Έξι αστροναύτες, τέσσερις άνδρες και δύο γυναίκες από πέντε διαφορετικές εθνικότητες, έχουν επανδρώσει τον διεθνή διαστημικό σταθμό που βρίσκεται 400 χιλιόμετρα πάνω από τη Γη. Ο σταθμός διαγράφει ελλειπτική τροχιά που ολοκληρώνει πλήρη περιφορά της Γης κάθε 90 λεπτά, πράγμα που σημαίνει ότι σε κάθε εικοσιτετράωρο ο σταθμός κυκλώνει τη Γη 16 φορές. Αυτή είναι και η αρχιτεκτονική του σύντομου αυτού μυθιστορήματος: κάθε τροχιά αντιστοιχεί πάνω κάτω σε ένα κεφάλαιο και ολόκληρο το έργο λαμβάνει χώρα σε ένα εικοσιτετράωρο. Με μόλις διακόσιες σελίδες η Βρετανίδα Σαμάνθα Χάρβεϊ κατάφερε να κερδίσει το βραβείο Booker του 2024 καθώς και να χωρέσει ολόκληρο τον κόσμο σε αυτές τις σελίδες.

Οι αστροναύτες κάνουν πιστά και λεπτομερώς τις διάφορες καθημερινές τους εργασίες, από την εργαστηριακή μελέτη ποντικών σε συνθήκες μη βαρύτητας μέχρι την καθημερινή γυμναστική για την τόνωση των μυών, από την επισκευή και καθαρισμό του σταθμού μέχρι τη φωτογράφιση επικίνδυνων μετεωρολογικών φαινομένων στη Γη, όπως ένας μεγάλος τυφώνας που κατευθύνεται στη νοτιοανατολική Ασία. Όμως κατά βάση κοιτούν. Παρατηρούν τον απίστευτο αυτό πλανήτη πάνω από τον οποίο περιφέρονται. Τις αυλακώσεις των ποταμών, τις πτυχώσεις των οροσειρών, τα σέπια χρώματα των ερήμων, τους ιριδισμούς των λιμνών, τους ιστούς που σχηματίζουν οι φωτισμένες πόλεις τη νύχτα. Ολόκληρη η ανθρώπινη ζωή εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια τους, ολόκληρη η ανθρωπότητα χωράει στο βλέμμα τους κι όμως κανείς δεν διακρίνεται ατομικά.

 

 

Η Χάρβεϊ έχει βεβαίως επιλέξει την οπτική γωνία του τριτοπρόσωπου παντοδύναμου αφηγητή. Και πώς θα μπορούσε να κάνει αλλιώς; Αυτό αντικατοπτρίζει το ότι οι ίδιοι οι αστροναύτες αντικρίζουν την ανθρωπότητα στην ολότητά της, έτσι κι η συγγραφέας προσεγγίζει το δικό της μυθοπλαστικό δημιούργημα με τον ίδιο τρόπο, μπαίνοντας ελεύθερα στο μυαλό του κάθε αστροναύτη ξεχωριστά, προχωρώντας σε γλαφυρά περιγραφικά αποσπάσματα, λες και προσπαθεί να βρει την κατάλληλη γλώσσα για να αποδώσει το μεγαλείο αυτής της θέας, οδηγείται σε λυρικά ξεσπάσματα, σε αλλεπάλληλους συλλογισμούς, προσπαθώντας να εξυφάνει έναν συνδετικό ιστό των πάντων.

Η αλήθεια είναι ότι το μυθιστόρημα στερείται πλοκής. Τίποτα δεν συμβαίνει πέραν αυτών που λίγο πολύ ανέφερα. Δεν υπάρχει κάποια δραματική ένταση, δίλημμα ή εξέλιξη. Ο χαρακτήρας των έξι αστροναυτών αναπτύσσεται ως ένα βαθμό, μπαίνουμε στο μυαλό τους, τις αντιλήψεις τους, μαθαίνουμε για το υπόβαθρό τους, και πάλι όμως χωρίς να δίνεται ιδιαίτερη έκταση. Στη βάση του το μυθιστόρημα εστιάζει στην περιγραφή της θέας της Γης, στις λεπτομέρειες της ζωής στον διαστημικό σταθμό (είναι σαφές ότι η Χάρβεϊ έχει κάνει εκτεταμένη έρευνα) και σε αυτά τα λυρικά ξεσπάσματα συλλογισμών που μοιάζουν σαν να διαγράφουν και αυτοί ελλειπτικές τροχιές όπως και ο διαστημικός σταθμός πάνω από την υδρόγειο. Αυτό ίσως ξενίσει κάποιους αναγνώστες που θα περίμεναν κάτι περισσότερο. Όμως η Βρετανίδα συγγραφέας φαίνεται πως έχει θέσει άλλες προτεραιότητες.

Η Χάρβεϊ σε ένα σημείο αναφέρεται εκτεταμένα στο αριστούργημα του Βελάσκεθ “Las Meninas” (Οι Κυρίες των τιμών), τον περίφημο αυτό πίνακα του 17ου αιώνα, όπου ο θεατής αντικρίζει τον ίδιο τον Βελάσκεθ να ζωγραφίζει το πορτρέτο του βασιλικού ζεύγους το οποίο όμως διακρίνεται μονάχα ελάχιστα σε έναν μακρινό καθρέφτη. Αυτή η επιλογή της βεβαίως δεν είναι τυχαία. Ο πίνακας του Βελάσκεθ θίγει διάφορα ζητήματα, αλλά το κύριο είναι η ίδια η έννοια της οπτικής γωνίας, της προοπτικής. Το ίδιο φαίνεται να απασχολεί και την Χάρβεϊ, αλλά σε πολλαπλά επίπεδα: η μοναδική θέα της Γης στην ολότητά της από τους αστροναύτες, αυτή η μοναδική προοπτική που δείχνει την υδρόγειο ως πελώρια και ταυτόχρονα εύθραυστη μέσα σε ένα απέραντο σύμπαν, μια οπτική γωνία που, όπως είπαμε, φέρει το παράδοξο να περιλαμβάνει ολόκληρη την ανθρωπότητα χωρίς να φαίνεται ούτε ένας άνθρωπος ξεχωριστά.

Παράλληλα, προκύπτει και η προοπτική του ίδιου του σύμπαντος από τον διαστημικό σταθμό και των ερωτημάτων σχετικά με τη φύση της ζωής, την ύπαρξη άλλων πολιτισμών και τον αποικισμό του διαστήματος ως συνέχεια της ανθρωπότητας. Κι αυτό διότι η γωνία θέασης αλλάζει τα πάντα, τροποποιεί την ίδια την ουσία του αντικειμένου παρατήρησης.

Θα περίμενε κάποιος ότι η Χάρβεϊ έχει ως απώτερο στόχο στη σύλληψη του εν λόγω έργου το ζήτημα της οικολογικής καταστροφής με την οποία απειλείται ο πλανήτης. Και, πράγματι, υπάρχουν σαφείς αναφορές στην εύθραυστη φύση του, στο πώς ο άνθρωπος τον έχει βλάψει, και φυσικά αυτό σχηματοποιείται στον πανίσχυρο τυφώνα που εξελίσσεται και τον οποίο οι αστροναύτες φωτογραφίζουν για να μεταφέρουν τα τελευταία μετεωρολογικά δεδομένα σχετικά με την εξέλιξή του. Όμως η Χάρβεϊ αποφεύγει τον πειρασμό της καταστροφολογίας. Για παράδειγμα δεν εξετάζει τις συντριπτικές συνέπειες του τυφώνα αλλά επικεντρώνεται περισσότερο σε όσους ως εκ θαύματος επέζησαν. Δεν δείχνει να επιμένει ως Κασσάνδρα σε σενάρια αφανισμού, κι αυτό όχι διότι δεν πιστεύει ότι αυτά έχουν βάση, αλλά επειδή επιλέγει να συγκεντρωθεί σε μια μεγαλύτερη εικόνα, στα σημεία εκείνα που συνδέουν τα πάντα, όλους μας μεταξύ μας και με τον πλανήτη από τον οποίο προερχόμαστε, τον πλανήτη μας με τον γαλαξία, τον γαλαξία με το σύμπαν. Με πλούσια λυρική διάθεση η Χάρβεϊ επιλέγει να εστιάσει σε κάτι πιο αισιόδοξο: το αινιγματικό και μαγικό μυστήριο της ίδιας της ζωής.

Το μυθιστόρημα της Χάρβεϊ λοιπόν εκ πρώτης όψεως μοιάζει με ένα πολύ σύντομο έργο στο οποίο τίποτα το ιδιαίτερο δεν συμβαίνει, ούτε και έχει κάποια υφολογική καινοτομία ή ιδιαίτερα φρέσκια ιδέα να επιδείξει. Όμως με μια πιο προσεκτική ματιά θα αποκαλύψει μια λεπτομερώς μελετημένη αφηγηματική σύνθεση, γραμμένη με κομψότητα και αίσθηση του μέτρου, κάτι ιδιαίτερα δύσκολο αν αναλογιστεί κάποιος ότι αυτό με το οποίο καταπιάνεται είναι ασύμμετρα μεγαλειώδες. Είναι ένα αφήγημα το οποίο λειτουργεί σαν σύνθετο τηλεσκόπιο που ρυθμίζει διαρκώς τους φακούς του προκειμένου να παίζει με την προοπτική, αποκαλύπτοντας κάθε φορά μια διαφορετική πτυχή αυτού που παρατηρεί. Αυτό που παρατηρεί είναι ένας υπέροχος όσο και τρομερός πλανήτης, μία εύθραυστη σωσίβια λέμβος στο διάστημα. Αυτό που παρατηρεί είμαστε εμείς.