Όλα ξεκινάνε μέσα στη σιωπή. Ακούγονται μόνο τα βήματα των ηρώων στο ξύλινο πάτωμα που καλύπτει μέρος της ορχήστρας του Ηρωδείου. Ένα κόκκινο λάβαρο κρεμασμένο και πολλά μπαμπού. Κυνηγάνε μια κοπέλα, είναι τέσσερις άντρες της σκίζουν τα ρούχα και πέφτουν πέντε δρεπάνια. Τρία τα αινίγματα που πρέπει να λυθούν. Δύο οι χορωδίες που είναι ένα με τον λαό. Μια παράσταση με χρήση μάσκας, ευφάνταστα κοστούμια, μη αναμενόμενη χορογραφία. Μια εμπειρία λυρική πειραματική γεμάτη εκπλήξεις οπτικές και σε ένα της σημείο ευωδιαστή.
Ας μην προδώσω άλλo την παράσταση που μας ετοίμασε η Εθνική Λυρική Σκηνή. Προτιμώ να μοιραστώ μαζί σας δυο συνομιλίες που είχα λίγο πριν αρχίσει η Γενική Πρόβα της «Τουραντότ» στο Ηρώδειο, σε μουσική διεύθυνση Πιερ Τζόρτζιο Μοράντι, σκηνοθεσία Αντρέι Σερμπάν και σκηνικά – κοστούμια Χλόης Ομπολένσκι. Κοστούμια κρεμασμένα, λυρικοί τραγουδιστές που ζέσταιναν φωνές και χορευτές που προετοιμάζονταν. Άνθρωποι σε δημιουργικό βρασμό κι εγώ να τους παρατηρώ χαμογελώντας σαν χαζοχαρούμενο παιδί, απ’ τα παρασκήνια της με κέρδισε αυτή η παράσταση. Στο αυτί μου είχα τη σκέψη του τι να ρωτήσω τη σοπράνο Μαρία Κοσοβίτσα και τη χορογράφο – χορεύτρια Γεωργία Τέγου. Ό,τι είχα σκοπό να τις ρωτήσω το παραμέρισα, γιατί με κέρδισε η ζέστα τους και το χαμόγελό τους. Άλλοι το αποκαλούν άγχος περιγράφοντας την αγωνία που βιώνει ένας καλλιτέχνης πριν το κοινό αντικρίσει τον κόπο του, εγώ το αποκαλώ οργασμό δημιουργικότητας.

Με πήρε η Γεωργία Τέγου απ’ το χέρι μπήκαμε σ’ ένα από τα κουτιά που οι ταξιθέτες αφήνουν τα πράγματα της καθημερινής τους ζωής πριν ενδυθούν το άσπρο τους μπλουζάκι που αναγράφει 70 χρόνια Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και κει ανάμεσα σε κινητά που φορτίζονταν συναισθηματικά καθίσαμε σε δυο καρέκλες αντικριστά για να συνομιλήσουμε.
Τι εμπλοκή έχεις στην Τουραντότ;
Εδώ σε αυτή την παραγωγή με κάλεσε η κυρία Κέιτ Φλατ η οποία είναι η χορογράφος της παράστασης και εγώ είμαι συνεργάτιδά της. Συνεργαζόμαστε στη χορογραφία αυτής της παράστασης και για να σου το εξηγήσω καλύτερα να το πάμε ένα βήμα πριν.
Κάτσε κάτσε πριν με χορογραφήσεις βήμα βήμα, για να το καταλάβω… αν σε κάλεσε η ίδια πάει να πει ότι είσαι καλή χορογράφος – κινησιολόγος και εσύ.
Ελπίζω. Λοιπόν με την Κέιτ Φλατ γνωριστήκαμε στο Λονδίνο σχεδόν δέκα χρόνια πριν. Ζω στο Λονδίνο και δουλεύω εκεί, είχα δει την Κέιτ να μιλάει σε ένα συνέδριο για τη χορογραφία κι εμπνεύστηκα πάρα πολύ γιατί ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε για τη χορογραφία έλεγε κάτι μέσα μου.
Τι ωραίο είπε για τη χορογραφία που θυμάσαι από αυτό το συνέδριο; Αν θυμάσαι κάτι συγκεκριμένο.
Κράτησα το γεγονός ότι μιλούσε για στρατηγική, για οργάνωση γλώσσας, ότι είναι γλώσσα η χορογραφία με την οποία επικοινωνείς, δίνεις ένα βαθύτερο νόημα. Δεν θυμάμαι ακριβώς πώς το είχε εκφράσει τότε, αλλά την είδα να μιλάει στο συνέδριο και εμπνεύστηκα πολύ. Τότε είχα πάρει ένα fellowship όπου ένας νέος χορογράφος μπορεί να παρακολουθήσει τις πρόβες ενός πιο established χορογράφου, οπότε ζήτησα να παρακολουθήσω τις πρόβες της Κέιτ Φλατ και έτσι την γνώρισα.
Ποιες πρόβες έκανε τότε;
Τότε έκανε το Les Misèrables.
Tους Άθλιους, το μιούζικαλ;
Ναι ναι, η Κέιτ έχει κάνει την ορίτζιναλ χορογραφία.
Και μια Ελληνίδα βρέθηκε δίπλα της να μαθητεύει.
Η Κέιτ δέχτηκε να παρακολουθήσω τις πρόβες της και μου έκανε και mentoring και με καλωσόρισε πολύ εκεί σε αυτή τη διαδικασία. Από τότε κρατήσαμε μια πολύ καλή σχέση. Όπου ερχόταν έβλεπε τη δουλειά μου, μου έδινε feedback και ξαφνικά με πήρε τηλέφωνο για αυτή την παραγωγή του Τουραντότ. Αυτή η παραγωγή του σκηνοθέτη Αντρέι Σερμπάν έγινε για πρώτη φορά το 1984, όπου η Κέιτ και ο Αντρέι συνεργάστηκαν 40 χρόνια πριν. Εδώ όμως είναι εντελώς καινούργια προσαρμογή του έργου, γιατί είναι καινούργιο το set design και τα κοστούμια της Χλόης Ομπολένσκι, οπότε έχει αλλάξει όλο και ο Αντρέι είναι ένας άνθρωπος που θέλει να πειραματίζεται, θέλει να καινοτομεί συνέχεια.

Θα βιώσουμε πειραματισμό εμείς οι θεατές;
Ναι, είναι πάρα πολύ ωραίο.
Βάσει αυτού που σου δίδαξε η Κέιτ Φλατ που μου είπες πιο πριν ότι είναι μια γλώσσα η χορογραφία άρα είτε είναι για το Μπρόντγουεϊ, είτε είναι για ένα μιούζικαλ, είτε είναι contemporary dance, είτε είναι Ηρώδειο…
Επικοινωνεί ναι, επικοινωνείς μέσα από αυτή τη γλώσσα και ο Αντρέι ήθελε να φέρει τη συνεργάτιδα του, την Κέιτ, για να φέρουν το έργο που στην Royal Opera House έχει εδώ και 40 χρόνια τεράστια επιτυχία όμως εδώ είναι ένα καινούργιο εγχείρημα, ένα καινούργιο σκηνικό. Εξαιτίας του ότι το Ηρώδειο είναι ένας ιδιαίτερος χώρος και φυσικά είναι ένα εντελώς καινούργιο έργο αυτή τη στιγμή. Άλλο το set design, άλλη η προσέγγιση του σκηνοθέτη αυτή τη φορά είναι 40 χρόνια μετά. Όμως θέλησαν να κρατήσουν κάποια στοιχεία παλιά που υπήρχαν στην παλιά παραγωγή, οπότε η Κέιτ με κάλεσε να φέρουμε μαζί υλικό από το προϋπάρχον και να φανταστούμε μαζί το καινούργιο.
Και τα καταφέρατε;
Και τα καταφέραμε ναι, είχαμε μια πολύ ωραία συνεργασία.
Ένα μικρό hint για εμάς που θα το παρακολουθήσουμε; Μια ωραία στιγμή που προσωπικά θεωρείς ότι σε ανατριχιάζει;
Έχει πολλές ωραίες στιγμές, έχει πολλές στιγμές με πάρα πολύ έντονη ενέργεια. Γενικά έχει πάντα κίνηση. Είναι ένας σκηνοθέτης που αγαπά την κίνηση, οπότε υπάρχει συνέχεια. Είναι συνέχεια ένα ζωντανό ανθρώπινο τοπίο. Αυτή η πρόσκληση για μένα ήταν πολύ ωραία, γιατί συνεργάστηκα με ανθρώπους σαν την Κέιτ, σαν τον Αντρέι, σαν την κυρία Χλόη που απ’ τους οποίους φυσικά έμαθα πάρα πολλά.
Έχετε στα σκηνικά – κοστούμια τη Χλόη Ομπολένσκι που είναι σχολείο από μόνη της υποθέτω.
Ε, ναι μα και απ’ τις πρώτες δημιουργικές συναντήσεις έβλεπα αυτούς τους ανθρώπους να έχουν τόση ενέργεια και τόση έμπνευση που ένιωθα ότι εδώ υπάρχει ροή: ροή έμπνευσης και ζύμωση και δημιουργία και εμπειρία. Σαν σε δυο μήνες να ξαναπήγα σχολείο, οπότε ήταν πολύ γενναιόδωρη αυτή η πρόσκληση της Κέιτ και μάλιστα η πρόσκληση να με φέρει εδώ ως συνεργάτιδα, όχι ως βοηθό, δηλαδή, ήταν φοβερό.
Ήταν επί ίσοις όροις ουσιαστικά.
Εντάξει, σχεδόν είμαι η συνεργάτις της, αλλά ναι, έχω έρθει ως μέρος της δημιουργικής ομάδας που είναι μια φοβερή τιμή για μένα.

Αυτό το έργο του Τζάκομο Πουτσίνι το αγαπούσες;
Εγώ γενικά αγαπώ την κλασική μουσική, γιατί είμαι και κλασική πιανίστρια πέρα από χορεύτρια. Οπότε είναι σαν να ήρθε και να κόλλησε το παζλ και να μπήκαν τα κομμάτια του μαζί, γιατί η αγάπη μου για τη μουσική ήρθε και έδεσε με την αγάπη μου για τον χορό.
Άρα μπορώ να σε ρωτήσω κάτι που με απασχολεί σχετικά με την Τουραντότ. Είναι το τελευταίο του έργο και όλοι μιλάνε για μια ιδιαιτερότητα. Μπορείς να μου πεις κάτι σχετικά με αυτό;
Έχει, είναι υπέροχη. Το τελευταίο σημείο που έγραψε είναι η κηδεία της Λιου και εκείνο το σημείο είναι ανατριχιαστικό, γιατί είναι σχεδόν σαν να γνωρίζει ότι είναι το τελευταίο του, το κύκνειο άσμα του. Είναι ανατριχιαστικό σημείο στη μουσική. Είναι νομίζω το πιο υπέροχο σημείο και είναι σαν να είναι το δικό του ρέκβιεμ εκείνο το σημείο. Είναι φοβερό.
Έχει τύχει να το παίξεις αυτό το κομμάτι στο πιάνο;
Έχω προσπαθήσει να παίξω την εισαγωγή, γιατί είδα τον πιανίστα που το έπαιζε στην πρόβα στο Λονδίνο, -γιατί στο Λονδίνο παρακολούθησα τις πρόβες εκεί για να μάθω το κομμάτι, που ήταν κι αυτό μια συγκλονιστική εμπειρία. Και πήρα την παρτιτούρα και ξεκίνησα να δω, μπορώ;
Είναι ωραίες αυτές οι συμπράξεις τελικά.
Ναι πολύ, γενικά η σύμπραξη είναι κάτι που με ενδιαφέρει. Νομίζω, επειδή ποτέ δεν ανήκα σε μια γλώσσα μόνο, ήταν η μουσική, είναι ο χορός, με ενδιαφέρει πολύ το design και η αρχιτεκτονική και τα μπλέκω στη δουλειά μου. Η χρήση του κοστουμιού ως performative αντικείμενο, σαν κάτι το οποίο το έχω, το χρησιμοποιώ, είναι partner μου το κουστούμι είναι partner μου το αντικείμενο, το σπαθί, το κρανίο, η μάσκα. Οπότε όλα τα στοιχεία που έχει φέρει εδώ η κυρία Ομπολένσκι στο έργο, είναι κάτι το οποίο μου έδωσε πολλή έμπνευση στο πώς να δω την κίνηση και των χορευτών και των ηθοποιών.
Θα υπάρχει επί σκηνής και μια χορωδία παιδική. Αυτά τα παιδιά τα έκανες να κουνηθούν και αυτά.
Όχι, οι χορωδίες δεν κινούνται.
Δεν πρέπει;
Όχι, δεν θα το αποκαλύψω αυτό το μυστικό.
Γενικά οι Έλληνες θεωρούν ότι τις έχει ασπαστεί, τις έχει κατανοήσει τις όπερες; Το Ηρώδειο μας δίνει την ευκαιρία κάθε χρόνο είτε μέσω του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και της Εθνικής Λυρικής Σκηνής είτε με άλλες παραγωγές που φιλοξενεί όπερες.
Νομίζω ότι ο Έλληνας είναι αρκετά εξοικειωμένος με το θέατρο κάπως το έχουμε στη ζωή μας από την αρχή. Παρόλο που θεωρούμε τους εαυτούς μας ότι δεν είμαστε και πολύ θεατρόφιλοι όπως στο εξωτερικό. Κι όμως είμαστε. Στο εξωτερικό, λένε ότι οι Έλληνες είναι “theatre goers” ότι το ξέρουν το θέατρο αυτοί. Νομίζω πως κάποια πράγματα είναι μέσα στο DNA μας γραμμένα κάπως στην παράδοσή μας.

Εσύ αντιμετώπισες δυσκολίες χορογραφικά σε αυτή την παραγωγή;
Κοίταξε ένα από τα πράγματα που έπρεπε να προσέξουμε μαζί με την Κέιτ είναι ότι το έργο είχε ήδη μια γλώσσα χορογραφική. Και όταν λέω μια γλώσσα, το κάθε έργο έχει μια κωδικοποίηση κινήσεων ας πούμε. Δεν μπορείς ξαφνικά να έρθεις και να αρχίσεις να δημιουργείς ό,τι σου έρθει, πρέπει κάπως να μείνεις πιστός εφόσον έχεις ένα υλικό που πρέπει να κρατήσεις, το οποίο είναι προϋπάρχον και να χτίσεις πάνω σε αυτό το καινούργιο. Πρέπει κάπως να δουλέψεις με την ίδια κωδικοποίηση, με την ίδια γλώσσα, οπότε αυτό ήταν κάπως και σαν εργαλείο, αλλά δεν θα το έλεγα περιορισμό θα το έλεγα όμως ότι έχεις έναν κανόνα που πρέπει να ακολουθήσεις για να μην φύγεις μακριά και ξαφνικά το ένα act είναι έτσι και το άλλο act είναι από άλλο έργο. Πρέπει να μείνεις πιστός. Έχει μια ιδιαιτερότητα το γεγονός ότι έρχεσαι και να συνδημιουργήσεις με έναν άνθρωπο ο οποίος έχει μια τεράστια εμπειρία, ένα τεράστιο όνομα, αλλά και να χτίσεις πάνω σε κάτι…
Τόλμησες να κάνεις μια πρόταση που σκέφτηκες ότι εδώ μπορεί και να μας «φωνάξουν»; Ύβρις στη Τουραντότ;
Τόλμησα, τόλμησα. Με την Κέιτ έχουμε πολύ ωραία σχέση και καμιά φορά γελάει μαζί μου όταν είμαι υπερενθουσιώδης…
Τόλμησε κι εκείνη να κάνει κάποιες υπερβάσεις κι όχι νεωτερισμούς;
Ναι, τόλμησε. Γενικά όλοι οι άνθρωποι αυτοί ως ομάδα είναι -και αυτό μου έφερε εμένα πολλή έμπνευση- ότι είναι όλοι πολύ ανοιχτοί στον πειραματισμό και την καινοτομία και είναι πολύ ωραίο να τους βλέπεις να είναι πώς να το διατυπώσω… φρέσκοι.
Φρέσκοι ενώ έχουν τόσα χρόνια εμπειρίας.
Έχουν τόσα χρόνια εμπειρίας και δεν έχουν βολευτεί, θέλουν να συνεχίσουν.
Άρα το συμπέρασμα οι μεγάλοι καλλιτέχνες για να είναι μεγάλοι δεν βολεύονται, ρισκάρουν και τολμάνε.
Αυτό είναι αλήθεια κανένα μεγάλο όνομα δεν είναι τυχαία μεγάλο όνομα νομίζω.
Εσύ έχεις κάνει κάποια όνειρα να τολμήσεις σε κάποια όπερα και τι καινούργιο θα ήθελες να της κάνεις;
Θέλω να φτιάξω μια δικιά μου. Έχω μια ιδέα για μια σύγχρονη όπερα, αλλά τώρα δεν θα στα πω όλα.
Θα μου τα πεις όταν θα ξεκινάς τις διαδικασίες προβών της σύγχρονης όπεράς σου.
Αν τα καταφέρω…
Θα τα καταφέρεις.
Σ’ ευχαριστώ πολύ!

Μ άρεσε που τελείωσε η κουβέντα μας με την Γεωργία Τέγου με μια κουβέντα που θα συνεχιστεί στο μέλλον. Επιστροφή όμως στο παρόν κατεβαίνοντας στα καμαρίνια του Ηρωδείου χτυπώντας την πόρτα της σοπράνο Μαρίας Κοσοβίτσα.
Έχεις κάνει τα ζεστάματα σου;
Ναι τα ζεστάματα μου, τα μαλλιά μου, τα κοστούμια μου είναι όλα έτοιμα για την παράσταση.
Πόση ώρα σου παίρνει το ζέσταμα;
Το ζέσταμα; Λέμε ότι έχει βγει ένα καλό ζέσταμα μέσα σ’ ένα μισάωρο.
Είναι αθλητισμός αυτό που κάνεις.
Ναι, ξεκάθαρα πρωταθλητισμός δηλαδή το πρόγραμμα του καλλιτέχνη έχει αυτά τα στοιχεία του αθλητή. Να κοιμάσαι καλά, να τρως καλά, να ασκείσαι καθημερινά τη φωνή σου, το σώμα σου, είναι ένα πακέτο πραγμάτων που σε κρατά σε φόρμα.
Το ‘θελες αυτό να σου συμβεί στη ζωή σου από μικρή;
Η αλήθεια είναι ότι δεν το σκεφτόμουνα ότι θα ήταν τέτοιο μεγάλο πακέτο με τόσα πολλά πράγματα αυτή η δουλειά, αλλά επειδή είναι μια κούρα και για τη φωνή και για το σώμα και για την ψυχή που τραγουδάω είναι όλα ένα μέρος αυτού, οπότε και αυτά έχουν την αξία τους και την απόλαυσή τους.
Είναι η πρώτη φορά που εμφανίζεσαι στο Ηρώδειο;
Είναι η πρώτη φορά που εμφανίζομαι στο Ηρώδειο. Δεν ξέρω αν έχεις καταλάβει το άγχος που φαίνεται να έχω;
Πώς είναι αυτό το άγχος; αντιμετώπισέ με ως το αγχολυτικό σου μετέδωσέ το μου.
Νιώθω πολύ μεγάλο άγχος, αλλά παράλληλα και πολύ μεγάλη συγκίνηση που βρίσκομαι σε έναν τέτοιο εμβληματικό χώρο που έχουν περάσει τόσοι σπουδαίοι καλλιτέχνες από εδώ και μέσα σε μια τόσο δυνατή ομάδα που είναι από τον σκηνοθέτη, τον μαέστρο, από όλους τους συντελεστές, τους πρωταγωνιστές. Είναι σπουδαίοι καλλιτέχνες που έχουν αφήσει το στίγμα τους και στους ρόλους που κάνουν οι τραγουδιστές. Αλλά και ο Αντρέι Σερμπάν, η Χλόη Ομπολένσκι, η Κέιτ Φλατ, ο μαέστρος μας ο Πιερ Τζόρτζιο Μοράντι είναι τρομεροί καλλιτέχνες, θρύλοι.
Νιώθεις ότι σε αγκάλιασαν σαν την μικρή τους σοπράνο που πεταρίζει τώρα πριν ανοίξει τα φτερά της;
Σίγουρα! Σίγουρα ήταν υπέροχο, το περιβάλλον γεμάτο αγάπη. Επίσης, η κυρία Τσέλια Κοστέα που κάνει τη Λου στο πρώτο καστ είναι ένας πραγματικά εξαιρετικός άνθρωπος, πέρα από φανταστική τραγουδίστρια και με έχει προστατέψει όσο λίγοι που έχω συναντήσει σε αυτό τον χώρο.
Και θα λες μετά από χρόνια λοιπόν ότι η πρώτη μου φορά στο Ηρώδειο ήταν να κάνω τη σκλάβα;
Σκλάβα στο βασίλειο των Τατάρων απ’ όπου είναι ο Τιμούρ ο βασιλιάς και ο Καλάφ ο γιος του και πηγαίνουν στο Πεκίνο.
Και πώς είναι το να έχεις δύο «αφέντρες» μιας και είσαι και στις δύο διανομές; Πώς είναι η μια αφέντρα πριγκίπισσα Τουραντότ και πώς είναι η άλλη; Γιατί είναι και ωραίο αυτό που ζεις καλλιτεχνικά.
Είναι τρομερό αυτό που ζω η αλήθεια είναι, γιατί ο κάθε καλλιτέχνης φέρνει κάτι διαφορετικό στον ρόλο. Οπότε το να συνεργάζεσαι με δύο διαφορετικούς στην ίδια παραγωγή είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον γιατί σε βάζει να βρίσκεις και άλλα πράγματα του εαυτού σου πάνω στον ρόλο και να τον εμπλουτίζεις όλο και περισσότερο… είναι τρομερά ενδιαφέρον.
Πες μου για την κάθε αφέντρα σου Τουραντότ κάτι που σε διδάξανε.
Η κυρία Λιζ Λίντστρομ με την οποία έχουμε κάνει τις περισσότερες πρόβες καταρχάς είναι ένας γλυκύτατος άνθρωπος που παρόλο που έχει αυτή την τρομερή φήμη και είναι τόσο διάσημη είναι και τόσο ταπεινή παράλληλα και επίσης την ώρα των προβών δημιουργεί και ένα πολύ ευχάριστο κλίμα που με διδάσκει το ότι πάνω απ’ όλα είναι η χαρά αυτής της δουλειάς που κάνουμε. Έπειτα η κυρία Κάθριν Φόστερ είναι κι αυτή ένα μεγαθήριο σ’ αυτό τον ρόλο και πραγματικά η πειθαρχία που δείχνει και όλη της η σοβαρότητα ως προς αυτό τον ρόλο είναι ένα μάθημα για μένα, ως προς τη σοβαρότητα με την οποία τον αντιμετωπίζει και στο παίξιμο του.

Ο ρόλος ο δικός σου της Λιου έχει κάτι το τραγικό;
Αρκετά πράγματα. Καταρχάς, η Λιου είναι πλατωνικά ερωτευμένη με τον Καλάφ, όπου αυτός δεν το ξέρει, το αγνοεί, δεν θέλει και ίσως και να το καταλάβει και ουσιαστικά ο χαρακτήρας μου επειδή μέσα σ’ αυτή την όπερα αν και τραγουδάει λίγο ως ρόλος, έχει όμως πολύ σημαντική παρουσία. Είναι και ένας ρόλος κλειδί για την όπερα. Γιατί ουσιαστικά με την πράξη της που θα δείτε ότι κάνει, αλλάζει και τη ροή της όπερας, που είναι ένα τραγικό γεγονός, αλλά που νομίζω ότι δείχνει απόλυτα την αξία της θυσιαστικής αγάπης και του πώς μπορεί να μεταμορφώσει τους ανθρώπους.
Τι είναι αυτό το πράγμα με τον έρωτα που πρέπει να λύσεις και τρία αινίγματα για να το απολαύσεις;
Από τη μεριά του Καλαφ, ναι ο έρωτας έχει τις δυσκολίες του προφανώς, όπως όλοι έχουμε γνωρίσει και ζήσει αλλά ο έρωτας είναι και τόσο μεγάλη κινητήριος δύναμη που δεν λογαριάζει κανένα κίνδυνο.
Έχεις απαρνηθεί έρωτες για τη δουλειά σου και τον αθλητισμό που λέγαμε πιο πριν;
Ναι.
Θυσίες γίνονται δηλαδή.
Ναι, αλλά θεωρώ ότι ίσως κι επειδή δεν ήμουν στη φάση που ήμουν κι εγώ κατασταλαγμένη ως προς το τι ήθελα να κάνω. Πιστεύω όμως ότι αν βρεις έναν άνθρωπο με τον οποίο συνδέεσαι απόλυτα και αγαπάτε ο ένας τον άλλον με τέτοιο τρόπο που να βρίσκετε ο ένας να χωράει στη ζωή του άλλου, ουσιαστικά και να τον στηρίζει ακόμα και με αυτό το πρόγραμμα του πρωταθλητισμού, η αγάπη και ο έρωτας είναι φυσικά πράγματα που ενισχύουν κιόλας την τέχνη σου. Οπότε σίγουρα είναι εφικτό.
Άρα «σκλάβα» και του Έρωτα και του Ηρωδείου, γιατί τώρα ξεκινάει και μια ωραία διαδρομή για σένα.
Ναι, ουσιαστικά είναι το καλλιτεχνικό μου ντεμπούτο και με τη Εθνική Λυρική Σκηνή και σε αυτό τον ρόλο.
Τι νιώθεις γι’ αυτόν τον χώρο, για την ενέργειά του;
Είναι τρομερός χώρος, δίνει απο μόνος του ενέργεια στην όλη παράσταση. Δηλαδή είναι μέρος του σκηνικού και εξαιτίας της βαρύτητας που έχει ως χώρος κάνει την παράσταση και μας βοηθάει να γίνονται οι ερμηνείες μας όλο και πιο βαθιές.

Αυτό το πράγμα που συμβαίνει, που κάνετε πρόβες πολύ καιρό για να μας παρουσιάσετε κάτι για τρεις μέρες, τέσσερις πώς το αντιμετωπίζεις; Κατανοώ κοπιάζει και η φωνή, υποθέτω δεν αντέχει δεν γίνεται να τραγουδάτε και κάθε μέρα
Σίγουρα και ας πούμε σε κάποιες πρόβες, όταν είναι κυρίως σκηνικές, των πρώτων ημερών που προσπαθούμε να βρούμε πώς θα κινούμαστε πάνω στη σκηνή. Μπορεί να μην τραγουδάμε από την αρχή φουλ voice που λέμε μέχρι να βρούμε τα πατήματά μας, αλλά εντάξει, όπως και κάθε παραγωγή και αυτή ίσως λίγο παραπάνω γιατί έχει μεγάλο αριθμό συντελεστών που βρίσκονται πάνω στη σκηνή από ηθοποιούς, χορευτές, τραγουδιστές, παιδιά, που θα δείτε, η χορωδία και η παιδική χορωδία δεν θα προδώσω, αλλά είναι κάτι ξεχωριστό σε αυτή την παραγωγή που νομίζω δένει ακόμα παραπάνω το κοινό με τη σκηνή, με τον τρόπο που παρουσιάζεται.
Είχες παρακολουθήσει υποθέτω και άλλες Τουραντότ.
Μία ζωντανά στη Σκάλα του Μιλάνου, επειδή βρίσκομαι στην Ιταλία τα τελευταία δύο χρόνια και τις υπόλοιπες από βίντεο.
Αυτή η δικιά σας παραγωγή, τι νέο μας φέρνει στο ελληνικό κοινό πιστεύεις; Πέρα από εσένα.
Θεωρώ ότι έχει αρκετά παραδοσιακά στοιχεία γιατί και σκηνογραφικά, ενδυματολογικά και σκηνοθετικά έχουν προσεγγίσει το έργο με κάποιες παραδοσιακές αξίες, αλλά φέρνει και κάποια πράγματα που εγώ προσωπικά δεν έχω δει σε άλλες παρουσιάσεις της Τουραντότ, στα οποία παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο κάποιοι ηθοποιοί και χορευτές και παρουσιάζει πράγματα πάνω στη σκηνή που ουσιαστικά δεν εκτυλίσσονται στην πορεία της όπερας, αλλά έχουν πολύ μεγάλο ρόλο και σημασία για το νόημα των πραγμάτων που συμβαίνουν. Οπότε κάνει ακόμα πιο κατανοητά κάποια πράγματα για το κοινό θεωρώ αυτή η προσέγγιση.
Παρατηρώ το κοστούμι σου όσο μιλάμε σαν να βλέπω πάνω του έως και παραδοσιακή Ελλάδα.
Βασικά έχει κάποια αραβικά στοιχεία αλλά φαίνεται και με ελληνικά στοιχεία και απ’ ότι έμαθα κι έτσι όπως κατάλαβα για τη σκηνογραφία της κυρίας Χλόης Ομπολένσκι και του σκηνοθέτη μας Αντρέι Σερμπάν ήθελαν να παντρέψουν έτσι λίγο και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό με τον κινέζικο, γιατί έχουν πολλά κοινά αυτοί οι δυο πολιτισμοί. Οπότε έχουν συνδυάσει αρκετά πράγματα τα οποία νομίζω δίνουν εξαιρετικά κάποια ιδιαίτερα χρώματα στην παράσταση.

Στην αρχή μου είπες ότι είσαι αγχωμένη.
Αρκετά.
Όσο μιλάμε δεν φαίνεται άρα είσαι και καλή ηθοποιός.
Όχι απλά είσαι πολύ ευγενικός και δεν μου δημιουργείς φόβο.
[και πάνω σε αυτό το σημείο που θα τελείωνε η συζήτηση μας συνέβη κάτι από αυτά που θεωρώ τις μαγικές συγκυρίες της ζωής. Χτυπάει η πόρτα κι ένας άντρας προβάλει το κεφάλι του]
ΜΚ: Γεια σας!
Όλα καλά;
ΜΚ: Όλα καλά.
Εντάξει, θα το σκίσουμε;
ΜΚ: Προσπαθούμε.
Θα το σκίσουμε;
ΜΚ: Ναι!
Ετσι μπράβο! Καλή επιτυχία!
ΜΚ: Ευχαριστώ πάρα πολύ για όλα!
Να πας καλά. Και να ξέρεις με τον κόσμο δεν ακούς φωνή. Σήμερα θ’ ακούς λίγο περισσότερο, γιατί η κεντρική κερκίδα θα είναι πιο άδεια αλλά στην παράσταση θα είναι γεμάτη. Τραγούδα όπως τραγουδάς πάντα, δεν χρειάζεται να πατήσεις τίποτα, να τραγουδάς τέλεια όπως πάντα.
ΜΚ: Ευχαριστώ. Ευχαριστώ.
Ποιος ήτανε αυτός;
Ο κύριος Παναγής Παγουλάτος είναι ο casting director μας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Που ήρθε να σου δώσει δύναμη να σου ευχηθεί καλή επιτυχία να σου προσφέρει με το χαμόγελο του και κάποιες τελικές οδηγίες ανθρώπινες για να σου διώξει τυχόν φόβο. Δεν είναι μαγικό αυτό;
Είδες; Εύχομαι η τέχνη να μας ενώνει όλους.
Κι εγώ εύχομαι να σε δω πολλές φορές στο Ηρώδειο.
Αμήν.
Και να έχω κι εγώ την τιμή να σου πάρω στο προσεχές μέλλον μια συνέντευξη στον πρώτο σου κεντρικό ρόλο. Ποιος θα ήταν εκείνος ο ρόλος που θα ΄θελες; Κλείσε τα μάτια και πες μου.
Μπορώ να πω και κάτι το οποίο ίσως τώρα να μην είναι εφικτό να γίνει… ίσως για το μέλλον;
Δικά σου είναι τα όνειρα δεν ζητάμε άδεια όταν ονειρευόμαστε.
Η Μαντάμα Μπάτερφλάι του Πουτσίνι.

Με το καλό τότε, της είπα της φίλησα το χέρι και την άφησα να προετοιμαστεί σε δέκα λεπτά θα ξεκινούσε η παράσταση. Κατευθύνθηκα προς την κερκίδα μου, ανεβαίνοντας με προσπέρασε σαν αίλουρος η Χλόη Ομπολένσκι κι ανέβηκε πιο γρήγορα. Κάθισα και χάζευα το Ηρώδειο που περνάει και την πιο μινιμαλιστική του περίοδο μιας και θα κάνει μια παύση με το πέρας του φετινού καλοκαιριού. Το χρειάζεται το μνημείο λίγη ξεκούραση εμείς θα βρούμε άλλους χώρους δεν θα τα χάσουμε τα φεστιβαλικά καλοκαίρια μας. Ομολογώ απόλαυσε το μάτι μου τις καμάρες του Ηρωδείου απογυμνωμένες από τα μεταλλικά αυτά στοιχεία που βαστούσαν προβολείς. Θα τολμήσω να ευχηθώ πως όταν με το καλό ξανά μας υποδεχτεί θα υπάρχει η όσο πιο μινιμαλιστική προσέγγιση υποδομών. Μ’ αρέσουν οι λιτές προσεγγίσεις αν και η Τουραντότ που απόλαυσα ήταν όντως γεμάτη εικόνες, εκπλήξεις και κίνηση παντού. Το λιτό που αποζητώ κάπως συνδυάστηκε με το τόσο όσο και το καθόλου φλύαρο μιας και οι πληροφορίες οι εικαστικές και οι κινησιολογικές είχανε λόγο ύπαρξης.
Μήτε την παράσταση θα σας περιγράψω άλλο και την ανατριχίλα που ένιωσα παρακολουθώντας τη Μαρία Κοσοβίτσα. Είχα πια συνδεθεί μαζί της αφού αγωνιούσα μαζί της και ναι στάθηκε επάξια πλάι στους συναδέλφους της που δώσανε κι εκείνοι την ψυχή τους. Ευωδίασε λιβάνι κάποια στιγμή χάρη σ’ ένα δυνατό αέρα που στείλανε της τέχνης οι θεοί και κάνανε το σκηνικό και τα κοστούμια να ζωντανέψουν ακόμα πιο πολύ.
Φεύγοντας μια κυρία μόνη σιγομουρμούριζε το Nessun Dorma που με είχε στοιχειώσει και μένα κάποτε τότε που έφηβος με την παρέα μου τους έκανα τον Παβαρότι δίχως να γνωρίζω ιταλικά “Dilegua, o notte! Tramontate, stelle! Tramontate, stelle! All’alba vincerò! Vincerò! Vincerò!” / «Φύγε, ω νύχτα! Δύστε, αστέρια! Την αυγή, θα νικήσω! Θα νικήσω! Θα νικήσω!
Θα νικήσουμε όλοι μας …κι εσύ Γεωργία Τέγου που θα κάνεις τη δικιά σου σύγχρονη όπερα κι εσύ Μαρία Κοσοβίτσα που θα γίνεις μεγάλη σοπράνο. Θα ’χω να το λέω ότι τότε το 2025 πήγα στο Ηρώδειο και παρακολούθησα μια ανατριχιαστική Τουραντότ την πρώτη που με έκανε να δακρύσω, γιατί συνδέθηκα παίρνοντας συνέντευξη από δυο γυναίκες που ήταν το μέλλον.



