Μ’ άρεσε να παίζω με τα παιχνίδια μου, ν’ ακούω παραμύθια και ιστορίες του παρελθόντος, να τραγουδάω μαζί με το ραδιόφωνο, να σκαρφαλώνω στη βιβλιοθήκη και να παίρνω τα «σοβαρά» βιβλία. Μα το έπιπλο που μ’ είχε μαγέψει στο σπίτι ήτανε μια έγχρωμη τηλεόραση, μεγάλη. Ένα ξύλινο κουτί που μπροστά είχε μια οθόνη καμπυλωτή και πολλά κουμπάκια πάνω της, με συρταράκια που έβγαιναν ροδέλες για να τη ρυθμίζεις. Συνοδευόταν μάλιστα κι από ένα τηλεκοντρόλ στο μέγεθος ενός σημερινού μεγάλου εξωτερικού σκληρού δίσκου. Προϋπήρχαν στο σπίτι ασπρόμαυρες τηλεοράσεις, μια πορτοκαλί πλαστική που πήγε στο νησί και μια μαύρη. Την οποία βλέποντας Ποπάυ στην ΕΡΤ2 μια Κυριακή μεσημέρι τράβηξα την κεραία της για να τον δω χωρίς παράσιτα να τρώει σπανάκι και την έσπασα. Η ξύλινη όμως η μεγάλη τηλεόραση ήταν το δίχως άλλο το αγαπημένο μου παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που συνέδραμε στην εκπαίδευση και στη φαντασία μου, δεν θέλω να ξεχνάτε η τηλεόραση 30 χρόνια πριν δεν ήτανε η σημερινή χαοτική και με πολλά «σκουπίδια» γιομάτη, επίπεδη και λεπτή τηλεόραση του παρόντος.

Η ειρωνεία του πράγματος ήταν ότι στην έγχρωμη τηλεόραση λάτρευα να βλέπω παλιές ελληνικές ταινίες ασπρόμαυρες. Μεγάλωσα με αυτές τις ταινίες και χαίρομαι πολύ που μεγάλωσα με αυτές. Οι ταινίες οι ασπρόμαυρες ακόμη και οι δραματικές είχαν πάντα τους ξεκάθαρη αρχή, μέση, τέλος και κάποιο τραγούδι. Οι κωμωδίες ήτανε σχεδόν πάντα θεατρικές επιτυχίες που μεταφέρονταν στο φιλμ. Όλες τους κατέγραψαν και στάθηκαν στον κοινωνικό προβληματισμό της εποχής τους δίχως βωμολοχίες με σάτιρα και έξυπνα σχόλια. Ακόμα και στα χρόνια της χούντας κατάφεραν να περάσουν τα μηνύματά τους κάποιοι εύστροφοι σεναριογράφοι με τις ιστορίες τους. Σκοπός τους ήταν να προσφέρουν γέλιο αγαλλίαση και ιδανικά ένα κοινωνικό μήνυμα ή ακόμα και μια ελπίδα για καλύτερο μέλλον στη μεταπολεμική Ελλάδα που αναπτυσσόταν και δυτικοποιούνταν.

Φυσικά λειτούργησαν και ως πλύση εγκεφάλου με αυτό τον καθωσπρεπισμό τους και το όνειρο του «Να παντρευτώ τον Αντωνάκη μου» ή «Να καλοπαντρέψω τις αδελφές μου για να καλοπαντρευτώ» και κάποια στιγμή «πριν ξεφτίσει η μπογιά μου ν’ αποκτήσω ένα ρετιρεδάκι στη Φωκίωνος Νέγρη πλάι στο ρεμάλι της, μια κούρσα και πολλά παιδιά» ή έστω «Να πιάσω μια δουλειά μια σπουδαία δουλειά και να πάρω τον κυρ Στέφανο που του ’χω αφήσει ρεφενέ στο μπακάλικό του να του παραγγείλω σοκολάτες για τα πεινασμένα μικρά αδελφάκια μου.

 

 

Μία απ’ τις αγαπημένες μου ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες είναι η Δεσποινίς Διευθυντής (1964) του Ντίνου Δημόπουλου και το θεώρησα μεγάλη τύχη που μου δόθηκε η ευκαιρία να την παρακολουθήσω στην ειδική προβολή της στην αίθουσα Παύλος Ζάννας που διοργάνωσε το 65ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης με τη Φίνος Φιλμ. Σαν άρχισαν να πέφτουν οι τίτλοι αρχής έγινα πάλι παιδί και μ’ έπιασε μια ανατριχίλα, γιατί δεν ήμουν μόνος όπως τότε στο σπίτι καθισμένος στο πάτωμα με το αγαπημένο μου πιάτο ψωμί, βούτυρο και μέλι φτιαγμένο απ΄τη μαμά, ήμουν ενήλικας πια ανάμεσα σε άλλους θεατές.

Η Τζένη Καρέζη ως Λίλα Βασιλείου είναι μια πολιτική μηχανικός ορφανή από μητέρα με μπαμπά τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο που τη συνοδεύει λες και τηνε πάει νυφούλα στην πρώτη της μέρα στη δουλειά. Είναι μια γυναίκα καριερίστρια που βιώνει την αμηχανία από τους άντρες γύρω της, γιατί αντικαθιστά τον Διευθυντή της εταιρίας και ως Δεσποινίς Διευθυντής είναι ανώτερή τους επαγγελματικά. Είναι μια γυναίκα που έχει μια ξαδέλφη την Αθηνά (Λιλίκα Παπαγιάννη) που προσπαθεί να τη διδάξει πώς να κάνει τη γυναίκα «γατούλα». Αυτό το «Αθηνααααααά» με τη χαρακτηριστική της φωνή με το γρέζι και το «Γυριιιιιίσατε» που λέει στον «κατώτερό» της επαγγελματικά Αλέκο Σαμιωτάκη (Αλέκος Αλεξανδράκης), ο οποίος της την πέφτει νομίζοντας πως είναι μια γραμματέας της εταιρίας κι όλες αυτές οι ατάκες και παρεξηγήσεις και οι τσακωμοί που μας κάνανε να γελάμε στην αίθουσα.

Η Καρέζη όταν φοράει τα γυαλιά της γίνεται αυστηρή Δεσποινίς Διευθυντής κι όταν τα βγάζει θέλει να μεταμορφωθεί σε θηλυκό για να την ερωτευτεί ο υπάλληλός της και να ζήσουν ευτυχισμένοι μαζί. Με την ευχή του αγαπημένου της πατέρα που δεν δίνει το χέρι της σε πλούσιο γαμπρό που τηνε ζητάει σε γάμο μα προτιμά να δώσει την ευχή του στον υπάλληλο, τον τίμιο, τον πρώην γυναικά που τα έκοψε αυτά τώρα γιατί ερωτεύτηκε την κόρη του. Η Λιλά Βασιλείου θα γίνει Κυρία Διευθυντής κι όχι όπως συνηθίζονταν τότε Κυρία κάποιου Κύριου Διεθυντή. Η ταινία σε σενάριο των Ασημάκη Γιαλαμά και Κώστα Πρετεντέρη και μουσικά ντυμένη από τον «ό,τι και να πω είναι λίγο» μαέστρο Μίμη Πλέσσα, ο οποίος μεταξύ άλλων συνθέτει ένα hully gully που η Καρέζη χορεύει εντελώς λάθος, δίχως χάρη, ξυπόλυτη, μεθυσμένη και το «Άγγελε του παραδείσου» με τις αδελφές Έρρικα & Μαργαρίτα Μπρόγιερ να το τραγουδάνε στο νυχτερινό κέντρο διασκέδασης που η Καρέζη με το ζόρι κρατιέται ξύπνια, γιατί το πρωί έχει να πάει στην εταιρία που διευθύνει. Σκηνοθετημένη από έναν αγαπημένο μου σκηνοθέτη εξαιτίας της Μανταλένας (1960), τον Ντίνο Δημόπουλο. Έφυγα από την αίθουσα με μια χαρά μ’ ένα χαμόγελο και μια εσωτερική ηρεμία που δεν απαντώ πια πολύ συχνά μέσα μου, όταν βγαίνω από τις αίθουσες έχοντας παρακολουθήσει μια σύγχρονη έγχρωμη ελληνική ταινία δυστυχώς.

 

 

Από τα παιδικά μου τα χρόνια ίσαμε την ενηλικίωσή μου στην ξύλινη ασπρόμαυρη τηλεόραση παρακολούθησα και ταινίες του νέου ελληνικού κινηματογράφου έγχρωμες που αδιάφορο δεν μ’ αφήσανε. Δεν θα ξεχάσω τον ηλεκτρισμό που μου προκαλούσαν τα τραγούδια και η ερμηνεία της Μάρως Λεονάρδου στο Ρεμπέτικο (1983) του Κώστα Φέρρη, το βλέμμα της Άννας Βαγενά στο Προξενιό της Άννας (1972) του Παντελή Βούλγαρη, τον μονόλογο μπροστά στην κάμερα της Εύας Κοταμανίδου στον Θίασο (1975) του Θόδωρου Αγγελόπουλου, τη Θέμιδα Μπαζάκα ντυμένη νύφη στις φυλακές να παντρεύεται με τον Καταλειφό που για μένα τότε ήτανε η Ελένη και ο Μπάμπης που επικοινωνούσαν με τα πακέτα απ’ τα τσιγάρα που γυάλιζαν στον ήλιο και γράφανε ο ένας στον άλλο στον αέρα Σ’ ΑΓΑΠΩ στα Πέτρινα Χρόνια (1985) του Παντελή Βούλγαρη. Τον αυστηρό πατέρα Βασίλη Διαμαντόπουλο τον φοβόμουν στο Μάθε παιδί μου Γράμματα (1981) του Θόδωρου Μαραγκού, έχω γελάσει με όλες τις ταινίες του Στάθη Ψάλτη, δεν ντρέπομαι καθόλου γι’ αυτό γιατί «η αλήθεια πατέρα βρίσκεται στους Sex Pistols γκέγκε»; δανειζόμενος την ατάκα από τους «Χούλιγκανς: Κάτω τα χέρια απ’ τα νιάτα» (1983) του Κώστα Καράγιαννη.

Από το γυμνάσιο που άρχισα να πηγαίνω μόνος στα σινεμά πάντα κυνηγούσα ταινίες ελληνικές μα λίγες με έκαναν να γελάω πια με την καρδιά μου. Το νέο ελληνικό σινεμά είχε ακολουθήσει μια άλλη ρότα ίσως και την πιο δύσκολη, πιο σημειολογική του που κάποιοι την παρεξηγήσανε ως κουλτιουριάκη με αποτέλεσμα το κοινό να προτιμήσει τον καναπέ του και την τηλεόρασή του. Πια είχε ποικιλία η ελληνική τηλεόραση με τα ιδιωτικά της κανάλια κι οι σινεφίλ λιγοστέψανε. Αρχίσανε οι ταινίες ανάλαφρες να παύουν να ‘ναι και να βαραίνουν, δεν το λέω με την κακή έννοια μα με τον πόνο της απότομης ενηλικίωσής μου ίσως. Απόλαυσα το Πάνω Κάτω και πλαγίως (1993) του Μιχάλη Κακογιάννη, γιατί μου έδειξε την κωμική πλευρά της Ειρήνης Παππά που είχα λατρέψει στην ασπρόμαυρη τριλογία του παλιότερα. Το Τέλος Εποχής (1994) του Αντώνη Κόκκινου το θυμάμαι για την παράξενη αίσθηση που ‘χα βγαίνοντας από την προβολή που μ’ έκανε να περπατήσω όλο το Πασαλιμάνι ίσαμε τη Φρεαττύδα. Παράλληλα δεν έχανα ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου και να μου λένε στην παρέα «πώς αντέχεις ρε ’συ τόσες ώρες αυτές τις βαριές ταινίες» και τι να τους απαντήσω τότε για ταινίες του που με μάγευαν, με ταξίδευαν, με δίδασκαν ελληνική ιστορία μέσα από την ποιητική οπτική του;

Ταινία ελληνική που βγήκα μετά από καιρό ξεκαρδισμένος με την παρέα μου στα γέλια θυμάμαι ήτανε ο Οργασμός της Αγελάδας (1996) της Όλγας Μαλέα, μετά ήταν ο Προστάτης Οικογένειας (1997) του Νίκου Περάκη που πρωτοαντίκρυσα την περίπτωση του Ρένου Χαραλαμπίδη. Το 1998 βλέπω το Μοναξιά μου όλα του Δημήτρη Παναγιωτάτου, το Όλα είναι Δρόμος του Παντελή Βούλγαρη και στο λεξιλόγιο μου μπαίνει η φράση «Ηλία Ριχ’ το», και ξανασκάει το χειλάκι μου με το Ας Περιμένουν οι γυναίκες του Σταύρου Τσιώλη.

Όμως το 1999 που γίνομαι 20 ετών ο ελληνικός κινηματογράφος μου έκανε το καλύτερο δώρο, δύο ταινίες κωμικές που μου δώσανε την ψευδαίσθηση με την επιτυχία τους ότι ο δρόμος προς τις κινηματογραφικές αίθουσες ξανάνοιξε και οι χρυσές εποχές θα επανέλθουν. Η μια ήταν το Safe Sex των Ρέππα – Παπαθανασίου που και εισπράξεις έκανε και αποδοχή έλαβε και στην καρδιά μας μίλησε, γιατί είχε αυτά τα βασικά στοιχεία που αγαπώ: ξεκάθαρη δομή και μια ιστορία καθημερινή με καθημερινούς ανθρώπους που ζουν μεν το δράμα τους αλλά δεν ζουν μέσα στη μιζέρια, τη σκοτεινιά και το δράμα.

 

 

Η άλλη ταινία δώρο για τα εικοστά μου γενέθλια ήτανε φυσικά στον αντίποδα του ρεαλισμού μα ρεαλιστικά δοσμένη Η Επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά του Πάνου Χ. Κούτρα. Μια ταινία που σε όλους τους συνομηλίκους μου άρεσε μα όχι στους μεγάλους, μπορεί ένας μουσακάς να γίνεται τεράστιος εξαιτίας εξωγήινων πανέμορφων και πανέξυπνων ξανθών καλλίγραμμων γυναικών και να επιτίθεται στην Αθήνα και να την πάρει κανείς στα σοβαρά;

Μια ταινία που όπως είπε και ο ίδιος ο Κούτρας πριν την προβολή της αποκατεστημένης κόπιας του Μουσακά στην Τελετής Βράβευσής του με τον τιμητικό Χρυσό Αλέξανδρο:

«25 χρόνια πριν είχαμε έρθει στο Φεστιβάλ για να δείξουμε την Επίθεση του Γιγαντιαίου μουσακά όλη η ομάδα με την ορμή, το κέφι, το θράσος που ‘χαμε κάνει την ταινία. Όλοι πιστεύαμε ότι είχαμε κάνει κάτι σημαντικό αλίμονο δεν ξέραμε τι μας περιμένει διότι πριν και μετά την προβολή ακούσαμε πολλά. Αυτοί που ήτανε εδώ το ξέρουνε ότι ήρθαν τα σκουπίδια, ότι δεν είχαμε θέση στο φεστιβάλ, ότι βεβηλώσαμε έναν ιερό τόπο. Πολλά πολλά πολλά, 25 χρόνια μετά τώρα δηλαδή με αφορμή αυτό το βραβείο πολλοί με ρωτούν αν αισθάνομαι δικαίωση και πολλοί λένε πως με τις ταινίες μου επηρέασα την ελληνική κοινωνία και επηρέασα και το σινεμά νεότερων σκηνοθετών ίσως και τη ζωή κάποιων ανθρώπων. Δεν ξέρω πραγματικά, δεν ξέρω καθόλου και ούτε θέλω να μπω σε αυτήν τη διαδικασία. Αυτό όμως που ξέρω σίγουρα και μπορώ να σας πω με σιγουριά είναι πως αυτές οι ταινίες που έγιναν πάρα πάρα πολύ δύσκολα κατάλαβα ότι ο μόνος τρόπος να γίνουν είναι να προσπαθείς και να συνεχίζεις. Κι όταν όλα και όλοι σου λένε να σταματήσεις εσύ πρέπει να συνεχίσεις».

 

 

Εμείς όμως που τον μουσακά αργότερα «μαζί τον φάγαμε» στη λίγο πριν τα μνημόνια Ελλάδα ως νέοι τότε είχαμε εντοπίσει αυτό που ενοχλούσε στην ταινία του Κούτρα τους μεγάλους. Τους σατίριζε την κοινωνία που χτίζανε, τους έτριβε στα μούτρα το κλασικό ρητό «σε τι κοινωνία μεγαλώνουν τα παιδιά μας». Προοικονόμησε όσα ζήσαμε και ακόμα ζούμε. Ο νεότερος ποτέ υπουργός ελληνικής κυβέρνησης διεφθαρμένος και έτοιμος να ρίξει έως και πυρηνικά στην Αθήνα προκειμένου να σταματήσει την επίθεση του Γιγαντιαίου μουσακά. Η πλούσια σύζυγός του που πίνει ποτά και κόκες αβέρτα και ο μικρός τους γιος να μεγαλώνει πάμπλουτος μα δίχως αγάπη και σημασία. Δημοσιογράφοι που προσπαθούν να πιστέψουν αρχικά την είδηση και μετά την κυνηγάνε με κόστος τη ζωή τους. Οι άντρες επιστήμονες του Αστεροσκοπείου Αθηνών με ροζ ποδιές να ρίχνουν ακαδημαϊκά γαμήσια μεταξύ τους και η Τάρα να ερωτεύεται τον έναν απ’ αυτούς, τον πιο ωραίο. Κι εδώ είναι το γλέντι που ρίχνει ο Κούτρας βάζοντας την Τάρα να είναι ο Γιάννης Αγγελάκης που θέλει να γίνει σχεδιάστρια που με την παρέα της πίνει μπάφους, παίρνει κουμπιά αλλά δεν βλέπει κύκλους, βλέπει καρδούλες και κάνει νάζια με τα μάτια και εκφράσεις που θυμίζουν τις παλιές καλές ελληνικές ταινίες και τις γυναίκες «γατούλες» της. Κι έχει και τραγουδάκι σε μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα και μια σεκάνς φοβερή που αλλάζει το ένα κανάλι μετά το άλλο και βλέπεις τα στραβά και ανάποδα της ελληνικής τηλεόρασης και ευχάριστο τέλος με την Τάρα και τον ακαδημαϊκό – μοντέλο Χρήστο Μάντακα να ζουν καλά και ’μεις καλύτερα.

 

 

Βγήκα από την προβολή κατανοώντας στα 45 μου τι θύμωνε τους μεγάλους τότε στα 20 μου και τους αηδίασε σε αυτή την ταινία κι ας είχανε δει τον Άγγελο (1982) του Γιώργου Κατακουζηνού κι ας γούσταραν τον Γιώργο Μαρίνο στα σόου του στην τηλεόραση. Μετά τον Κούτρα ακολούθησαν κι άλλες πολύ λίγες ταινίες που με κάνανε να γελάσω αν ήτανε κωμικές ή να θέλω να τις ξαναδώ αν ήτανε δραματικές. Το έπος Κλάμα Βγήκε απ’ τον Παράδεισο (2001) των Ρέππα – Παπαθανασίου. Ο Χαμένος τα παίρνει όλα (2002) του Νίκου Νικολαΐδη, γιατί απλά Γιάννης Αγγελάκας. Οι δύο κωμικές θεατρικές επιτυχίες που γίνανε και κινηματογραφικές Μια μέλισσα τον Αύγουστο (2007) του Θοδωρή Αθερίδη και Μόλις Χώρισα (2008) του Βασίλη Μυριανθόπουλου κι όλο ν’ αραιώνω από τον ελληνικό τον πιο νέο κινηματογράφο που ‘χε μπει πια σε μια σκοτεινιά. Μια περίοδο που σπάνιζαν οι φωτεινές ταινίες και έπαιρνε θέση το σκοτεινό, το βίαιο, το εντελώς δίχως λόγο γυμνό και τα άσκοπα γαμήσια για να δείξουμε ξέρω ’γω τι προοδευτικό και δίχως λογοκρισία σινεμά έχουμε. Κάπως έτσι το νιώθω πια και όλο πια πιο πολύ αραιώνω από τις ελληνικές ταινίες ελπίζοντας πως θα επανέλθει μια ακόμα χρυσή εποχή τους.

Είμαστε μικρή αγορά που όλοι παρακολουθούμε μικρές οθόνες σπίτια μας, δεν παραμυθιάζομαι ότι θα γίνουμε ξανά το μικρό Χόλιγουντ της Φίνος Φιλμς μα ακριβώς επειδή είμαστε μικρή αγορά μπορούμε να κάνουμε θαύματα αν ξανά οι θεματικές μας αφορούν τους θεατές μας κι όχι μόνο να υπηρετούν το καλλιτεχνικό εγώ μας. Είδα στο Φεστιβάλ φέτος νέες ελληνικές ταινίες κωμικές που δεν με κάνανε να γελάσω με την καρδιά μου όπως θα ήθελα. Είδα καλογυρισμένες και προσεγμένες στη λεπτομέρεια τους ταινίες που αυτό είναι το θετικό αλλά δυστυχώς παρατήρησα την έλλειψη σεναρίου και την κατάχρηση των ίδιων και των ίδιων προσώπων. Πρέπει οι κριτικοί να πάψουν να χαϊδεύουν αυτιά ή να υπακούν στις μόδες. Οι δημιουργοί να ρισκάρουν με σενάρια που ‘χουν να πουν κάτι περισσότερο στην κοινωνία που απευθύνονται για να πάει να πληρώσει το εισιτήριο στους κινηματογράφους.

Ας ξαναρχίσουν να γυρίζονται ταινίες φωτεινές επιτέλους με τραγούδια και ένα τέλος που δεν σου μαυρίζει την ψυχή κι αφήνει ελπίδα. Τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου δεν χρειάζεται να αποδίδονται πάντα με σκοτεινιά, βία και μπινελίκι, υπάρχει και άλλος τρόπος πιο σατιρικός, πιο σουρεαλιστικός, μπορείς να είσαι και μαύρος και κωμικός. Με την ευχή για ένα καλύτερο και τονίζω φωτεινό κατ’ εμέ ελληνικό κινηματογράφο με αίθουσες γεμάτες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό ακόμη κλείνω και ’γω τους προβολείς στους προβληματισμούς μου πάνω στο τι ελληνικό κινηματογράφο θέλω που μου γέννησε το 65ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.