρει για μένα χαρακτήρα τελετουργικό. Καλωσορίζω κάθε καινούργιο έργο όπως θα υποδεχόμουν έναν πολύτιμο μουσαφίρη. Συνήθως ξεκινώ από ένα σχέδιο, το οποίο μεταφέρω στον πηλό, στη συνέχεια δημιουργώ το καλούπι με γύψο και έπειτα προχωρώ στην τελική του μορφή. Άλλοτε το σκαλίζω απευθείας σε πέτρωμα και άλλοτε χρησιμοποιώ τα καλούπια για να παραχθεί ένα νέο υλικό, όπως μπρούτζος ή τσιμέντο.

Φρυκτωρίες, 2025 | αλάβαστρο, πέτρες μεταλλίου από Κύθνο, φως, 120 x 30 x 30 εκ.

Η επιλογή να παρουσιαστεί η έκθεση μέσα στο εργαστήριο δεν έγινε λόγω δυσκολίας εύρεσης άλλου χώρου. Αντιθέτως, ήταν μια συνειδητή τοποθέτηση. Το εργαστήριο είναι το έργο και το έργο είναι το εργαστήριο. Η γλυπτική, ως τέχνη του χώρου, σχετίζεται οργανικά με το περιβάλλον όπου δημιουργείται. Ο Μπουρντέλ πίστευε πως τα έργα αποκτούν ζωή στον χώρο της γέννησής τους και πως ο θεατής μπορεί να τα βιώσει πιο ουσιαστικά εκεί, γιατί δεν είναι μόνο αντικείμενα αλλά περιβάλλοντα με τα οποία συνομιλεί.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως τα έργα δεν είναι αυθύπαρκτα. Στόχος μου είναι τα έργα να στέκονται αυτόνομα στον χώρο, χωρίς εξαρτήσεις, χωρίς βάσεις, και να προκαλούν τον θεατή να κινηθεί γύρω τους, όπως ακριβώς κινείται ένας χορευτής.

Πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι που καθημερινά στολίζουν το πολύχρωμο υφαντό του κόσμου με μια καινούργια κλωστή αποτελούν αδιάψευστο πειστήριο ότι η τέχνη βρίσκει τον τρόπο της να υπάρξει ακόμα και στις πιο απλές πράξεις. Αυτοί οι άνθρωποι δεν αναζητούν καμία σελίδα στο βιβλίο της ιστορίας και ελπίζω το έργο μου να αναδεικνύει τις συνδέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους και τις καταστάσεις που δημιουργούνται. Αυτός είναι ο λόγος που υπογράφω και δια χειρός. Όπως οι βυζαντινοί αγιογράφοι θεωρώ το έργο τέχνης συλλογικό.

Για όλα αυτά και για πολλά που δεν έχει νόημα να αναφέρω εδώ, θέλω αυτήν την πρώτη μου έκθεση (στην Ελλάδα) να την αφιερώσω στη Νίκη μου.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στους συνεργάτες της έκθεσης: στον επιμελητή Χριστόφορο Μαρίνο, στη Ζωή Γιώτσα για την οργάνωση και την παραγωγή, στον Πάνο Κοκκινιά για τις φωτογραφίες και στον Βίκτωρα Γκόγκα για τον σχεδιασμό της συνοδευτικής έκδοσης. Επίσης, σε όλους τους ακριβούς μου φίλους, παρόντες και απόντες, που με στήριξαν και ήταν εκεί, καθώς και στην οικογένειά μου και ιδιαίτερα στον πατέρα μου που τρέχει και προσπαθεί να κατανοήσει τις ιδέες μου για τα έργα μου, φέρνοντάς μου υλικά.

Στους Νίκο Ζυγομήτρο, Κατερίνα Ιεροδιακόνου, Νεκτάριο Παππά, Σπύρο Παππαρίδη, Θεοχάρη Κατρακάζη, Θοδωρή Μαυρίδη, Δημήτρη Γούση, Νίκο Ραλλιά, Ευαγγελία Φιλιππότη, Γιώργο Κώρο, Μανόλη Μανουσάκη, Αλέξη Αλεβιζάκη, Δημήτρη Σκαλκώτο, Αργύρη Σκαλκώτο.

Αργύρης Ράλλιας

Τελευταία βουτιά, 2025 | Μπρούτζος, φρύγανο, 110 x 100 x 100 εκ.

Σημείωμα επιμελητή

«Η ένταση έχει έναν χώρο τελείως δικό της» αποφαίνεται ο Ιταλός φιλόσοφος Giorgio Agamben. Η γλυπτική του Αργύρη Ραλλιά διαθέτει πλαστική ένταση, μια σπάνια υλική δύναμη που παράγει τη δική της χωρικότητα. Ο εντατικός χαρακτήρας της γλυπτικής του απορρέει από το αφομοιωμένο βίωμα και το αδιαμεσολάβητο συναίσθημα, που επιτρέπουν στον καλλιτέχνη να σμιλεύει χώρους και χρόνους αναμιγνύοντας τους δεξιοτεχνικά.

Τα δώδεκα έργα που παρουσιάζει στο εργαστήριό του στα Πετράλωνα αναφέρονται σε τραυματικές εμπειρίες και περιβαλλοντικές καταστροφές. Ένα από τα φλέγοντα ζητήματα που θίγει ο καλλιτέχνης είναι ο απότομος μετασχηματισμός και η ριζική αλλοίωση του φυσικού τοπίου των Κυκλάδων, που οδηγούν στη σταδιακή εξαφάνιση και καταστροφή του. Τα γλυπτά του Ραλλιά τροφοδοτούνται από εικόνες, μύθους, αφηγήσεις, στιγμές, σκέψεις, χειρονομίες, αναμνήσεις, γεγονότα, συναντήσεις, εντέλει από την ίδια τη ζωή – και πιο συγκεκριμένα από τη ζωή στην επαρχία, σε ένα νησί, σε μια άγρια γη που περιβάλλεται από θάλασσα και κατοικείται από ανθρώπους και ζώα. Η αρμονική συμβίωση ανθρώπων και ζώων με φόντο μια ανήμερη φύση απασχολεί έντονα τον καλλιτέχνη.

Έχοντας μεγαλώσει στην Κύθνο μιας άλλης εποχής, πριν την επέλαση των τουριστών, ο Ραλλιάς γνωρίζει από πρώτο χέρι την αγνότητα και αγιοσύνη των ζώων, τι σημαίνει αγάπη, φροντίδα αλλά και σκληρότητα απέναντί τους. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον άνθρωποι και ζώα αποτελούν ένα αδιάσπαστο σώμα, μια μεγάλη αγκαλιά, τρυφερή και ασφυκτική ταυτόχρονα, όπως στα πολυπρόσωπα γλυπτά του από αλάβαστρο. Το τσιμεντένιο κατσικάκι που στέκεται πάνω σε τέσσερις μπετόβεργες, οι οποίες παραπέμπουν σε αναμονές (γνωστές και ως «προικοσίδερα»), είναι ένας σύγχρονος μάρτυρας, ένας εσταυρωμένος, όπως ο ηρωικός γαϊδουράκος στην ταινία  «Στην τύχη ο Μπαλταζάρ» (1966) του Robert Bresson. Στο ίδιο πνεύμα, ο σφαγμένος κόκορας (Θεμέλιο), που θυσιάζεται κατά τη θεμελίωση ενός σπιτιού, είναι μια ειρωνική αναφορά στην υπερδόμηση που απειλεί την ταυτότητα των ελληνικών νησιών. Κρεμασμένο ανάποδα στον χώρο, σαν μια αντιστροφή του μεταλλικού ανεμοδείκτη κόκορα, το σιδερένιο γλυπτό του Ραλλιά αποτελεί το ιδανικό σύμβολο ενός αναποδογυρισμένου κόσμου – ενός κόσμου κλονισμένου, μεταβαλλόμενου, αφύσικου. Ο άνθρωπος δεν έχει πια ανάγκη τον διακοσμητικό και λειτουργικό κόκορα για να του υποδείξει την κατεύθυνση του ανέμου, του αρκούν οι ανεμογεννήτριες.

Η γλυπτική του Ραλλιά είναι ένας ύμνος στη χαμένη αθωότητα. Πρόκειται για μια γλυπτική που δεν βασίζεται απλώς στο βίωμα, αλλά επιχειρεί να το ολοκληρώσει. Το βίωμα αυτό είναι αρχικά προσωπικό και ανάγεται μέσω της γλυπτικής τέχνης σε συλλογικό. Και με αυτή την έννοια ολοκληρώνεται και διευρύνεται, αφορά ένα φαινόμενο, ένα κοινωνικό γεγονός, ένα συλλογικό τραύμα, όπως είναι η καταστροφή του ελληνικού τοπίου από την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη και την απληστία των ανθρώπων. Είναι μια γλυπτική που, εμμέσως πλην σαφώς, αναφέρεται στην καταστροφή της εμπειρίας, μια γλυπτική που προσπαθεί να διασώσει το βίωμα και όχι απλώς να το μορφοποιήσει.

Στα γλυπτά του Ραλλιά πρωταγωνιστούν άνθρωποι και τοπία, άνθρωποι μέσα σε τοπία και άμεσα συνυφασμένοι με αυτά, όπως ο Χαλεπάς με το χειροποίητο τοπίο της Τήνου και ο Παπαδιαμάντης με το τοπίο της Σκιάθου. Εστιάζοντας στο δίπολο οικειότητα-ανοικειότητα, ο καλλιτέχνης σμιλεύει ψυχικές πληγές, πληγές στην ψυχή και στο τοπίο, μεταφέροντας στο μάρμαρο αφηγήσεις του πατέρα του και της γιαγιάς του (όπως στην Προίκα), μνήμες από συγγενικά πρόσωπα και γείτονες που μοιάζουν με μυθιστορηματικούς ήρωες, συναντήσεις με το φυσικό τοπίο, με κρυφές όψεις της φύσης (όπως στις Αυγουστιάτικες μύγες), με άγνωστους αν και αξιοσημείωτους ανθρώπους, που αποδεικνύονται καθοριστικές. Για τον νεαρό γλύπτη, οι συναντήσεις αυτές είναι «πάντα σε εξέλιξη», για να θυμηθούμε πάλι τον Agamben, ο οποίος σημειώνει ότι η συνάντησή του με τον Heidegger και τον Benjamin «δεν τέλειωσε ποτέ» και στη μνήμη του είναι «άρρηκτα συνδεδεμένη με το, ανέγγιχτο ακόμη από τον τουρισμό, τοπίο της Προβηγκίας.»

Ο Ραλλιάς διαχειρίζεται συχνά τον θυμό του με υποδόριο χιούμορ και ειρωνεία. Στο γλυπτό «Η τελευταία βουτιά» ένας ανέμελος τουρίστας (αντί να βουτήξει στη θάλασσα) προσγειώνεται σε έναν ξερό ακανθωτό θάμνο που ο καλλιτέχνης έχει φέρει από την Κύθνο. Καρφωμένος ανάποδα στην αστοιβή, με τα μπρούτζινα γυμνά του πόδια στον αέρα, είναι κι αυτός θύμα της τουριστικής υπερδόμησης. Τα νερά στέγνωσαν, η θάλασσα έγινε στεριά, οι γεωτρήσεις στράγγιξαν τον υδροφόρο ορίζοντα με αποτέλεσμα να ξεραθούν τα φρύγανα που συγκρατούν τα εδάφη και συμβάλλουν στη διατήρηση του οικοσυστήματος. Εδώ μια στιγμή αναψυχής μετατρέπεται σε καφκική Πτώση. Η ακίνητη κίνηση που διακρίνει αυτό το έργο εντοπίζεται και στην «Πισίνα», όπου μια ανάγλυφη φιγούρα είναι σκαλισμένη στο εσωτερικό ενός παλιού νεροχύτη από Πεντελικό μάρμαρο.

«Αληθινός πολιτισμός είναι να ζεις στο περιβάλλον σου και να μην το καταστρέφεις», υποστηρίζει ο μουσικός και ακτιβιστής Sting σε μια τηλεοπτική συνέντευξη το 1989, καθισμένος στο πλευρό του Raoni Metuktire, ηγέτη των αυτοχθόνων της Βραζιλίας, ο οποίος μάχεται ακόμα ενάντια στην καταστροφή των τροπικών δασών του Αμαζονίου. Η απλή σκέψη-συμβουλή του Sting μάς βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τις προθέσεις του Ραλλιά. Στην ουσία, η έκθεσή του με τίτλο «Θέρος, τρύγος, πόλεμος» δεν μιλάει μόνο για την εξαφάνιση του τοπίου, αλλά και για τον αφανισμό του πολιτισμού, την πολιτιστική απερήμωση. Από αυτή την άποψη, ο τίτλος της έκθεσης, μια φράση που άκουγε συχνά από τα χείλη του πατέρα του, είναι εδώ ο πλέον ταιριαστός: αφενός υποδηλώνει μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, που απαιτεί την κινητοποίηση και ευαισθητοποίηση της κοινότητας· αφετέρου είναι και ένα κάλεσμα σε αντίσταση ενάντια στην τουριστικοποίηση.

«Η γλυπτική είναι φως» μού λέει ο καλλιτέχνης μνημονεύοντας τον Ιταλό ιστορικό τέχνης Cesare Brandi. Η ίδια η γλυπτική του όμως προσφέρει φως. Το βιωματικό έργο του, σταθερά επικεντρωμένο στην αγάπη για την αλήθεια και τον γενέθλιο τόπο, είναι χωρίς αμφιβολία μια ελπίδα για την ελληνική γλυπτική. Λέμε συχνά «Πάρε αυτό που αγαπάς και κάντο βίωμα σου», αλλά στην περίπτωσή του Αργύρη Ραλλιά ισχύει μάλλον το αντίθετο: Πάρε το βίωμά σου και κάντο αυτό που αγαπάς.

Χριστόφορος Μαρίνος
Ιστορικός της τέχνης και επιμελητής

Προίκα, 2023 | Μάρμαρο, ξύλινο κομοδίνο, 110 x 30 x 35 εκ.

Σύντομο βιογραφικό

Ο Αργύρης Ραλλιάς (γεν. 1993) είναι σύγχρονος εικαστικός καλλιτέχνης με έδρα την Ελλάδα. Είναι απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών Πανόρμου, Τήνος (2011–2014), της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας (2014–2019) και ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στη γλυπτική στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Καρράρας στην Ιταλία (2021–2023).

Το έργο του έχει παρουσιαστεί σε σημαντικά μουσεία και εκθεσιακούς χώρους, όπως το Musei Civici Varese στην Ιταλία, το Μουσείο Μπενάκη στην Αθήνα, το Ωδείο Αθηνών, το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και το TISE StonExpo 2023 στο Λας Βέγκας. Η πρώτη του ατομική έκθεση, με τίτλο “Gioco di Guerra”, πραγματοποιήθηκε στην Καρράρα της Ιταλίας τον Ιούλιο του 2023.

Εγκαίνια: Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου, 18:00-23:00

Ώρες λειτουργίας: 18:00-22:00

Τοποθεσία: Studio Contrapposto
Θεσσαλονίκης 185, Πετράλωνα 11852, Αθήνα