
Ο Σεπτέμβριος ανήκει παραδοσιακά στη Δράμα και στους μικρομηκάδες της. Άλλωστε σε δύο χρόνια το Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας κλείνει μισό αιώνα ζωής και συνεχίζει να αποτελεί έναν τόπο συνάντησης, σύνδεσης, ψυχαγωγίας, ευαισθητοποίησης και ονείρων.
Μια βόλτα στη Δράμα στις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη, εκεί που αρχίζουμε όλοι να επανατοποθετούμαστε στην καθημερινότητα είναι ίσως η πρώτη φθινοπωρινή νότα της σεζόν σε ένα σκηνικό που μοιάζει γεννημένο για αυτή την εποχή. Στον Δημοτικό Κήπο Δράμας συναντάμε το θερινό Σινέ Αλέξανδρος, όπου το πρωί σηκώνεις το βλέμμα σου ακολουθώντας το παιχνίδι του φωτός μέσα από τα φύλλα των δέντρων και το βράδυ ο ήχος από το θρόισμά τους γίνεται το μουσικό χαλί στις προβολές, και από εκεί κατευθυνόμαστε στην κλειστή αίθουσα του κινηματογράφου Ολύμπια και μετά πάλι πίσω. Η μεταβατικότητα της εποχής σε μια κινηματογραφική διαδρομή.



Αποχαιρετώντας το 48ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας που λίγο πριν κλείσει τα 50 έτη υποδέχθηκε νέο Καλλιτεχνικό Διευθυντή, τον Γιώργο Αγγελόπουλο, και μέτρησε για πρώτη φορά 3.800 συμμετοχές ταινιών, συγκεντρώσαμε κάποιες από τις πιο ξεχωριστές στιγμές, κινηματογραφικές και μη, που ακόμα και αν δεν είναι οι πιο άρτια «γυρισμένες», τις κρατάμε σαν polaroid φωτογραφίες μέχρι το επόμενο φεστιβάλ.
Τα φώτα στην Παλαιστίνη
Στις πιο ξεχωριστές στιγμές της φετινής διοργάνωσης πρωταγωνιστής: ένας λαός αντιμέτωπος με γενοκτονία, μια χώρα που καταστρέφεται καθημερινά, που δεν έπαψε ούτε εκείνες τις μέρες στη Δράμα να είναι στη σκέψη μας. Στο πρόγραμμα του 48ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας συμμετείχαν δύο ταινίες σε συμπαραγωγή Παλαιστίνης και στα διαλείμματα από τις προβολές άκουγες να επανέρχονται διαρκώς στην κουβέντα. Σαν να τις αναζητούσε το κοινό, σαν να έχει δώσει μια σιωπηλή υπόσχεση, σαν να ήθελε να επιβραβεύσει την παρουσία τους στο πρόγραμμα, να στηρίξει τις ιστορίες και μαζί τον αγώνα τους για τη δημιουργία, την ύπαρξη, την αλήθεια, την ειρήνη, τη ζωή.
Το ντοκιμαντέρ “When You Were Young Were You Afraid of the Moon?” της Phoebe Cottam σε συμπαραγωγή Ηνωμένου Βασιλείου, Γερμανίας και Παλαιστίνης βραβεύτηκε με το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI) και σε 22 λεπτά δείχνει την ιστορία της Nawal, μιας νεαρής Παλαιστίνιας που φεύγει από τη Δυτική Όχθη όπου ζει η Ισραηλινή μητέρα της και ακτιβίστρια υπέρ της ειρήνης, Neta, για να μετακομίσει στο Βερολίνο και να ζήσει μακριά από την κατοχή.
Η σκηνοθέτιδα βρέθηκε στη Δράμα και μοιράστηκε την πρόκληση με την οποία ήρθε αντιμέτωπη: «Ήταν η εποχή που δεν είχε ξεκινήσει ακόμα η γενοκτονία, η οποία και άλλαξε τον ρυθμό της ταινίας, καθώς έπρεπε να βρεθεί η σύνδεση όλων εκείνων των γεγονότων που συνέβαιναν στην Ευρώπη, με αυτά που συνέβαιναν στην Παλαιστίνη. Πρόκειται για μια αντίφαση. Είχα επισκεφτεί τη Δυτική Όχθη, όπου πήγα να βοηθήσω έναν Παλαιστίνιο φίλο που γύριζε ένα ντοκιμαντέρ, ήταν θέμα αλληλεγγύης κάτι τέτοιο καθώς είμαι ενεργή στον διεθνή ακτιβισμό υπέρ της Παλαιστίνης, κι έτσι γνώρισα τη μητέρα της ταινίας και βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την ιστορία της. Υπήρξαν διάφορες δυσκολίες, καθώς αυτό συμβαίνει με οποιαδήποτε ακτιβιστική δράση εκεί. Πραγματοποιήσαμε διαμαρτυρίες παίρνοντας θέση υπέρ των Παλαιστινίων και εναντίον του ισραηλινού στρατού. Όσον αφορά τα γυρίσματα, δεν υπήρχαν άδειες για αυτά, αλλά ήταν μέρος των δράσεών μας εκεί, κάτι που ήταν πολύ συγκινητικό για όλους. Διαβήκαμε πολλές κόκκινες γραμμές για να γυρίσουμε το ντοκιμαντέρ».
Η αφήγηση ταξιδεύει από την Παλαιστίνη του 2018 στο Βερολίνο του 2024 και το Τελ Αβίβ του 2019 και αυτό που σοκάρει είναι η ανάγκη της μητέρας να μην συνδεθεί το παιδί της με τίποτα εβραϊκό αλλά και η αντίσταση σαν στάση ζωής που της μεταλαμπαδεύει, στοιχεία αλληλένδετα με την αγάπη και την προστασία στο κάδρο αυτής της σχέσης μητέρας – κόρης.

Το “I‘m Glad You’re Dead Now” του Tawfeek Barhom, η ελληνική συμπαραγωγή της Foss Production με τη Γαλλία και την Παλαιστίνη, που βραβεύτηκε με τον Χρυσό Φοίνικα Mικρού Mήκους στο 78ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, κράτησε ηχηρή την παρουσία από τη δική του σκοπιά με οδηγό τη λιτότητα και έφυγε από το 48ο Φεστιβάλ Δράμας με το Βραβείο Ανθρωπίνων Αξιών της Βουλής των Ελλήνων.
Η ιστορία χτίζεται γύρω από δύο αδέρφια που επιστρέφουν στο νησί των παιδικών τους χρόνων για την κηδεία του πατέρα τους και έρχονται αντιμέτωποι με το τραύμα της παιδικής κακοποίησης.


Ο σκηνοθέτης Άκης Πολύζος, ένας από τους παραγωγούς της ταινίας που βρέθηκε στη Δράμα ανέφερε στη συζήτηση με τους δημιουργούς: «Είμαι σκηνοθέτης και αυτή είναι η πρώτη μου δουλειά ως παραγωγός. Τον Tawfeek Barhom, ηθοποιό και σκηνοθέτη της ταινίας, τον γνώρισα δεκαπέντε χρόνια πριν, είμαστε πολύ καλοί φίλοι, μου έστειλε το σενάριο, το διάβασα, απλή κατασκευή, δύο ηθοποιοί, ένα location και του πρότεινα να έρθει ένα Σαββατοκύριακο στην Ελλάδα να το γυρίσουμε. Μικρή ομάδα συνεργείου, το γυρίσαμε σε μιάμιση μέρα, δεν είναι μια τυπική περίπτωση γυρίσματος ξένης παραγωγής στην Ελλάδα. Ολοκληρώθηκε σε τρεις με τέσσερις εβδομάδες».

Παράλληλα το φετινό Φεστιβάλ Δράμας είχε ίσως μία από τις πιο επεισοδιακές τελετές λήξης. Με παλαιστινιακές σημαίες και μαντήλια να ανεμίζουν και τους καλλιτέχνες να σηκώνονται στη σκηνή πριν ξεκινήσουν οι ομιλίες για να κάνουν τη δική τους παρέμβαση, να εκφράσουν τη δική τους ανάγκη για στήριξη και να «στρέψουν το βλέμμα τους πέρα από την τέχνη σε έναν τόπο που διψά για ζωή, δικαιοσύνη και ελευθερία». Ο ηθοποιός Αντώνης Τσιοτσιόπουλος διάβασε το κείμενο με το οποίο οι καλλιτέχνες έστειλαν τον δικό τους αποχαιρετισμό και τη δική τους δύναμη στο ελληνικό σκάφος «Οξυγόνο» που απέπλευσε από την Ερμούπολη για να ενωθεί με τον διεθνή στόλο που κατευθύνεται στη Γάζα μεταφέροντας ελπίδα, ζωή και ανθρωπιστική βοήθεια:
«Από τη Σύρο στη Γάζα, από την Ελλάδα στην Παλαιστίνη σαλπάρουμε για να σπάσει ο αποκλεισμός, για να σταματήσει η γενοκτονία, για να ακουστεί ξανά δυνατά η φωνή ενός λαού που αντιστέκεται. Όλα τα μάτια στη Γάζα. Όλα τα μάτια στον στόλο».
Οι φωνές όλων ενώθηκαν πάνω και κάτω από τη σκηνή και το «Λευτεριά στην Παλαιστίνη» ήχησε δυνατά στο αμφιθέατρο «Αντώνης Παπαδόπουλος» του Δημοτικού Ωδείου Δράμας και το κλίμα γινόταν όλο και πιο έντονο κάθε φορά που οι καλλιτέχνες που λάμβαναν το βραβείο τους δεν παρέλειπαν να το πουν ξανά και ξανά.

Στήριξη στο σινεμά
Το κλίμα έντασης στην τελετή λήξης κορυφώθηκε λόγω της παρουσίας του Υφυπουργού Πολιτισμού Ιάσονα Φωτήλα και της αναφοράς του στα ποσά που διατέθηκαν για τον κινηματογράφο από το 2019, κάτι που προκάλεσε τις αντιδράσεις πολλών κινηματογραφιστών και μελών των κριτικών επιτροπών αλλά και την αναφορά τους στην πρωτοβουλία «ΣΙΝΕΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: ΟΡΑΤΟΤΗΣ ΜΗΔΕΝ» σε όλη τη διάρκεια της βραδιάς μέχρι και τα λόγια του μεγάλου νικητή του Χρυσού Διονύσου, Νεριτάν Ζιντζιρία, που έκλεισαν την 48η τελετή:
«Αυτοί είναι οι συνεργάτες μου και εγώ εξακολουθώ μετά από τόσα εκατομμύρια που ελέχθησαν να το κάνω με τον ιδρώτα τους, δεν θα είχε γίνει αυτή η ταινία αν δεν υπήρχε η πίστη και η επιμονή στο όνειρο. Ξέρετε ζητάμε στήριξη όχι για λόγους καπρίτσιου ή γιατί φαντασιωνόμαστε να είμαστε σκηνοθέτες, αλλά το σινεμά είναι το ιερότερο καλλιτεχνικό γεγονός, το χρωστάει στην ίδια του τη φύση, τη συνεργατικότητα, είναι λαμπρό παράδειγμα συνύπαρξης. Η ΟΡΑΤΟΤΗΣ ΜΗΔΕΝ ειπώθηκε και θα ειπωθεί ξανά, γιατί θέτει κάποια ζητήματα, τα θέτει με την αίσθηση του κατεπείγοντος πριν να είναι αργά».
Όσον αφορά τις αλλαγές στο Φεστιβάλ Δράμας, κρατάμε την ανακοίνωση που έκανε ο Δήμαρχος Δράμας και Πρόεδρος του Πολιτιστικού Οργανισμού Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, Γιώργος Παπαδόπουλος σχετικά με την έναρξη των εργασιών για την ανακαίνιση του Δημοτικού Ωδείου και του «Ολύμπια» καθώς και τις 3.800 συμμετοχές ταινιών που έσπασαν το ρεκόρ του, και αναμένουμε τη νότα ανανέωσης που θα δώσει στην επόμενη διοργάνωση με ακόμα περισσότερες συμμετοχές.


«Στο παιδί που κάθεται σε αυτή την θέση τέρμα πίσω…»
Από τις στιγμές της τελετής λήξης του 48ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους ξεχωρίζω επίσης τα λόγια αλλά και τη συγκίνηση του νέου Καλλιτεχνικού Διευθυντή, Γιώργου Αγγελόπουλου. Η επόμενη χρονιά θα είναι ομολογουμένως πιο αντιπροσωπευτική της θητείας του, λόγω του σύντομου διαστήματος που μεσολάβησε από την ανάληψη των καθηκόντων του, ωστόσο φέτος τα λόγια του έδειξαν την αγάπη του στη μικρή φόρμα, ενώ παράλληλα φρόντισε να στρέψει τον προβολέα στους νέους κινηματογραφιστές.

Λίγο πριν ξεκινήσει η απονομή των βραβείων είπε: «Πίστευα πως φέτος θα συμμετείχα στο Φεστιβάλ ως διαγωνιζόμενος και εν μέρει η ευχή πραγματοποιήθηκε, καθώς μοιράστηκα με όλους τους υποψήφιους το άγχος και την αγωνία που φέρνει μια «πρεμιέρα» (…) Και η σκέψη μου αναπόφευκτα καταλήγει και πάλι στο παιδί που κάθεται σε αυτή τη θέση τέρμα πίσω στην άκρη και στο αίσθημα απογοήτευσης που θα νιώσει μέχρι το τέλος της βραδιάς. Οι πιθανότητες για κάποιο βραβείο δυστυχώς είναι εναντίον του. Τόσα χρόνια, τόσος κόπος, τόση κούραση και χρήμα και τελικά; Δεν αναγνωρίζεται τίποτα από όλα αυτά; Μήπως δεν είμαι γι’ αυτό; – σκέφτεται το παιδί. Μήπως δεν έχω ταλέντο ή τις σωστές γνωριμίες; Και τα μήπως θα κάνουν κύκλους στο μυαλό του παιδιού κι ενώ πραγματικά θέλει να χαρεί με τη χαρά των άλλων, ταυτόχρονα από μέσα του αρχίζει να αναθεωρεί τα πάντα. Πρέπει να τα παρατήσω, σκέφτεται. Είναι ανόητο να πιστεύω ότι θα τα καταφέρω. Τόσοι και τόσοι προσπάθησαν και δε τα κατάφεραν- κι ήταν καλύτεροι από μένα. Και τι σκεφτόμουν όταν έβαζα αυτή τη γραμματοσειρά στους τίτλους της ταινίας μου; Λογικό να μη πάρω κανένα βραβείο. Αύριο κιόλας θα ρωτήσω για εκείνη τη θέση στο γραφείο που μου πρότειναν. Υπάρχουν δυνατότητες εξέλιξης εκεί. Θα έχω και σταθερό μισθό επιτέλους να φύγω από το σπίτι, να νοικιάσω δικό μου. Ήρθε η ώρα να σοβαρευτώ, σκέφτεται.
Βγαίνοντας από την τελετή μια κοπέλα το σταματάει να του πει συγχαρητήρια. Προσπαθεί να της πει πως δεν κέρδισε βραβείο αλλά εκείνη συνεχίζει λέγοντάς του πόσο την άγγιξε η ταινία του, πως είχε κι αυτή μια παρόμοια εμπειρία με τον ήρωα της ιστορίας του και πως συγκινήθηκε. Μέχρι και η επιλογή της γραμματοσειράς στους τίτλους της ταινίας την ενθουσίασε! Το παιδί την ευχαριστεί και κατευθύνεται προς την έξοδο χαμογελώντας. Η κοπέλα του θύμισε μια παλιά συμμαθήτρια που του είχε πει μια απίστευτη ιστορία. Μια πολύ αστεία ιστορία.Τώρα που το σκέφτεται, αυτή η ιστορία θα μπορούσε να γίνει μια ωραία ταινία. Ίσως του χρόνου να τη φιλοξενούμε εδώ στη Δράμα. Ευχαριστώ για τις ταινίες σας. Καλή τύχη με τις επόμενες».
Οι μεγάλοι νικητές της οθόνης
Οι δύο μεγάλοι νικητές του 48ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, το “Noi” του Νεριτάν Ζιντζιρία που απέσπασε τον Χρυσό Διόνυσο και το “Correct Me If I’m Wrong” του Hao Zhou που βραβεύτηκε με το Grand Prix του Διεθνούς Διαγωνιστικού, έλαβαν το «εισιτήριο» για τη συμμετοχή τους στη διαδικασία για τις προτάσεις των Όσκαρ®.

Από την πρώτη στιγμή του στις αίθουσες της Δράμας το 15λεπτο φιλμ του “Noi” θεωρήθηκε φαβορί. O Νεριτάν Ζιντζιρία είναι γνωστός για το έργο του στους κόλπους των φεστιβάλ, είχε κερδίσει ξανά τον Χρυσό Διόνυσο το 2012 με την ταινία του «Χαμομήλι», καθώς και Βραβείο Ντοκιμαντέρ για το «Φῶς ἐκ φωτός» το 2023. Κινείται ανάμεσα στη μυθοπλασία και το ντοκουμέντο, ο θάνατος και η απώλεια στα θέματά του.
Σε αυτή την ιστορία του όταν ο μεγαλύτερος αδερφός σκοτώνεται από το αγαπημένο του άλογο, ο μικρότερος πρέπει να αποφασίσει -μέσα από εφιάλτες και οράματα- αν θα σκοτώσει το ζώο ή θα το συγχωρέσει.


“Noi” σημαίνει εμείς, ο κόσμος μας, «αλλά επειδή η λέξη είναι ένρινη, ακούγεται σαν ήχος αλόγου. Η φύση μαζί με τα ζώα είναι το κυρίαρχο στοιχείο του κόσμου», σημειώνει:
«Ο αρχικός τίτλος ήταν “εξημέρωση”, αλλά όταν η ταινία πήρε ένα πρώτο σχήμα, ο συγκεκριμένος τίτλος φαινόταν περιοριστικός. Ήθελα κάτι που να συνδέεται με την ντοπιολαλιά και τη γλώσσα των ανθρώπων. Η ταινία γυρίστηκε στο Μέτσοβο κι έχει να κάνει με τη βλάχικη κοινότητα. Ήθελα να εστιάσω σε έναν κόσμο όπου τα άλογα ορίζουν τον ανθρώπινο παράγοντα. Η ανθρώπινη ευαισθησία εξαρτάται από τα ζώα. Κυρίως όχι τόσο από τη σχέση μας με εκείνα, όσο από τα έμφυτα χαρακτηριστικά, τις ορμές των ζώων όσον αφορά τη συνύπαρξή τους. Σε όλη μου τη φιλμογραφία κάποιες φορές δεν είναι πρωταγωνιστές οι ηθοποιοί, αλλά η φύση με έναν άχρονο κώδικα, που χαρακτηρίζεται ωστόσο από την ανθρώπινη παρέμβαση. Όλη η ταινία που έγινε με ανθρώπους της κοινότητας, πλην των δυο γονιών, γεννήθηκε σε ένα όνειρο που είχα, ξεκίνησε από τον τόπο, που είναι το Μέτσοβο όπου υπάρχουν διακόσια ελεύθερα άλογα. Σε κάθε ταινία έχω κάποιες αφορμές, κάποια στοιχεία τοτέμ, έτσι η ταινία εμπνεύστηκε από την προφορική παράδοση και τις ιστορίες που διατρέχουν τον χρόνο αρχετυπικά».
Η φωτογραφία του “Noi” δεν γίνεται να μην σε καθηλώσει. Είναι από τις ταινίες που μαθαίνεις ότι γυρίστηκε στην Ελλάδα και στην αρχή σοκάρεσαι, που δημιουργούν εικόνες που αντανακλούν στο μέγιστο το μεγαλείο της φύσης, το οποίο πολλές φορές η ανθρώπινη ματιά είναι αδύνατο να συλλάβει. Σκηνικό παγωμένο, σχεδόν απόκοσμο και ο λόγος απουσιάζει μα η εικόνα σου δείχνει σε κάθε δευτερόλεπτό της ότι δεν τον χρειάζεται.

Στο “Correct Me If I’m Wrong” του Hao Zhou από την άλλη πλευρά, είναι πολλές οι στιγμές που ο λόγος κρατά συσσωρευμένη όλη τη δύναμη του κόσμου.
Μια απεγνωσμένη οικογένεια στη νοτιοδυτική Κίνα προσπαθεί να «λυτρώσει» τον κουήρ γόνο της από μια «δαιμονική» οντότητα και πίσω από αυτή την περιγραφή παρακολουθείς να ξετυλίγεται κάτι παρανοϊκό και σπαρακτικό παράλληλα.
Οι γυναικείες φιγούρες της οικογένειας προσπαθούν μέσα από δοκιμές και τελετουργικά που μοιάζουν ατελείωτα, να σώσουν τον γιο τους, ένα «θηλυκό αγόρι», όπως αναφέρεται, από το «διαμονοκόριτσο» που πιστεύουν ότι κρύβεται μέσα του. «Η θηλυκή του ενέργεια είναι ισχυρη», «είναι πολύ μαλθακός σαν κορίτσι» και εικάζουν ότι αυτό προήλθε από την άμβλωση που έκανε η μητέρα του πριν τον γεννήσει. Ζητούν από το καλαμπόκι να τον ευλογεί και του εύχονται να βρει γρήγορα μια γυναίκα. Εκείνος τα παρατηρεί όλα σχεδόν στωικά, δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από το βλέμμα του μέχρι που έρχεται η στιγμή να πει: «Η αδερφή θα μείνει αδερφή. Δεν μπορώ να αλλάξω».

Ο έρωτας σε διαφορετικά σκηνικά στα Διεθνή
Στα διεθνή κρατώ στιγμές με τον έρωτα στο κάδρο σε τελείως διαφορετικά σκηνικά, σημεία του κόσμου και προεκτάσεις.
Το “Skin on Skin” και το “¡Beso de lengua!” βρέθηκαν στο διεθνές διαγωνιστικό και μπορεί να μην βραβεύτηκαν αλλά οι ιστορίες και ο τρόπος που ξετυλίγονται είναι από αυτές που δεν ξεχνάς. Δύο εκτός των άλλων ερωτικές ιστορίες σε διαφορετικά σκηνικά καθόλου ιδανικά, με μια δόση «παράνοιας», με τελείως διαφορετικό ύφος και τόνο.
Τα πρώτα λεπτά στο Ολύμπια ήταν δυνατά καθώς το “Skin on Skin” του Simon Schneckenburger ήταν από τις ιστορίες που αιχμαλωτίζουν τη ματιά σου από τα πρώτα δεύτερα. Παρόλο που δεν μπήκε στη λίστα με τις βραβευμένες του διαγωνιστικού, ήταν σίγουρα ανάμεσα σε αυτές που άκουγες να συζητιέται έξω από τις αίθουσες, γιατί συγκίνησε και σόκαρε παράλληλα. Σε έκανε να αγωνιάς, να αναρωτιέσαι διαρκώς και δεν σε άφησε στιγμή χωρίς σκέψεις βλέποντας το εσωτερικό μιας γερμανικής βιομηχανίας κρέατος, όσα συμβαίνουν μεταξύ των δύο υπαλλήλων σε ένα σκηνικό που σε κάνει να ανατριχιάζεις σε κάθε πλάνο και όσα όνειρα τολμούν να κάνουν μαζί ή και όχι.

Ίσως η πιο weird – κωμική στιγμή στην οθόνη ήταν αυτή του “¡Beso de lengua!” του José Luis Zorrero, ο οποίος βρέθηκε στη Δράμα και μίλησε για την πρώτη μικρού μήκους ταινία του που δημιούργησε επηρεασμένος από τον έρωτά του με τον straight καλύτερό του φίλο, το πρώτο τους ραντεβού και τα τικ που είχε όταν ήταν μικρός. Από αυτά τα στοιχεία γεννήθηκε μια σχεδόν «splatter κωμωδία» με πρωταγωνιστές τον Ιτσκόατλ και τον Μοϊσές, το πρώτο τους ραντεβού, πολύ χρώμα και παιχνίδι που καταλήγει και με τους δύο σε λουτρό αίματος. Είναι από τις ταινίες που όσο την παρακολουθείς γελάς αμήχανα, με ένα μόνιμο ερωτηματικό σχεδιασμένο στο μυαλό σου, ενώ παράλληλα δεν μπορείς παρά να θες να ανακαλύψεις τι ακριβώς επικρατεί στη φαντασία του δημιουργού της.

Η αφετηρία στην ελληνική μικρή φόρμα
Στις προβολές των ελληνικών ταινιών του 48ου Φεστιβάλ Δράμας, υπήρχαν στιγμές στην οθόνη που μια ατάκα, ένα ερώτημα, ένα τοπίο, ένα βλέμμα αρκούσαν για να φύγεις από την αίθουσα και να τη θυμάσαι, να την επεξεργάζεσαι, να τη συζητάς. Δεν ήταν όμως λίγες και οι φορές που η ιδέα που πυροδότησε τη δημιουργία, η αφετηρία ή η πρόθεση που φώναζε σε κάθε κάδρο ήταν κομβικής σημασίας για να αφήσει το στίγμα της.
Το «Αυτός που κάποτε υπήρχε» του Κωστή Θεοδοσόπουλου ήταν σε αυτές που βραβεύτηκαν στις περισσότερες κατηγορίες καθώς έφυγε με 4 βραβεία στις αποσκευές του: Βραβείο σκηνοθεσίας «Τώνια Μαρκετάκη», Ανδρικής ερμηνείας στον Άρη Μπαλή για τον ρόλο ενός γκέι βαμπίρ στη σύγχρονη Ελλάδα, Βραβείο Drama Queer και Σχεδιασμού Μακιγιάζ.
«Ήταν από εκείνες τις νύχτες που αυτό που λείπει το βρίσκεις στο βλέμμα του άλλου», ακούγεται κάποια στιγμή στην ταινία και την κρατάω γιατί σχηματίζει το κάδρο της, μαζί με την αφετηρία της ιδέας σε ένα μυστηριακό σκηνικό που σε καλεί στην άκρη ενός εγκαταλειμμένου ναυπηγείου με δύο άντρες δεμένους με ένα μυστικό χωρίς επιστροφή. Ετοιμάζονται να τελειώσουν αυτό που άρχισαν ώσπου το φεγγάρι ανατέλλει.
Μιλώντας για την ιδέα της ταινίας ο Άρης Μπαλής σημειώνει πως δημιούργησαν μια ιστορία έρωτα, αλλά και για μια ιστορία ταυτότητας: «Η ιδέα ξεκίνησε από την αληθινή εμπειρία ενός φίλου μας που πήγε να δώσει αίμα για τον άρρωστο πατέρα του και έπρεπε να υπογράψει ένα χαρτί στο οποίο χρειαζόταν να συμφωνήσει ότι δεν είχε συνάψει ομοφυλοφιλική σχέση μετά το ’87. Αρχίσαμε να το συζητάμε πολύ, να εξερευνούμε διαφορετικές διαδρομές και καταλήξαμε ότι θέλουμε να πούμε μια ιστορία με μια μεταφυσική τροπή και εκεί ήρθε η σύνθεση μιας βαμπιρικής ιστορίας. Κάναμε μια ταινία είδους αλλά οι αναφορές μας ήταν διαφορετικές. Στο μυαλό μου είχα αρκετά συχνά τις μικρές ιστορίες του Πόε, που έχουν ένταση και σβήνουν σαν πυροτέχνημα. Προσπαθήσαμε η ταινία να παίζει με την ταυτότητα, τη δυαδικότητα και πως οι δυο πρωταγωνιστές είναι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Ο ένας λέει την ιστορία του άλλου, ωστόσο αυτό διαπλέκεται συχνά».

Από το “Carcass” (Βραβείο Onassis Culture) του Μάκη Σέμπου κρατάμε το δίλημμα: «Θα έσωζες έναν άνθρωπο επικίνδυνο, κακοποιητικό χωρίς τον οποίο ο κόσμος θα ήταν πολύ καλύτερος».
Ο Θωμάς και η Δάφνη, ένα ζευγάρι στα 35 φεύγουν από την Αθήνα για ένα τριήμερο στο χωριό, αναζητώντας την ηρεμία. Το ίδιο βράδυ, μια απρόσμενη συνάντηση με έναν κυνηγό και τον σκύλο του ανατρέπει τα σχέδιά τους. Όπως αναφέρει ο Μάκης Σέμπος καταπιάστηκε με ένα δίλημμα στο οποίο και ο ίδιος δυσκολεύεται να απαντήσει:
«Ομολογώ ότι υπάρχουν μέρες που θα έκανα το ένα το άλλο και μετά από αυτό άρχισα να ασχολούμαι με το τέρας, ας πούμε, που είναι ένας τέτοιος άνθρωπος και αυτό με έκανε να κοιτάξω και το δικό μου τέρας τελικά και να δώσω προσοχή στο δικό μου κομμάτι. Μετά πήγε σε μια σχέση που είναι κάτι πολύ ωραίο και ένα μέρος στο οποίο ο κακός μας εαυτός νομίζω πολύ συχνά εμφανίζεται και κάπως όλα μαζί, αυτό το συνονθύλευμα έβγαλε αυτή την ιστορία. Η σχέση είναι ένα γήπεδο που η τοξικότητα βγαίνει πολύ, μπορώ να σκεφτώ τον εαυτό μου να έχω φάσεις σε καυγάδες στα άσχημα μιας σχέσης όπου πραγματικά άμα βγω λίγο από τον εαυτό μου, νομίζω ότι είναι στιγμές που μοιάζω με τέρας. Νομίζω ότι γενικά είναι καλό να κατανοούμε αυτό που μισούμε και να το εξηγούμε και να το βρίσκουμε μέσα μας γιατί πιστεύω ότι όλοι μας το έχουμε. Απλά έτυχε να γεννηθούμε κάπου αλλού και να μην καλλιεργηθεί τόσο και έτσι σιγά σιγά το μίσος φεύγει και ουσιαστικά βλέπουμε το πραγματικό πρόβλημα».

Το «100 Χρόνια Μπροστά» του Μιχάλη Γιγιντή παίρνει θέση στις πιο αστείες ταινίες του προγράμματος, από αυτές που νομίζεις ότι η πρόθεσή τους είναι να σε τρολάρουν, καθώς ο Λάκης, τον οποίο υποδύεται ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, ένας ιδιωτικός ερευνητής που πιστεύει ότι η ζωή του είναι μεταφυσικά συνδεδεμένη με τον Ανδρέα Παπανδρέου και το ΠΑ.ΣΟ.Κ, αποφασίζει μια νύχτα να κλειδώσει τον Κωστάκη στο γραφείο του, θέλοντας να τον πείσει να μην πουλήσει σε πολυεθνική το σινεμά που διατηρεί η οικογένειά του στην ταράτσα του μεγάρου.
Κρατώ τα λόγια του Αντώνη Τσιοτσιόπουλου: «Eίναι μια ταινία που έγινε από καθαρή καύλα, χωρίς καμία πρόθεση, που είναι καταδικασμένη να μείνει στο ελληνικό κοινό και για μένα αυτό έχει μια απίστευτη γοητεία. Δεν είχαμε σκοπό τα φεστιβάλ», και σκέφτομαι πόσο απελευθερωτική είναι αυτή η λειτουργία του σινεμά, χωρίς καμία πρόθεση, που πυροδοτείται μόνο από αγάπη.

Στο “Pirateland” ο Σταύρος Πετρόπουλος με γυρίσματα στη Γραμβούσα αφηγείται την ιστορία μιας οικογένειας ντόπιων που ενώ πασχίζει να κρατήσει στη ζωή έναν μικρό ξενώνα υποδέχεται βορειοευρωπαίους τουρίστες, οι οποίοι διψούν για μια «αυθεντική πειρατική εμπειρία».
Το προσωπικό του συναίσθημα για τον δικό του τόπο, το νησί του το οποίο είδε να αλλάζει κάτω από τη συνθήκη της υπερτουριστικοποίησης δημιούργησε την αφετηρία της ιστορίας που καταφέρνει με κωμικοτραγικά στοιχεία και μπαλανσάροντας μεταξύ αγωνίας και γέλιου, όσα κερδίζεις αλλά και όσα χάνεις την ίδια στιγμή να σκιαγραφήσει μια Ελλάδα που βάλλεται στον βωμό του (υπέρ)τουρισμού.



Δεν γίνεται να μην κρατήσω τη σύνδεση της τέχνης της φωτογραφίας και του κινηματογράφου που έγινε στα 24 λεπτά του “Magdalena Hausen: Frozen Time” του Γιάννη Καρπούζη. Στα υλικά του η έννοια της διαμεσικότητας, το φιλμ κατά κύριο λόγο και όχι η ψηφιακή εικόνα και ένας πρωτότυπος τρόπος ανάπτυξης της ιδέας του που οι επιτροπές βράβευσαν με το Βραβείο Μοντάζ, Ενδυματολογίας «Ιουλία Σταυρίδου» και Ειδική Μνεία στον Γιώργο Φρέντζο για τη φωτογραφία.

«Η πρώτη ιδέα ήταν να κάνουμε ένα φιλμ δοκίμιο, αλλά να είναι μυθοποιημένο. Ο χαρακτήρας είναι φαντασιακός, δεν υπάρχει πραγματικά. Διαπερνά όλη την μεταπολεμική μελαγχολία της κοινωνίας, συνδέει το παρελθόν με το παρόν, το συλλογικό και το προσωπικό, κάτι που ήταν στον πυρήνα της ταινίας μας», περιγράφει ο Γιάννης Καρπούζης. «Η σκέψη μας περιστράφηκε γύρω από την έννοια της διαμεσικότητας, το πού τελειώνει μια τέχνη και που αρχίζει μια άλλη. Το πώς συγκροτείται αυτό που λέει ο Ντελέζ, κειμενοεικόνα. Πρώτη μου έμπνευση ήταν ο Κρις Μαρκέ. Βρήκα μια σειρά που παρουσίαζε τη ζωή μεγάλων φωτογράφων μέσα από αρχεία και φωτογραφίες και σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραίο να δημιουργήσω κάτι τέτοιο. Με μια αφήγηση περισσότερο κινηματογραφική, αξιοποιώντας όλα τα εργαλεία του κινηματογράφου».

Μικρές ιστορίες συγκίνησης στο KIDDO
Στο νεότερο από τα διαγωνιστικά τμήματα του φεστιβάλ, το Kiddo, κρατώ τη συγκίνηση, τα θέματα που επέλεξαν οι κινηματογραφιστές να χρωματίσουν τις ιστορίες τους αλλά και την τρυφερότητα, το χιούμορ μα κυρίως τη συγκίνηση και την αλήθεια με τα οποία τα προσέγγισαν. Από τη νευροδιαφορετικότητα, στον πρώτο χωρισμό και από εκεί στην ασθένεια και την απώλεια.
Ο Αλέξανδρος Τσιλιφώνης στο “The T3st” αποτυπώνοντας μια ψυχολογική αξιολόγηση που εξελίσσεται σε περιπέτεια αναφέρει: «Η ταινία ήταν βασισμένη σε μια παιδική μου εμπειρία και προσπάθησα να την αποτυπώσω. Σε οποιαδήποτε ιστορία νομίζω ότι πρέπει να ξεκινήσεις από κάτι αληθινό και στη συνέχεια να την εντείνεις και να την δραματοποιήσεις. Προσπαθήσαμε να φτιάξουμε εικόνες για το πώς ένα παιδί φαντάζεται και μεγαλοποιεί τα πράγματα. Αυτή η ιστορία μιλάει όχι μόνο για τη δυσλεξία, αλλά και για πολλά άλλα πράγματα που μπορεί να αντιμετωπίσει ένα παιδί, πόσο μάλλον ένας γονιός που θέλει να καταλάβει το παιδί του».

Στον «Ατλαντικό» (Βραβείο «Από τη Δράμα στο Κλερμόν», Ειδικό Βραβείο Κριτικής Επιτροπής) του Αλέξανδρου Σταματιάδη ένα αγόρι και ένα κορίτσι στην εφηβεία έρχονται αντιμέτωποι με τον πρώτο του χωρισμό.
«Είναι μερικές στιγμές που αλλάζουν τη ζωή σου και μεγαλώνεις μετά από αυτές», σημειώνει ο Αλέξανδρος Σταματιάδης. «Ο έρωτας στην παιδική ηλικία είναι κάτι πολύ έντονο και πολύ πρωτόγνωρο, και αυτό ήταν το πρώτο έναυσμα. Το δεύτερο ήταν όταν είχα βρεθεί σε ένα τραπέζι με πολλούς φίλους και ένας από όλους θα έφευγε στην Αυστραλία και τον ρώτησα με ενθουσιασμό για αυτό το ταξίδι με τη σύντροφό του και με κατεβασμένο βλέμμα μου απάντησε πως θα ταξιδέψει μόνος, κάτι που μου έκανε εντύπωση. Ο λόγος που επέλεξα παιδιά για αυτήν την ιστορία, είναι γιατί τα παιδιά έχουν μια αθωότητα και είναι κάπως ανήμπορα σε έναν κόσμο ενηλίκων. Και κυρίως πορεύονται με αποφάσεις που δεν περνάνε από τα χέρια τους. Το γύρισμα έγινε με τρία καρούλια φιλμ μέσα σε μια ημέρα».

Ο Κώστας Μπακούρης αφηγείται με την κάμερά του την ιστορία του πεντάχρονου Πέτρου που περνά το φθινόπωρο σε παιδιατρική ογκολογική κλινική και καταφέρνει να φέρει τα Χριστούγεννα νωρίτερα για χάρη της αδερφής του, η οποία μπορεί και να μην τα προλάβει.
Για τα «Φθινοπωρινά Χριστούγεννα» (Βραβείο Dreamer), «Ο σπόρος πάει χρόνια πίσω όταν η οργάνωση της Φλόγας μου είχε προτείνει την οπτικοποίηση ενός τραγουδιού τους στίχους του οποίου είχε γράψει ένα παιδί που γνώριζε ότι σε μερικές ημέρες θα έφευγε από τη ζωή. Αυτό το τραγούδι δεν είχε τίποτα μεμψίμοιρο και θλιβερό και μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση. Σε αυτό προστέθηκε στη συνέχεια μια δυσάρεστη προσωπική ιστορία και φύτρωσε ως ιδέα με την εικόνα ενός γυμνού δέντρου με ένα τελευταίο φύλλο που χορεύει στον αέρα και εμφανίζεται ένα κορίτσι που χορεύει σαν να το φυσάει ο άνεμος. Ήθελα να μιλήσω για την έννοια της απώλειας μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που μένει πίσω επιτείνοντας την έννοια της αδικίας που υπάρχει μέσα μας. Αυτό το παιδί μπορεί να μην καταλαβαίνει, αλλά νιώθει».
Κρατώντας λοιπόν όλα αυτά τα κομμάτια και άλλα πολλά στην οθόνη και έξω από αυτήν, αναμένουμε το επόμενο φεστιβάλ με την ευχή να γίνεται πάντα η αφορμή που θα μας κάνει να συνδεθούμε και να χαράξουμε μέσα μας στιγμές ακόμα και αν δεν είναι οι πιο άρτια γυρισμένες…


