Η CAN Christina Androulidaki Gallery παρουσιάζει την έκθεση του Νίκου Μάρκου με τίτλο «Γκάζι, 1982–1984». Η έκθεση περιλαμβάνει 13 ασπρόμαυρες φωτογραφίες —σπάνια vintage silver gelatin prints, τυπωμένα αναλογικά από τον ίδιο τον καλλιτέχνη σε σκοτεινό θάλαμο το 1985— καθώς και 12 έγχρωμες φωτογραφίες της ίδιας περιόδου.
Οι φωτογραφίες αποτυπώνουν το Γκάζι σε μια περίοδο βαθιάς μετάβασης: λίγο πριν από το κλείσιμο του εργοστασίου φωταερίου, το 1984. Το εργοστάσιο, ιδρυμένο το 1857, δεν αποτελεί απλώς ένα σημαντικό βιομηχανικό συγκρότημα, αλλά και έναν ιστορικό τόπο, τον οποίο ο καλλιτέχνης καταγράφει —μαζί με τους ανθρώπους του— σε μια κομβική στιγμή της νεότερης ελληνικής αστικής ιστορίας, λίγο πριν σβήσει και χαθεί οριστικά.
Ο Νίκος Μάρκου μπήκε για πρώτη φορά επίσημα στον χώρο το 1982, έπειτα από επανειλημμένες —αρχικά άκαρπες— προσπάθειες να εξασφαλίσει άδεια φωτογράφισης, και συνέχισε να επιστρέφει εκεί για περίπου δύο χρόνια, ολοκληρώνοντας σταδιακά το έργο του. Επιλέγει να φωτογραφίζει κυρίως χειμωνιάτικες, συννεφιασμένες μέρες, ώστε το φως να μην «καίει» την εικόνα πέφτοντας σκληρά πάνω στις επιφάνειες. Μέσα από αυτή την επιλογή συγκροτεί ήδη τη γλώσσα που θα αναπτύξει τις επόμενες τέσσερις δεκαετίες: μια συνειδητή χρήση του φωτός και της σκιάς ως δομικών στοιχείων της φόρμας. Τα chiaroscuro του παραμένουν μαλακά, επιτρέποντας στη λεπτομέρεια να αναδύεται μέσα στον καπνό, την πίσσα, τη σκόνη, τη θερμότητα και τη μαυρίλα από το κάρβουνο που καλύπτει τα πάντα, ενώ ο χώρος μοιάζει να λειτουργεί εκτός χρόνου — ένας χώρος όπου όλα είναι, τόσο φωτογραφικά όσο και στην πράξη, ασπρόμαυρα.


Όπως σημειώνει ο ίδιος: «Περνώντας την κεντρική πύλη του εργοστασίου το 1982, μεταφέρθηκα στο 1857. Οι εργασιακές συνθήκες δεν είχαν αλλάξει για εκατόν είκοσι πέντε χρόνια». Είναι χαρακτηριστικό, ότι για κάθε 15 λεπτά δουλειάς οι εργάτες έπρεπε να κάνουν μία παύση 20 λεπτών — ένδειξη της ακραίας σωματικής καταπόνησης που απαιτούσε η εργασία αυτή. Στο κέντρο του ενδιαφέροντός του παραμένουν τα πρόσωπα που συγκροτούν αυτόν τον κόσμο — η διαρκής εναλλαγή ανάμεσα στον μόχθο και την ανάπαυλα, αυτό το αδιάκοπο δίπτυχο και το διαρκές πέρασμα από τη μία κατάσταση στην άλλη. Με αυτή τη λογική, στον δεξιό τοίχο της γκαλερί παρουσιάζεται μια αυστηρή αλληλουχία από 13 ασπρόμαυρες εικόνες, η οποία αντανακλά τη διαρκή εναλλαγή. Εικόνες σκληρής εργασίας και οι ενδιάμεσες παύσεις τους, όπου οι εργάτες κάθονται να ξεκουραστούν, στέκονται και καπνίζουν, ποζάρουν στον φωτογραφικό φακό.
Κι ενώ το εργοστάσιο συγκροτείται ως ένα σχεδόν μονοχρωματικό πεδίο, που εξαλείφει κάθε χρωματική διαφοροποίηση, στα λουτρά ο Μάρκου αποκαλύπτει, σε αντίστιξη, ένα άλλο σύμπαν. Όταν κάποια στιγμή ξεγλιστρά στα ντους, η παρουσία του δεν προκαλεί καμία αντίδραση· οι εργάτες τον έχουν πλέον συνηθίσει να κινείται ανάμεσά τους με την κάμερά του. Σε κάθε του επίσκεψη τυπώνει τις φωτογραφίες που τράβηξε την προηγουμένη και τους τις μοιράζει, κι εκείνοι τις δέχονται με χαρά — ως εικόνες της δουλειάς τους, ως ένα «δώρο» που δεν ήταν δεδομένο. Έτσι, η παρουσία του ενσωματώνεται πλήρως στην καθημερινότητά τους, επιτρέποντάς του να καταγράψει έναν κατεξοχήν ιδιωτικό και μέχρι τότε αθέατο χώρο, σε στιγμιότυπα απολύτως φυσικά και καθόλου σκηνοθετημένα.

«Αυτό έγινε μετά από έξι μήνες» θυμάται. «Υπήρχε ένας χώρος όπου άφηναν τα πολιτικά τους ρούχα όταν άλλαζαν και φορούσαν τις φόρμες της δουλειάς. Τα ανεβάζανε ψηλά με συρματόσχοινα όπως έκαναν παλιά στα καθαριστήρια. Κάποια στιγμή βρέθηκα εκεί, παρατήρησα μια ξύλινη πόρτα και ρώτησα τον υπεύθυνο πού οδηγούσε. Μου είπε ότι εκεί ήταν τα μπάνια. Ρώτησα αν μπορούσα να μπω, και μου είπε “μπες”. Μπήκα, ήταν 5-6 που έκαναν μπάνιο, γελούσαν, έκαναν πλάκες μεταξύ τους, δεν έδωσαν σημασία που με είδαν, μετά από τόσον καιρό εκεί μέσα με ήξεραν. Δεν θα έλεγα ότι ήταν μόνο κουρασμένα σώματα, ανάμεσά τους υπήρχαν και νέοι, σκληραγωγημένοι. Τα χωρίσματα [των ντους] ήταν μάρμαρα, τα οποία με την υγρασία και τις σκουριές από τους σωλήνες είχαν πάρει απίστευτες πατίνες, ενώ υπήρχε και ένας φεγγίτης από τον οποίο έμπαινε φως γιατί ο ηλεκτρικός φωτισμός ήταν ισχνός. […] Τα μπάνια ήταν το μόνο κομμάτι του χώρου που είχε χρώμα, όλο το υπόλοιπο ήταν ασπρόμαυρο. Από εκεί μου δημιουργήθηκε το ενδιαφέρον για το χρώμα, γι’ αυτό έκανα τα μπάνια έγχρωμα».
Η μετάβαση αυτή δεν αφορά μόνο το μέσο, αλλά και τον ίδιο τον τρόπο θέασης: από το ντοκουμέντο της εργασίας προς την παρατήρηση της υλικότητας και της επιφάνειας. Στα λουτρά ο Μάρκου δεν αλλάζει απλώς το θέμα· αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπει ως καλλιτέχνης. Το τι θεωρεί σημαντικό να καταγράψει και το πώς το καταγράφει. Το χρώμα δεν λειτουργεί μόνο ως αισθητική επιλογή εδώ, αλλά και ως εργαλείο αποκάλυψης της ύλης. Η σειρά με τα λουτρά αποτυπώνει την καθημερινότητα αλλά και την αιωνιότητα. Σώματα γυμνά, αντρικά, ιδωμένα χωρίς εξιδανίκευση, χωρίς ωραιοποίηση, εκεί που ο χρόνος μοιάζει να επιβραδύνει και το σώμα, απαλλαγμένο από την ευθύνη του, επανέρχεται στην υλικότητά του. Κορμιά οικεία και ταυτόχρονα ηρωικά, μαρτυρούν μια σιωπηλή ανθρώπινη εγγύτητα, γεννημένη από τη συνύπαρξη και την κοινή εμπειρία του μόχθου. Απουσία κάθε επιτήδευσης, ο όποιος ερωτισμός γεννιέται— όχι ως πρόθεση, αλλά ως αποτέλεσμα της ίδιας της συνθήκης λειτουργεί σαν μια αμφίσημη ποιότητα που διαπερνά τη σκηνή, χωρίς να της ανήκει αποκλειστικά. Ο κύκλος Γκάζι παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1985, και έκτοτε αποτελεί ένα από τα πιο συνεκτικά φωτογραφικά ντοκουμέντα της νεότερης αθηναϊκής ιστορίας.

Σήμερα, 41 χρόνια μετά, επανέρχεται όχι ως νοσταλγική αναφορά, αλλά ως ενεργό πεδίο ανάγνωσης: ένα αρχείο που φέρει μέσα του τον άνθρωπο, την εμπειρία της εργασίας, την υλικότητα του χώρου και τη μετάβαση από τη βιομηχανική στη μεταβιομηχανική πόλη. Η έκθεση φωτίζει μια Αθήνα που δεν είναι πλέον ορατή, αλλά επιμένει μέσα στα ίχνη και τις μεταμορφώσεις της.

Bio.
Ο Νίκος Μάρκου (γ. Αθήνα, 1959) είναι απόφοιτος του Τμήματος Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάζεται ως επαγγελματίας φωτογράφος από το 1980. Έχει παρουσιάσει το έργο του σε δεκαέξι ατομικές εκθέσεις, μεταξύ των οποίων: Γκάζι 1982-1984 (γκαλερί CAN Christina Androulidaki, Αθήνα, 2026), Τόπος (γκαλερί Citronne, Πόρος, 2020), Inner Space (γκαλερί Citronne, Αθήνα, 2020), Cycladic Café Art Project (Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, Αθήνα, 2018), The Future Lies Behind Us (γκαλερί ΑΔ, Αθήνα, 2014), Monumenta Naturalia (γκαλερί ΑΔ, Αθήνα, 2012), Τόπος: Πτυχές του Χώρου (Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, 2010 και Photo Espana, OpenPhoto Cuenca, Ισπανία), Perama, Aspects of Greek Photography (Μπιενάλε Νίκαιας, Gallerie Mossa, Νίκαια, Γαλλία, 1998), Γκάζι (Αίθουσα Τέχνης Αστρολάβος, Αθήνα, 1997 και Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών, Αθήνα, 1985), κ.α. Έχει συμμετάσχει σε περισσότερες από εξήντα ομαδικές εκθέσεις, όπως: Why Look at Animals (ΕΜΣΤ, Αθήνα, 2025), Embrace Empathy (Μουσείο Βορρέ, Αθήνα, 2024), The Sea Around Us (Tavros, Αθήνα, 2022), The Luleå Biennial: Tidal Ground (Luleå Konsthall, 2018), Γεωμετρίες (Στέγη Ιδρύματος Ωνάση / Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2018), Τόποι Μνήμης (Athens Photo Festival, Μουσείο Μπενάκη, 2016), Faces. Portrait Photography in Europe since 1990 (PHotoEspaña, Μαδρίτη, 2016), Sense of Place: European Landscape Photography (BOZAR, Βρυξέλλες, 2012), κ.α. Έχει εκδώσει δύο μονογραφίες, Γεωμετρίες (εκδόσεις ΑΔΑΜ) και COSMOS (εκδόσεις tetarto). Εκπροσωπείται από τη γκαλερί CAN Christina Androulidaki, Αθήνα.
