Όταν συγκατοικούν στο ίδιο βιβλίο 26 συγγραφείς που καταγράφουν ιστορίες 37 αθηναϊκών πολυκατοικιών μέσα από τις διηγήσεις των κατοίκων τους όλο αυτό δεν γίνεται παρά να μην καταλήξει σε ένα ευχάριστο και διδακτικό ανάγνωσμα.
Αν κοιτάξεις την Αθήνα από ψηλά θα δεις ότι κυριαρχεί η λεγόμενη τσιμεντοποιημένη Αθήνα των αντιπαροχών. Αν κοιτάξεις την Αθήνα απ’ το μπαλκόνι σου θα σου μπλοκάρουν τη θέα οι πολυκατοικίες τριγύρω. Στην κορφή τους είχανε παλιότερα τις κεραίες που σαν άλλα χέρια ζητούσαν βοήθεια ενώ σήμερα θα δεις παντού κύκλους λόγω των δορυφορικών πιάτων. Αν βγεις στον ακάλυπτο θα δεις την πίσω όψη των πολυκατοικιών και ίσως μαντέψεις και τι σόι άνθρωποι είναι οι κάτοικοι των διαμερισμάτων. Η πολυκατοικία είναι ένας ζωντανός οργανισμός που σου υπενθυμίζει την παρουσία του είτε με τη φασαρία των από κάτω ή των απέναντι είτε με το μηνιαίο του έξοδο, τα κοινόχρηστα.
Μια φορά κι έναν καιρό η Αθήνα είχε χαμόσπιτα, είχε πολυτελείς κατοικίες, είχε νεοκλασικά και κάποια στιγμή κει στον Μεσοπόλεμο κάνανε την εμφάνιση τους οι πρώτες πολυκατοικίες. Μην φανταστείτε δεν ήτανε σαν τις σημερινές, ήτανε καλαίσθητα έως και μερακλίδικα κατασκευασμένες, διότι ήτανε και δείγμα κοινωνικού στάτους. Δεν μένω μήτε σε χαμόσπιτο με αυλή, μήτε σε χώρο που νοικιάζουν δωματιάκια, μένω σε πολυκατοικία. Οι διώροφες αυτές κατασκευές με κάποιο μαγαζί στο ισόγειο δεν βάστηξαν πολύ, ήρθε η αντιπαροχή το 1950 που κυριάρχησε ίσαμε το 1975 μη σας πω και το 1980. λογική της αντιπαροχής πολιτικά την χρωστάμε στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, αυτός και οι γαλλικές τσιμεντοβιομηχανίες φάγανε τις κατάρες των νεοελλήνων, όταν συνειδητοποίησαν πόσο ασχήμυναν την πόλη τους αυτές οι κακόγουστες πολυκατοικίες.
Δεν είμαι λάτρης της πολυκατοικίας, ειδικά αυτές τις τεράστιες που πιάνουν σχεδόν μισό οικοδομικό τετράγωνο τις φοβάμαι, απορώ πολλές φορές πως βγάζουν άκρη οι νοικάρηδες μεταξύ τους. Θυμάμαι όποτε επισκεπτόμουν παιδί φίλους που μένανε σε πολυκατοικίες ένιωθα παγιδευμένος μέσα στο διαμέρισμα. Είχα μεγαλώσει σε μονοκατοικία αρχικά που μετά σήκωσαν μεζονέτα από πάνω οι γονείς μου και ένιωθα κυρίαρχος του χώρου μου στην αυλή και στον δρόμο της γειτονιάς.
Μεγάλωσα όμως κι έπρεπε να βρω το σπίτι μου τότε ήτανε που σκέφτηκα και ’γώ σαν γνήσιος Έλληνας. Να μην μείνω σε νοίκι καλύτερα ν’ αγοράσω ένα κι ας είναι και μικρό αλλά θα ‘ναι δικό μου. Να μείνω σε ένα ρετιρεδάκι με βεράντα να ’χω και θέα. Το 2011 που αγόρασα το διαμέρισμα μου κι έγινα και ’γώ ιδιοκτήτης διαμερίσματος σε αθηναϊκή πολυκατοικία ξύπνησε όλος μου ο μικροαστισμός. Ήθελα όπως στις ελληνικές ταινίες να μένω σε ρετιρέ να μην είμαι χαμηλά. Ήθελα να ’χω ένα κεραμίδι δικό μου εν προκειμένω μια ταράτσα πάνω απ’ το κεφάλι μου. Δεν ήθελα να ‘χει πολλά διαμερίσματα για να μην μπλέκω με πολλούς. Κι όπως μας μάθαιναν στο σχολείο ήθελα η οικία μου να είναι ευάερη, ευήλια και διαμπερής.
Η Αθήνα είχε ανάγκη την αντιπαροχή τελικά κι ας μην συμφωνώ και ’γώ με το γκρέμισμα των νεοκλασικών, ο πληθυσμός της ανέβαινε με φρενήρεις ρυθμούς στις δεκαετίες του ’50, ’60 και ’70, κάπου έπρεπε να στεγαστεί τόσος κόσμος. Οι ιδιοκτήτες γης δεν είχανε όλοι την οικονομική δυνατότητα να σηκώσουν με δικά τους έξοδα πολυώροφα κτίρια κι έτσι ερχόταν η εταιρία σου έπαιρνε τη γη που είχε – και εξακολουθεί να έχει – τη μεγαλύτερη αξία και σου έδινε πίσω στην καλύτερη περίπτωση ένα ρετιρέ, ένα διαμέρισμα μεγάλο, ένα διαμέρισμα ορόφου χαμηλού μικρότερο και ένα μαγαζί ισογείου. Δώρα ήτανε αυτά για τους ανθρώπους τότε απ’ το πουθενά. Έτσι οικογένειες προίκισαν κόρες, έζησαν τα παιδιά τους, έζησαν και εκείνοι με αξιοπρέπεια έως να πεθάνουν απ’ τα νοίκια ή απ’ τις πωλήσεις διαμερισμάτων τους απ’ τις αντιπαροχές. Κι όταν οι πολυκατοικίες αυτές τις δεκαετίες του 1980 της ευημερίας αδειάσανε, γιατί οι ιδιοκτήτες τους πήγαν στα προάστια βόρεια ή νότια να χτίσουν άλλες – κατ’ έμε πιο ακαλαίσθητες και με φθηνότερα δομικά υλικά – πολυκατοικίες ήρθαν και τις κατοίκησαν σιγά σιγά οι μετανάστες της πόλης μας κι έγιναν πολυπολιτισμικές.
Πριν όμως οι πρώτοι που κατοίκησαν τις αθηναϊκές πολυκατοικίες ήτανε οι Έλληνες αστοί ή του χωριού. Που είχανε άλλη σκάλα και ασανσέρ υπηρεσίας και ειδικό δωμάτιο για την υπηρεσία ψυχοκόρη/δούλα πείτε το όπως θέλετε και φυσικά πλυσταριό. Κάποιες είχανε και καταφύγια κι ακόμα τα έχουν δηλαδή άμα δεν τα έχουν μετατρέψει οι ιδιοκτήτες σε αποθήκες. Όλες οι μεγάλες πολυκατοικίες είχανε και το σπίτι του θυρωρού στο υπόγειο ή στο ισόγειο και όλες μα όλες έχουνε τις δικές τους ιστορίες να σας πουν και τα δράματά τους. Για τον νοικάρη που δεν πληρώνει τα κοινόχρηστα, που κάνει φασαρία, που είναι λίγο περίεργος …που που που, γιατί είμαστε και Έλληνες και μας αρέσει το «κουτσομπολιό».
Την αθηναϊκή πολυκατοικία την έχουμε υμνήσει όλοι είτε με τη φυσική μας παρουσία και τη συνδρομή μας στην αστική βαβούρα είτε ως τέχνη. Ο Θανάσης Βέγγος στην ταινία του 1966 «Ο Παπατρέχας» μας δείχνει τι τράβαγε ο έρμος ο θυρωρός. Στη θεατρική παράσταση Αγγέλα του Σεβαστίκογλου γινόμαστε μάρτυρες στο δράμα των υπηρετριών της εποχής με τη δράση να γίνεται στον χώρο συνάντησής τους πάνω στο πλυσταριό. Η Κατερίνα Γιουλάκη στο Ρετιρέ που έμενε μας έδειχνε πόσο ενοχλητικοί μπορεί να είναι οι γείτονες και οι συγγενείς σε μια πολυκατοικία. Όλοι θέλουν τον προσωπικό τους χώρο μα όλοι αναγκαζόμαστε σε μια πολυκατοικία να συγκατοικήσουμε.
Το βιβλίο «37 ιστορίες αθηναϊκών πολυκατοικιών» των Onassis Publications πραγματικά εκτός από μια πολύ καλαίσθητη έκδοση με άριστη επιλογή χαρτιού που αφήνει ένα απαλό άγγιγμα όπου πρέπει, έχει θέση σε κάθε βιβλιοθήκη. Οι ιστορίες και οι αφηγήσεις των ανθρώπων συνδέονται με γραφήματα, με μελέτες και σου ξεδιπλώνουν μπροστά σου το πώς αναπνέει και ζει αυτή η πόλη. Δεν είναι μόνο μια αφήγηση είναι και μια μελέτη που ξεκίνησε το 2017 με τις συνεντεύξεις αυτές να μας δείχνουν το σύγχρονο αθηναϊκό μωσαϊκό της Αθήνας. Τώρα που είπα για μωσαϊκό πόσο με πονάει όταν βλέπω πεταμένους, μετά από ανακαινίσεις τους μαρμάρινους λευκούς νιπτήρες που κοσμούσαν τις αθηναϊκές κουζίνες. Πόσο στεναχωριέμαι όταν πάνω απ’ το μωσαϊκό περνάνε πλακάκια, όταν βλέπω σκουριασμένες και ετοιμόρροπες τις σκάλες υπηρεσίας που στο σήμερα είναι οι σκάλες έκτακτου κινδύνου.
Οι σύγχρονοι Αθηναίοι συχνά δεν έχουμε εκτιμήσει τις πολυκατοικίες ειδικά του 1950-1970, τις βλέπουμε σαν εχθρούς, γιατί μας γκρέμισαν τα νεοκλασικά. Όμως αυτές οι πολυκατοικίες που δεν ξεπερνούσαν συνήθως τους 5 ορόφους, είχανε μωσαϊκά μέσα και ξύλινα δάπεδα στα υπνοδωμάτια. Είχαν νιπτήρες μαρμάρινους στην κουζίνα και μπλε αιγυπτιακό πλακάκι στην τουαλέτα, όπως τα πλακάκια στον σταθμό Βικτώρια, είχανε ξύλινη κουπαστή στην είσοδο που συνέχιζε ίσαμε τον πρώτο όροφο. Είχανε εξωτερικά τοίχους με τσιμέντο αρτιφισιέλ, μια τεχνοτροπία μπελαλίδικη μα δε λογάριαζαν κόπο οι μάστορες της εποχής που είχανε έρθει με κέφι για μεροκάματα στη νεόδμητη Αθήνα και κατέληξαν κι αυτοί ν’ αποκτήσουν ένα διαμερισματάκι δικό τους.
Τις πολυκατοικίες τις βλέπουμε ως ένα μπελά μα τις κατασκευάσαμε γερά, ειδικά αυτές του 1950-1970 και γι’ αυτό δεν πέφτουν με τίποτε. Έχουνε κουμπώσει μεταξύ τους δημιουργώντας ένα κάστρο σε κάθε οικοδομικό τετράγωνο με ένα κενό ακάλυπτο χώρο στη μέση τους. Δεν τις συντηρήσαμε όπως τους έπρεπε γι’ αυτό και έχουν μουντά χρώματα πια ή ό,τι χρώμα επιλέξουν οι κάτοικοι τους. Δεν τις αγαπήσαμε κι ας ήτανε τα σπίτια μας και όταν ήρθε η κρίση κρυώσανε, γιατί δεν μπορούσαν όλοι να συνδράμουν στα έξοδα θέρμανσης κι έτσι κλείσανε για όλους τα καλοριφέρ.
Θυμάμαι έμεινα για λίγο χρονικό διάστημα το 2010 σε μια πολυκατοικία στην Αριστοτέλους, στον κόσμο που λέω ’γώ κάτω από την Πατησίων και είχα σοκαριστεί ευχάριστα και δυσάρεστα. Έπιανα κουβέντα με τον ηλικιωμένο πια γιο του θυρωρού που έκανε κι αυτός τον θυρωρό ίσαμε να συνταξιοδοτηθεί και μένει στο διαμέρισμα του θυρωρού δωρεάν ίσαμε να φύγει απ’ τη ζωή. Άκουσα πολλές ιστορίες απ’ αυτόν για την παλιά Αθήνα για την Κυψελάρα όπως την έλεγε. Για το πόσο καλός κόσμος έμενε και πώς περάσανε τα χρόνια και φοβόμαστε πια να βγούμε έξω απ’ το σπίτι μας. Μια ζωή σε μια πολυκατοικία να μένει σκεφτόμουν και η ζωή του και η εργασία του σε αυτή την πολυκατοικία. Μου θύμισαν αρκετές απ’ τις ιστορίες που διάβασα σ’ αυτό το βιβλίο οι ιστορίες του.
Αν αγαπάτε την Αθήνα και αν σας ενδιαφέρει η ιστορία της, το νέο βιβλίο 37 ιστορίες αθηναϊκών πολυκατοικιών είναι ό,τι καλύτερο, γιατί εν τέλει οι πολυκατοικίες είναι το κυρίαρχο στοιχείο σε αυτή την πόλη κι ακόμα κι αν τις βλέπετε ως εχθρούς, διαβάστε γι’ αυτές, χρειάζεται ακόμα και τον «εχθρό» μας να τον κατανοούμε μπας και τον νικήσουμε. Αν και ’γώ πιστεύω η αθηναϊκή πολυκατοικία είναι αήττητη το απέδειξε κι ο σεισμός του 1999 στην Πάρνηθα των 5,9R όπου όλη η πόλη κουνήθηκε για ώρα δυνατά και μόνο σοφάδες και μικρορωγμές παρουσιάστηκαν στις σωστά και γερά δομημένες πολυκατοικίες των αντιπαροχών του 1950-1970.
Οι πολυκατοικίες του 1980 και 1990 που γίνονται σιγά σιγά επταώροφες και χαμηλώνει το ταβάνι και μπαίνουν αυτά τα μαύρα ή γκρι μάρμαρα δεν μου αρέσουν. Διαλέγω τη γερή αθηναϊκή πολυκατοικία με τα ψηφιδωτά και τη βαριά σιδερένια πόρτα της που σου βγαίνει η ψυχή να την ανοίξεις με το ένα χέρι. Σε τέτοια μένω και νιώθω περήφανος ιδιοκτήτης διαμερίσματος αθηναϊκής πολυκατοικίας κι όπως τραγουδούσε ο Λουκιανός στα Μικροαστικά του είμαι πια ένας αστός, είμαι πια καθεστώς.
Σας το προτείνω ανεπιφύλακτα αυτό το εκδοτικό διαμαντάκι των 37 ιστοριών των αθηναϊκών πολυκατοικιών, γιατί έχει φτιαχτεί με έρευνα, κόπο, μεράκι και του φαίνεται, θα με καταλάβετε όταν το πιάσετε στα χέρια σας. Όλοι οι συντελεστές του, καθένας και καθεμία ξεχωριστά ενίσχυσε τις γνώσεις μου πάνω στην αθηναϊκή πολυκατοικία που κάθε μέρα βλέπω μπροστά μου όπου και να πάω, όπου κι αν σταθώ. Σας ευχαριστώ και αναμένω κι άλλα βιβλία μελέτες για την Αθήνα που όλοι αγαπάμε να μισούμε ενώ σε αυτήν μέσα ζούμε.
Εκδότης: Ίδρυμα Ωνάση
Επιμέλεια: Θωμάς Μαλούτας, Νικολίνα Μυωφά, Δημήτρης Μπαλαμπανίδης, Ιφιγένεια Δημητράκου
Συγγραφείς: Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Δάφνη-Φωτεινή Βαλλιανάτου, Σοφία Γρυλλάκη, Ιφιγένεια Δημητράκου, Γιώργος Δημητρόπουλος, Έμμυ Καρίμαλη, Κορίνα Κεχρολόγου, Θανάσης Κοτλάζ, Χρήστος-Γεώργιος Κρητικός, Αγγελική Κυπαρίσση, Θωμάς Μαλούτας, Έφη Μαστοροδήμου, Δημήτρης Μπαλαμπανίδης, Χριστίνα Μπότσου, Νικολίνα Μυωφά, Μαρία Ξανθοπούλου, Μάρω Παντελίδου, Σοφία Παπιδάκη, Ίρις Πολύζου, Δήμητρα Σιατίτσα, Σταύρος-Νικηφόρος Σπυρέλλης, Μυρτώ Στενού, Διονύσης Τζανετάτος, Κωνσταντίνος Τσέλλος, Χρήστος Χαλβατζής, Αναστασία Χρηστάκη
Εισαγωγικό σημείωμα: Αφροδίτη Παναγιωτάκου
Επίβλεψη – Συντονισμός: Χριστίνα Κοσμόγλου
Επιμέλεια κειμένων – Διορθώσεις: Βασίλης Δουβίτσας
Καλλιτεχνική επιμέλεια – Σχεδιασμός: Bend
Ημερομηνία έκδοσης: Δεκέμβριος 2024
Γλώσσα: Ελληνικά
Σελίδες: 664





