Αποκλείεται να μην είχε υπολογίσει τις συγκρίσεις που αναμφίβολα θα προέκυπταν. Όταν η Βιρτζίνια Γουλφ έγραφε την «κυρία Νταλογουέι», είχε είδη διαβάσει και σχολιάσει τον Οδυσσέα του Τζόις, του οποίου η έκδοση είχε προηγηθεί τρία χρόνια πριν. Η κριτική της ήταν αμφίθυμη. Αφενός του αναγνώριζε ευφυΐα, καινοτομία, μια έκρηξη ενέργειας. Αφετέρου της φάνηκε «δήθεν», βαρετό, πομπώδες, χαοτικό. Μήπως όμως το είχε αναγνωρίσει, έστω και υποσυνείδητα, σαν ένα αναπόφευκτο σημείο αναφοράς για τη μοντέρνα γραφή, και άρα είχε αρχίσει ήδη να διαμορφώνει στο μυαλό της ένα μυθιστόρημα ως απάντηση στον Οδυσσέα, ή μάλλον ως αντίστιξη;

Διότι οι παραλληλισμοί είναι πολλοί. Και τα δύο μυθιστορήματα λαμβάνουν χώρα στη διάρκεια μερικών μόλις ωρών (τουλάχιστον από πλευράς ενδοδιηγηματικού αφηγηματικού χρόνου), την 16η Ιουνίου του 1904 στον Οδυσσέα και μία απροσδιόριστη μέρα στα μέσα Ιουνίου 1918 στην κυρία Νταλογουέι. Και στις δύο περιπτώσεις ο χρόνος σχετικοποιείται και επιμηκύνεται μέσα από τη συνειδησιακή ροή, και στις δύο περιπτώσεις η οπτική γωνία του εσωτερικού μονολόγου διαχέεται πέρα από τον κεντρικό χαρακτήρα, και στις δύο περιπτώσεις ο κεντρικός πρωταγωνιστής βρίσκει μία νοηματική και φιλοσοφική αντίστιξη σε έναν άλλον χαρακτήρα του έργου. Και στις δύο περιπτώσεις ο πρωταγωνιστής περιπλανιέται στους δρόμους ενός μεγάλου αστικού κέντρου στις αρχές του εικοστού αιώνα. Δεν είναι λοιπόν παράλογο να ισχυριστεί κάποιος ότι το μυθιστόρημα της Γουλφ έρχεται ως απάντηση στον Οδυσσέα, μια απάντηση ηχηρή και αυτόνομη που καθορίζεται ως ένα βαθμό και από την ιδιοσυγκρασία της θηλυκής οπτικής γωνίας.

Αν και θεωρώ ότι ο Φάρος είναι το κορυφαίο επίτευγμα της Γουλφ, (και ενδεχομένως το Ορλάντο το πιο ψυχαγωγικό και δημιουργικό της έργο), είναι Η κυρία Νταλογουέι που έρχεται πρώτα στο μυαλό των αναγνωστών, ίσως για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Διότι στη συλλογική συνείδηση έχει επικρατήσει ως μία εναλλακτική, φεμινιστική προσέγγιση στην εξερεύνηση της συνείδησης στην αυγή ενός καινούριου, πολυσύνθετου κόσμου.

Όμως εξίσου σημαντική είναι η διαχείριση του χρόνου. μην ξεχνάμε πως ο αρχικός τίτλος του μυθιστορήματος ήταν Οι Ώρες (τίτλος που κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να έχει διατηρηθεί). Αυτό αποκτάει βαρύνουσα σημασία, επειδή ο χρόνος διαστέλλεται και συστέλλεται, όπως άλλοτε εκφράστηκε με διαφορετικό τρόπο και στην περίφημη ειδική θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν. Οι ώρες λοιπόν παραπέμπουν στον κυριολεκτικό αφηγηματικό χρόνο με την κυρία Νταλογουέι να προετοιμάζει ένα πάρτι. Όμως, στη διάρκεια αυτών των ωρών εκτυλίσσεται και μια άλλη διάσταση του χρόνου, ενός χρόνου που χωράει μια ολόκληρη ζωή μέσα από τους συλλογισμούς, τις αναπολήσεις και τους συνειρμούς της.

Το πιο αινιγματικό τμήμα του βιβλίου έχει να κάνει με τον τρόπο που η Γουλφ επιλέγει να ταιριάξει την Κλαρίσα Νταλογουέι με τον δεύτερο σε σημασία χαρακτήρα, τον Σέπτιμους Σμιθ. Ο Σμιθ είναι ένας βετεράνος του Πρώτου Παγκοσμίου που μόλις τελείωσε, ο οποίος όμως ζει εντελώς αποξενωμένος και ψυχικά ευνουχισμένος λόγω του μετατραυματικού στρες από τον πόλεμο. Η Κλαρίσα δεν γνωρίζει τον Σέπτιμους, ούτε και φαινομενικά έχει κάτι κοινό μαζί του, έτσι η επιμονή της Γουλφ να αναπτύξει και έναν δεύτερο εσωτερικό μονόλογο από την οπτική του Σμιθ προκαλεί σύγχυση στον αναγνώστη. Όμως, διακρίνουμε σταδιακά ότι παρά τις όποιες διαφορές στην επιφάνεια, η αντίστιξη των δύο χαρακτήρων από πλευράς Γουλφ δεν είναι τυχαία αλλά οργανική. Ο Σμιθ τελικά αυτοκτονεί, ανήμπορος να ζήσει άλλο μέσα στις τραυματικές του παραισθήσεις, κάτι που ενδεχομένως προοιωνίζει την αυτοκτονία της ίδιας της Γουλφ δεκαπέντε χρόνια αργότερα. Το ενδιαφέρον είναι ότι ναι μεν η Κλαρίσα ζει, επιβιώνει από τις αμφιβολίες και τη δική της υπαρξιακή κρίση, αλλά όταν μαθαίνει για την αυτοκτονία του Σμιθ νιώθει ότι την καταλαβαίνει ως μία κίνηση εναγκαλισμού και διατήρησης μιας εσωτερικής, αρχέτυπης αγνότητας που πλέον έχει φθαρεί. Ένας δεύτερος συνδετικός κρίκος έχει να κάνει με την αίσθηση ενός χαμένου έρωτα που και οι δύο χαρακτήρες νιώθουν ότι έχουν χάσει. Υπάρχει μάλιστα η νύξη και στις δύο περιπτώσεις, ότι αυτός ο έρωτας θα μπορούσε να ήταν ομοφυλοφιλικός.

Πολλά περισσότερα βεβαίως μπορούν να γραφτούν, ούτε που έχω προλάβει να ξύσω την επιφάνεια. Όμως έστω κι έτσι, ελπίζω ότι όσο σύντομη κι αν είναι η περιγραφή που έκανα, αρκεί για να δείξει το γιατί έναν αιώνα μετά την έκδοσή του το μυθιστόρημα της Βιρτζίνια Γουλφ εξακολουθεί να δεσπόζει σαν ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της λογοτεχνίας του μοντερνισμού.