Αυτό το “The Bear” ζημιά μεγάλη μου έχει κάμει. Ήμουν ο τύπος που προτιμούσε να επενδύει τα χρήματά του σε συναυλίες, σε electro party, σε μπαρ κι όμως αυτή η σειρά μου ‘χει ξυπνήσει μια πρωτόγνωρη αγάπη για το fine dining που μάλλον χρόνια τώρα προσπαθούσα να καταστείλω. Μα η εμπειρία τού να πάω σ’ ένα εστιατόριο να καθίσω να συμφάγω και πριν καν καταπιώ την πρώτη μπουκιά ν’ ακούω σχόλια και κριτικές για το πιάτο και τι αφήνει στην παλέτα του στόματος των συνδαιτυμόνων μου, κλωτσάει στο μέσα μου. Ειδικά όταν έρχεται από ανθρώπους που αγνοούν τους βασικούς κανόνες του fine dining και του savoir vivre. Δεν τσουγκράμε τα κρυστάλλινα λεπτά ποτήρια λες και βαστάμε κρασοπότηρα, υψώνουμε το ποτήρι, κοιταζόμαστε στα μάτια και ευχόμαστε. Βάνουμε την πετσέτα διπλωμένη στα πόδια μας, δεν την απλώνουμε σαν να καθαρίζουμε φασόλια στην αυλή. Διατηρούμε τα πιάτα μας όσο πιο καθαρά γίνεται ειδικά στις άκρες τους να μπορεί να τα πιάσει ο σερβιτόρος και επ’ ουδενί δεν πριονίζουμε το φαγητό με το μαχαίρι ή καρφώνουμε με το πιρούνι χαράσσοντας έτσι τα σερβίτσια.

Ναι, το fine dining έχει κι έναν καθωσπρεπισμό που δεν μ’ αφήνει παγερά αδιάφορο. Είναι μια μορφή σεβασμού προς τον χώρο της εστίασης, του chef που σχεδίασε το μενού και των sous chefs που προετοίμασαν και συνέθεσαν ό,τι θα φαγωθεί και των σερβιτόρων που ακολουθούν μια «χορογραφία». Η σειρά The Bear σου παραθέτει ακριβώς αυτό το ταξίδι της δημιουργικής διαδρομής απ’ το πώς παίρνεις ένα οικογενειακό σαντουϊτσάδικο το The Beef που κληρονομείς και θες να το μετατρέψεις σ’ ένα εστιατόριο αντάξιο του ονόματός σου το “The bear”.

 

 

Αν κάτι κάνει αυτή τη σειρά μοναδική στα μάτια μου δεν είναι μόνο οι υποκριτικές δεινότητες των πρωταγωνιστών μα αυτό το σωστό μοντάζ που ‘χει μια συνέπεια από την πρώτη σεζόν και στο πρώτο επεισόδιο της τρίτης σεζόν “Tomorrow” απογειώνεται σε ένα άλλο επίπεδο. Για 40 περίπου λεπτά ένα μουσικό κομμάτι κυριαρχεί, παρεμβαίνει ελάχιστος λόγος και οι εικόνες από το παρελθόν και το παρόν των ηρώων εναλλάσσονται σαν μαχαιριές που «φιλετάρουν» κι άλλοτε που ψιλοκόβουν νευρικά και «τραυματίζουν».

Στέκομαι στο μοντάζ διότι σε εμπλέκει πολύ στην αφήγηση της σειράς κάνοντάς σε να νιώθεις πως τα βιώνεις όλα και συ μαζί με τους ήρωες. Το άγχος τους, η χαρά τους, τα νεύρα τους, ο πόνος τους, οι πόθοι τους, οι εμμονές τους, οι εθισμοί τους, τα όνειρά τους: όλα μέσα σε μια μπασίνα μαρινάρονται ψήνονται σε σκεύη και σερβίρονται σε ευφάνταστες συνθέσεις πάνω σε πολυτελή σερβίτσια.

Δεν θέλω να προδώσω την τρίτη σεζόν μήτε τις δυο προηγούμενες για όσους δεν τις έχουν παρακολουθήσει μα το The Bear συνεχίζει την παραδοσιακή του συνταγή (με 23 υποψηφιότητες EMMY). Τελειώνει η σεζόν και την απάντηση που θες δεν την λαμβάνεις. Θα μάθουμε πια στην τέταρτη σεζόν τι κριτική πήρε το εστιατόριο. Εμφανίζεται σε ένα δυνατό επεισόδιο Ice Chips η μαμά Donna Τζέιμι Λι Κέρτις, όπως έγινε στο επεισόδιο Fishes με το οικογενειακό τραπέζι που κατέληξε σε επικίνδυνο φιάσκο, της δεύτερης σεζόν.

Η εξέλιξη και η ιστορία των χαρακτήρων συνεχίζεται με αγαπημένη μου στιγμή το επεισόδιο Napkins με την ιστορία της Λατινοαμερικανίδας Tina και το πώς έπιασε αρχικά δουλειά στο the beef όσο ζούσε ο αδελφός του κεντρικού μας ήρωα Carmy. Η σεζόν κλείνει με το συγκινητικό θα ‘λεγα επεισόδιο Forever και τη λατρεμένη Ολίβια Κόλμαν ως chef Andrea. Φυσικά κυρίαρχη η μαγειρική, πολύ μαγειρική με μινιμαλιστικούς διαλόγους, παύσεις και φωνές. Πολλές φωνές η μία πάνω στην άλλη, επίμονα να προσπαθούν να επιβληθούν με έναν κοινό στόχο για όλους, το εστιατόριο The Bear του Σικάγο και η επένδυση του μαφιόζου θείου να αποδώσουν. Κι εδώ σιωπώ διότι όσο τρώνε δεν μιλάνε.

 

 

 

Με θέα την Ακρόπολη παρακολούθησα το πρώτο επεισόδιο εκεί στον τέταρτο όροφο του ΕΜΣΤ στον χώρο του ΝΥΝ esti. Ο executive chef Σταμάτης Μισομικές εκτός του οτι αγαπάει πολύ τη σειρά, έκανε το ξεκίνημα του κι αυτός στο Σικάγο. Μας προετοίμασε ένα ειδικό μενού εμπνευσμένο από το The Bear και μας κάλεσε να δούμε το πάσο και την προετοιμασία των πιάτων όταν το ηλεκτρικό χρονόμετρο άρχισε να μετρά αντίστροφα τα 90 λεπτά του.

Στο τραπέζι καθήμενοι πια άρχισαν να σερβίρονται το THE FRENCH LAUNDRY (νερό ντομάτας, λαχανικά, θυμάρι, δάφνη) σε ένα ποτήρι του λικέρ και στο πλάι μια τάρτα (κουνουπίδι, κρέμα από τυρί κυανό και σέσκουλο), το E 65 STR (μαγιάτικο με ρέβα, παγωμένο γκρέιπφρουτ, ζωμός φυτοπλαγκτόν) που ενώ έχω μια φυσική απέχθεια στα θαλασσινά το κατανάλωσα με απόλαυση μιας κι άφηνε μια επίγευση δροσιάς.

Αλλαγή σερβίτσιων, κρασί πάλι στο ποτήρι και το SUBTRACT (αυγό 62º, λευκό σπαράγγι, καπνιστή εσπούμα πατάτας) κατόπιν το 5 MORE SECONDS (μαριναρισμένο short rib σε cola και παντζάρι γεμιστό με κανθαρέλλα, jus από κεράσι) μια γευστική και οπτική οπτασία για ανθρώπους σαν και μένα που αγαπούν το κρέας και φινάλε με το CTA (σοκολάτα Valrhona 70%, βάση από pecan, βανίλια creme anglaise) ένας μικρός οργασμός θα έλεγα εγώ.

 

 

Άρτια οπτικά και γευστικά τα πιάτα του chef Μισομικέ, πιστά στη λογική του The Bear και αντάξια ενός fine dining εστιατορίου. Είμαι βέβαιος πως το μενού του ΝΥΝ ESTI που έχει σχεδιάσει θα ‘ναι μια σημαντική γευστική εμπειρία για όσους το επιλέξουν. Τον παρατηρούσα πίσω απ’ το πάσο να ελέγχει, να επανατοποθετεί, να διορθώνει τα πιάτα σιωπηλός και προσηλωμένος σαν μια ήρεμη δύναμη. Σαν τους πεντάστερους DJs που αγαπώ και με κάνουν να χορεύω με την ανάλογη προσήλωση και τον σεβασμό που δείχνουν στις μίξεις τους.

Το πολυβραβευμένο The Bear προβάλλεται ήδη στο Disney+. Το ΝΥΝ ESTI είναι ανοιχτό και σας περιμένει να δοκιμάσετε τα πιάτα του chef Σταμάτη Μισομικέ. Γω πάλι έχοντας υπάρξει fine raver με μεγάλη επιτυχία γίνηκα fine din-er, καλά μου λέει η μάνα μου «Στέλιο ποτέ μην λες ποτέ, όλα έρχονται στον χρόνο τους».