Όταν ταινίες, σειρές, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, διαδραματίζονται σε εποχές πάρα πολύ μακρινές, τότε το βλέμμα μας ως θεατές ή αναγνώστες πέφτει πάνω τους σαν αυτές να είναι κάτι εντελώς έξω από εμάς. Θα εντοπίσει -εννοείται- ομοιότητες και διαφορές με το σήμερα, μπορεί επίσης να συνδεθεί και να συγκινηθεί με ήρωες και ηρωίδες, ωστόσο, ακόμη και έτσι, η συνολική αντιμετώπισή μας, συνειδητή ή μη, είναι ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με εντελώς διαφορετικά οικοσυστήματα, στα οποία επικρατούν ήθη, έθιμα, νοοτροπίες κι ένας τρόπος ζωής που μας είναι ξένος. Τόσο ξένος που τον κοιτάμε όπως ο τουρίστας τα αξιοθέατα του παρελθόντος και τα μουσειακά εκθέματα.
Όταν, από την άλλη, ταινίες, σειρές, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, διαδραματίζονται σε ένα παρελθόν πιο κοντινό μας, τότε ισχύει μάλλον το αντίστροφο φαινόμενο: παραμένουμε τόσο επικεντρωμένοι στο πώς βλέπουμε τον κόσμο σήμερα, στο τι είναι αυτονόητο σήμερα, με αποτέλεσμα, ό,τι συμβαίνει στις ιστορίες που λαμβάνουν χώρα λίγες δεκαετίες πριν, να αδυνατούμε να το εξετάσουμε αυτοτελώς και στο πλαίσιο της δικής του χωροχρονικής συνθήκης. Το αντιμετωπίζουμε ετεροπροσδιορισμένα και εντελώς εξαρτημένα από τις τρέχουσες αντιλήψεις: σχεδόν σκανδαλισμένα, εντοπίζοντας διάσπαρτα σημάδια υστέρησης, με ένα «Μα πώς γινόταν;» να στριφογυρίζει στο κεφάλι μας.
Το «Βερμίλιο: Η Νύφη του Βουνού» μάς μεταφέρει όμως σε μια εποχή, έναν τόπο και μια συνθήκη ζωής, που δεν αφορούν ούτε ένα τόσο μακρινό παρελθόν ώστε να αποτελούν κάτι εξωτικό, ούτε όμως ένα τόσο εγγύς παρελθόν ώστε να μην μπορούμε να αποκοπούμε από το τώρα. Η απόσταση είναι τόση όση, αλλά και η σκηνοθετική και σεναριακή προσέγγιση της Μάουρα Ντελπέρο είναι καταλυτική, ώστε το χωροχρονικό πλαίσιο εντός του οποίου εξελίσσεται η ιστορία να φωτιστεί και αυτοτελώς και όχι ως προερχόμενο από τον πλανήτη ενός παρελθόντος που απέχει έτη φωτός από εμάς. Μέσα δεκαετίας 1940, ο B’ Παγκόσμιος στα τελειώματά του μεν αλλά ακόμα εν εξελίξει κάπου πιο πέρα, ορεινό χωριό. Χωριό των Ιταλικών Άλπεων, αλλά θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα χωριό της Ηπείρου. Ένας τρόπος ζωής που ο απόηχος του έχει φτάσει ως εμάς, μέσω βιωμάτων και ιστοριών γονέων ή παππούδων, ανάλογα με την ηλικία του καθενός και της καθεμιάς μας.
Και τα συστατικά του συγκεκριμένου κόσμου έχουν επίσης φτάσει σε εμάς, τόσο ως απόηχος όσο και ως αποτύπωμα: η φτώχεια (σε καιρούς πολέμου πολύ λιγότερο βάναυση από ό,τι στις πόλεις, σε καιρούς ειρήνης όμως ενδεχομένως πολύ πιο ενδημική – αν και για τον ορισμό της, το πώς την αντιλαμβανόμαστε και τα δικά της συστατικά, θα έπρεπε να γίνει ξεχωριστή συζήτηση), η υπεργεννητικότητα (οικογένειες των πάρα πολλών παιδιών), η Πατριαρχία, η (εξασθενημένη ίσως σε σχέση με το δικό τους παρελθόν πάντως ακόμα έντονη) επιρροή στη ζωή των ανθρώπων της θρησκείας, της πίστης, της εκκλησίας, με τους κανόνες της, τα απαγορεύεται της και τις ενοχές της, η επίδραση του πολέμου στη σύσταση του πληθυσμού με την απουσία ενήλικων νέων ανδρών, μονοθέσια σχολεία με μαθητές διαφόρων ηλικιών στην ίδια τάξη και πάει λέγοντας. Κι επίσης, δίπλα σε όλα αυτά, καταστάσεις που σήμερα θα θεωρούσαμε τόσο προβληματικές, όπως κρεβάτια στα οποία κοιμούνται τα κορίτσια της οικογένειας μαζί, κρεβάτια στα οποία κοιμούνται τα αγόρια της οικογένειας μαζί. Άλλοι εντελώς κώδικες από την ιδιωτικότητα και τους αναγκαίους ιδιωτικούς χώρους, κορίτσια που αγκαλιάζονται το βράδυ μαζί, κουρνιάζοντας το ένα στο άλλο, το δέρμα, η αγκαλιά, το χάδι, η μυρωδιά, η τρυφερότητα, μια σχέση οικειότητας διαπεραστική.
Μα δεν έχουν τις πίσω τους πλευρές όλα αυτά; Εννοείται. Μα μήπως είναι αναδρομικά ωραιοποιητική μια τέτοια ματιά; Θα ήταν ίσως αν περιοριζόταν εκεί, αλλά η ματιά της Ντελπέρο είναι εποπτική και κάθε άλλο παρά στη νοσταλγία αποσκοπεί. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποσκοπεί και σε κάποια καταγγελία. Ή μάλλον, ακριβέστερα, δεν αποσκοπεί αποκλειστικά σε κάποια καταγγελία, όπως την έχουμε στο μυαλό μας, με τρόπους μονοσήμαντους και διαπρύσιους. Κι όσο κι αν επαινέσουμε τις εικόνες του, τα κάδρα του, τα χρώματά του, το «Βερμίλιο» πατάει και απογειώνεται πάνω στο πόσο πλούσιο είναι το σενάριό του. Πάνω στο πόσο δημιουργεί πλέγματα σχέσεων, εξαρτήσεων, αλληλεπιδράσεων, όχι μόνο ανάμεσα στους χαρακτήρες, αλλά κατεξοχήν και ανάμεσα στους χαρακτήρες και το χωροχρονικό, ιστορικό, αξιακό πλαίσιο στο οποίο ζουν. Πόσο εντελώς μη σχηματικά είναι όσα λέει, δείχνει, υπαινίσσεται.
Και τελικά, αν θες να μιλήσεις για Πατριαρχία, αν θες να βοηθήσεις τους ανθρώπους του σήμερα να κατανοήσουν τους μηχανισμούς της, αυτός είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος να μιλήσεις. Όχι ζωγραφίζοντας ένα τέρας και έναν πατέρα σατράπη και ποντάροντας στο shock value. Ίσως βέβαια αν το έκανες η ταινία σου να εξασφάλιζε μεγαλύτερο hype. Θα έχανε όμως σε βάθος και ουσία. Αντ’ αυτού δείχνεις έναν πατέρα που δεν θα υψώσει τον τόνο της φωνής του ποτέ, που δεν θα ασκήσει σωματική βία ποτέ, που δεν θα απειλήσει να την ασκήσει ποτέ, αλλά που παίρνει εκείνος, ολομόναχος, ως απόλυτος Κύριος του μέλλοντός τους, τις καθοριστικές αποφάσεις για το μέλλον των παιδιών του, ποιο θα συνεχίσει τις σπουδές του και ποιο όχι (καθώς τα χρήματα αρκούν μόνο για ένα), χωρίς καν να τίθεται οποιαδήποτε αμφισβήτηση αν η αρμοδιότητα είναι αποκλειστικά δική του. Έναν πατέρα που επίσης επιτρέπει στον εαυτό του την πολυτέλεια να αγοράζει τους δίσκους του, κι ας μετράει η γυναίκα του τις μερίδες του φαγητού για να φτάσει στα τόσα στόματα. Τους αγοράζει όμως, του τους φέρνουν από την πόλη, κι ύστερα τους παίζει στο σχολείο, και κάπως έτσι η δική του πολυτέλεια μετατρέπεται σε μυητικό ταξίδι για τους μαθητές του, ένα ταξίδι που πιθανότατα θα τους συνοδεύει μέχρι να πεθάνουν.
Ζευγάρια που γεννοβολάνε δίχως αύριο, επειδή αυτή είναι η συνθήκη, η θρησκευτική και όχι μόνο, η κοινωνική εξίσου. Δεν είναι όμως μόνο οι συγκεκριμένοι άνθρωποι έρμαια των αντιλήψεων της εποχής τους. Όλοι είμαστε. Εμείς της δικής μας. Εμείς είμαστε έρμαιο της αντίληψης να κάνουμε μισό παιδί. Ή κανένα παιδί αν δεν βρούμε το ιδανικό ταίρι στην κατάλληλη ηλικία. Ή ακόμα κι αν πάνω κάτω το βρούμε να έχουμε και την οικονομική άνεση να το μεγαλώσουμε. Δεν το λέω ειρωνικά και απαξιωτικά, δεν αντιπαραβάλλω τους ήρωες που μεγάλωναν δεκαπέντε παιδιά μέσα στη φτώχεια με τις χιονονιφάδες που δεν κάνουν ένα αν δεν νιώθουν σιγουριά για το ότι θα μπορούν να το στηρίξουν. Λέω μόνο ότι κάθε εποχή έχει τα δικά της. Αυτό δεν αναιρεί ότι έστω κι έτσι τώρα ένας άνθρωπος έχει πολύ μεγαλύτερο περιθώριο να αποφασίσει αν θέλει ή δεν θέλει να κάνει οικογένεια και να φέρει ή να μην φέρει παιδιά στον κόσμο. Έχει. Και ακόμη μεγαλύτερο περιθώριο επιλογών έχει μια γυναίκα σε σχέση με το παρελθόν. Κι ό,τι δίνει μεγαλύτερη ελευθερία στους ανθρώπους πρόοδος είναι αναντίρρητη. Ωστόσο, μέσα στην πρόοδο και μέσα στην ελευθερία, όπως οι άνθρωποι στα χωριά το ’40 γεννούσαν σαν κουνέλια γιατί έτσι όριζε η εποχή κι ίσως ακόμα κι ο πόλεμος με ό,τι υποσυνείδητα όριζε, έτσι κι η δική μας ελευθερία δεν είναι μια ελευθερία που κατακτήσαμε ατομικά ο καθένας, αλλά μια ελευθερία που πάλι έχει να κάνει με το πλαίσιο της εποχής μας, το οποίο πάλι κάπως μας ορίζει με τον τρόπο του.
Η Μάουρα Ντελπέρο δεν αντιμετωπίζει το χωριό και τα βουνά ως αισθητικό περιβάλλον. Δεν έχει έρθει να κάνει αισθητική. Έχει έρθει να αφηγηθεί μια ιστορία. Μια ιστορία ανθρώπων που ζουν εδώ. Και εδώ είναι ο τόπος τους. Ο τόπος που τους καθορίζει. Είναι ίσως όχι το άπαν τους, αλλά σίγουρα ο ένας από τους δύο πόλους του διπόλου τους. Είτε ζήσουν εδώ όλη τους τη ζωή, είτε φύγουν, υπάρχει πάντως το εδώ και το αλλού. Και για αυτούς τους ανθρώπους, για αυτά τα παιδιά, ακόμα κι αν μεταπολεμικά εγκαταλείψουν τα χωριά και κατακλύσουν αστυφιλικά τις πόλεις, εδώ θα είναι πάντα η καταγωγή τους, η ρίζα τους, η πέτρα τους, η μαύρη ή η χλοερή. Είτε επιστρέφουν σε αυτό τα καλοκαίρια, είτε επιστρέφουν σε αυτό μόνο στις μνήμες τους και στις κηδείες συγγενών τους, το χωριό τους δεν θα ξεριζωθεί από μέσα τους. Κι ίσως ακόμα και η πορεία που θα κάνουν στη ζωή τους στις πόλεις, πάλι θα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι ήρθαν από κάπου αλλού και όφειλαν πρώτα να ενσωματωθούν και ύστερα να προκόψουν και να ξεχωρίσουν.
Το ότι το «Βερμίλιο» πήρε τον Αργυρό Λέοντα πέρσι στη Βενετία και ο Αλμοδόβαρ με το «Διπλανό Δωμάτιο» τον Χρυσό, μικρή σημασία έχει. Το ότι ενώ ήταν η επίσημη πρόταση της Ιταλίας για το όσκαρ διεθνούς ταινίας, μπήκε μεν στη short list των δεκαπέντε ταινιών, αλλά όχι στην τελική πεντάδα των υποψηφίων, επίσης μικρή. Τέτοιου είδους διακρίσεις προφανώς και δεν στερούνται σημασίας, αλλά η σημασία τους δεν παύει να είναι σχετική. Πολύ μεγαλύτερη έχει το πώς μιλάει μια ταινία με τον κόσμο που την βλέπει. Ήδη στην πρώτη εβδομάδα του το «Βερμίλιο» σκίζει – κι από εισιτήρια και οι περισσότεροι που το βλέπουν λένε τα καλύτερα. Δεν κάνει κάποια τομή στην ιστορία του κινηματογράφου, δεν ανακαλύπτει τον τροχό, είναι όμως εντελώς ουσιαστικό σινεμά. Και είναι ένα σινεμά που λείπει. Και επειδή λείπει τόσο πολύ, όταν το συναντάμε το υποδεχόμαστε σαν ζωογόνα ανάσα καθαρού αέρα. Αξίζει και με το παραπάνω να τον αναπνεύσετε κι εσείς.






