«Το τούνελ» του Γουίλιαμ Χ. Γκας: Σπάνιο αριστούργημα ή ένδειξη εκφυλισμού της λογοτεχνίας;

Η κυκλοφορία στα ελληνικά ενός από τα πιο «δύσκολα» μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα, προκαλεί σημαντικά ερωτήματα γύρω από τη φύση της λογοτεχνίας

Ήδη από τη δεκαετία του 1970, ο Γκορ Βιντάλ (ένας από τους κορυφαίους Αμερικανούς δοκιμιογράφους του εικοστού αιώνα) σε μια σειρά άρθρων του είχε επισημάνει αυτό που έβλεπε να διαγράφεται σαν μέγα κίνδυνο στον χώρο της πεζογραφίας: δηλαδή την κρίση στη σχέση αναγνωστικού κοινού και «σοβαρών» συγγραφέων λόγω της ακμής των επονομαζόμενων και μεταμοντέρνων μυθιστορημάτων – ο ίδιος τα χαρακτήριζε «πανεπιστημιακά» μυθιστορήματα – κυρίως χάρη στην συστηματική υποστήριξη του κριτικού κατεστημένου και της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Ο Βιντάλ πίστευε πως τα περισσότερα από αυτά τα έργα είχαν αντικαταστήσει την πραγματικά καλή «σοβαρή» λογοτεχνία, αφού το ευρύ κοινό αδυνατώντας να τα παρακολουθήσει και να τα καταλάβει στρεφόταν ολοένα και σε μεγαλύτερους αριθμούς στη βιομηχανική παραγωγή των εύπεπτων ευπώλητων. Μάλιστα, ο λόγος που τα βάφτισε «πανεπιστημιακά» είναι ότι γράφονται από καθηγητές πανεπιστημίων προκειμένου  ουσιαστικά να διαβαστούν από τους φοιτητές τους.

«Βρίσκω δύσκολο το να πάρω στα σοβαρά ένα μυθιστόρημα που γράφεται προκειμένου να διδαχθεί, ούτε και μπορώ να δω πώς το αμερικάνικο πανεπιστήμιο μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τη δημιουργία «νέας» γραφής…»

Άλλωστε η τροπή που είχε πάρει η μελέτη της λογοτεχνίας στα πανεπιστήμια αντανακλούσε και το νέο αυτό μυθιστορηματικό είδος:

«Ζηλεύοντας τα θεωρήματα και τους τύπους των φυσικών, οι καθηγητές αγγλικής λογοτεχνίας τώρα προσπαθούν να τους ανταγωνιστούν με το να σκαρφίζονται δικές τους θεωρίες και θεωρήματα, αφού η γλώσσα τους έχει εγκαταλείψει ακόμη μια φορά».

Το αποτέλεσμα; Τα υπερεκτιμημένα, σοβαροφανή, ακαταλαβίστικα και συχνά κακογραμμένα, κατά τη γνώμη του, «πανεπιστημιακά» μυθιστορήματα είχαν καταστήσει «το σοβαρό μυθιστόρημα αδιάφορο για τον οποιονδήποτε, συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων που τα γράφουν…»

Το πρόβλημα του Βιντάλ δεν είναι τόσο η δήθεν δυσκολία των εν λόγω έργων, όσο το ότι αυτή η δυσκολία είναι επίπλαστη, εσκεμμένη, με απώτερο στόχο να προβοκάρει, να συγχύσει τον αναγνώστη μέσω μιας άσκοπης αναζήτησης διαρκούς πρωτοτυπίας και να εξασφαλίσει μια ενδεχόμενη ακαδημαϊκή καριέρα, αντί να αντανακλά μια ενδογενή περιπλοκότητα του συγγραφικού οράματος.

Ξεκινώντας από μια παρόμοια αφετηρία, ένας μέχρι τότε άγνωστος κριτικός ονόματι Μάιερς δημοσίευσε ένα άρθρο το 2001 στο Atlantic Monthly, το οποίο προκάλεσε σεισμό στα θεμέλια της λογοτεχνικής κριτικής των Ηνωμένων Πολιτειών και μαζί θύελλα αντιδράσεων, τόσο επιδοκιμαστικών όσο και επικριτικών. Ο τίτλος του άρθρου (το οποίο αποτέλεσε τη βάση ενός βιβλίου με τον ίδιο τίτλο που κυκλοφόρησε λίγο αργότερα) ήταν «Το Μανιφέστο ενός Αναγνώστη», και στο κείμενο αυτό ο Μάιερς έστρεψε τα πυρά του κυρίως στους κριτικούς (σε αντίθεση με τους ακαδημαϊκούς όπως στην περίπτωση του Βιντάλ), οι οποίοι εκθειάζουν σαν αριστουργήματα κακογραμμένα και δήθεν δυσνόητα μυθιστορήματα για τον απλούστατο λόγο ότι οι ίδιοι δεν μπορούν να τα κατανοήσουν και άρα θεωρούν ότι έχουν αξία λόγω μιας ελιτίστικης νοοτροπίας.

Αναφέρω όλα τα παραπάνω διότι αφορούν απόλυτα την έκδοση στα ελληνικά ενός από τα πιο απαιτητικά μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα, το περίφημο Τούνελ του Γουίλιαμ Χ. Γκας, ένα υπερβολικά πυκνό, συχνά παραληρηματικό έργο στο οποίο ο Γκας αφιέρωσε είκοσι και πλέον χρόνια από τη ζωή του. Όταν το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε, δίχασε εντελώς την κριτική κοινότητα, με (τους περισσότερους) να το επικρίνουν για όλους τους λόγους στους οποίους αναφερθήκαμε παραπάνω, και άλλους να το υπερασπίζονται σαν ένα αδιαφιλονίκητο αριστούργημα.

Τον διχασμό αυτόν δεν βοήθησε και η ίδια η προσωπικότητα και τα λεγόμενα του Γκας, ο οποίος στα ουκ ολίγα δοκίμιά του καταδίκασε την ευρύτερη κατηγορία του «ρεαλιστικού» μυθιστορήματος όσο και την προσήλωση σε πλοκή και ανάπτυξη χαρακτήρων, ισχυριζόμενος ότι το μυθιστόρημα πρέπει να επικεντρώνεται στη γλώσσα και την αναζήτηση της φόρμας, αδιαφορώντας για όλους όσους αδυνατούν να το απολαύσουν ή να το κατανοήσουν και κατηγορώντας ολόκληρη τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή με ελάχιστες εξαιρέσεις, σαν ευτελή προϊόντα. Αυτή η αλαζονική και ελιτίστικη στάση του όξυνε την αντιπαράθεση.

Η αλήθεια είναι ότι ο Γκας είναι ο πιο «βαρύς» διανοούμενος από τη γενιά των συγγραφέων με τους οποίους συσχετίστηκε (Μπαρθ, Πίντσον, Μπάρθελμ, Χοκς) με εξαίρεση ίσως τον Γκάντις του οποίου την επιρροή υπογράμμιζε σε κάθε ευκαιρία. Ο Γκας προέρχεται από σπουδές φιλοσοφίας και από μακρά ακαδημαϊκή καριέρα σε αυτό το αντικείμενο, κι αυτό είναι κάτι που αναμφίβολα έχει αφήσει το στίγμα του στο έργο του.

Ενδιαφέρουσα αντίφαση όμως αποτελεί ότι ο ίδιος ο Βιντάλ που, όπως είδαμε κατακεραύνωνε αυτό το είδος γραφής και τη γενιά συγγραφέων, ξεχωρίζει κυρίως τον Γκας ως πραγματικά ταλαντούχο και αξιόλογο συγγραφέα. Εδώ όμως πρέπει να επισημανθεί ότι την κρίση του αυτή τη βασίζει στα πρώιμα έργα του Γκας, απαιτητικά μεν αλλά σαφώς λιγότερο πειραματικά από το πολύ ύστερο Τούνελ. Αμφιβάλλω αν θα διατηρούσε την ίδια άποψη για το εν λόγω μυθιστόρημα. Το αναφέρω όμως διότι δείχνει πως ακόμα και για τους επικριτές του ο Γκας ξεχώριζε, επειδή διέθετε πραγματικό χάρισμα στη γλώσσα και αναμφισβήτητες λογοτεχνικές αρετές.

Τι είναι λοιπόν αυτό το «τέρας» που ο Γκας έγραφε για είκοσι χρόνια; Αφηγητής (αναξιόπιστος), μοναδικός ουσιαστικά χαρακτήρας και η μοναδική αιωρούμενη συνείδηση του βιβλίου είναι ο Γουίλιαμ Κόλερ, ένα ενδιαφέρον alter ego του Γκας.

Ο Κόλερ είναι ένας πενηντάρης ιστορικός και καθηγητής πανεπιστημίου σε μία εκ των μεσοδυτικών πολιτειών. Ο Κόλερ έχει μόλις ολοκληρώσει ένα βιβλίο που έγραφε για χρόνια με θέμα την έννοια της αθωότητας και ενοχής στη ναζιστική Γερμανία. Ετοιμάζεται να γράψει την εισαγωγή για το βιβλίο, αλλά αντ’ αυτού καταλήγει σε έναν παροξυσμό συνειδησιακής ροής με θέμα εντελώς ρευστό που περιλαμβάνει τα πάντα και τίποτα: την παιδική του ηλικία, το ταξίδι του ως νεαρού στη ναζιστική Γερμανία στα τέλη της δεκαετίας του τριάντα, τους έρωτές του, τη μοναξιά του, τις απόψεις και τις φιλοσοφικές θεωρίες του, τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά του ερεθίσματα, τα μίση που για χρόνια έπαιρναν μορφή στην ψυχή του, μίσος για την ευτελή κουλτούρα της εποχής, μίσος για τη χοντρή και άσχημη γυναίκα του, μίσος για την ανθρωπότητα, μίσος για τον ίδιο του τον εαυτό.

Όλο αυτό το μίσος όμως κρύβει και μια ντροπή. Ένα από τα κεντρικά θέματα του βιβλίου είναι και η έννοια της ειλικρίνειας, του να ξεμπροστιάσεις τον εαυτό σου στις σελίδες. Έτσι, ο Γουίλιαμ κρύβει τις σελίδες για να μην τις δει η γυναίκα του. Βεβαίως εδώ προκύπτει το ερώτημα του αν το προφίλ του ανθρώπου που σχηματίζεται μέσα από αυτές τις σελίδες είναι αυθεντικό, ή είναι ένα δημιούργημα του Γουίλιαμ, μία απόδειξη ότι τελικά δεν μπορείς να ξεφύγεις από την ντροπή. Ντροπή για τι όμως; Για τις ατέλειές του; για τις φιλοναζιστικές απόψεις που ανέπτυξε όταν ήταν νέος; Μήπως για την εξέλιξη της ζωής του, η οποία παρά την τεράστια μόρφωση τον οδήγησε σε όλες τις λάθος επιλογές, με τον ίδιο τρόπο που οδήγησε στην παρακμή τον Γερμανικό πολιτισμό;

Ο Γουίλιαμ αποφασίζει να σκάψει ένα τούνελ από το γραφείο του που βρίσκεται στο υπόγειο. Αυτό το τούνελ θα τον οδηγήσει στο να δραπετεύσει από τη γυναίκα του, την οποία βλέπει ως δυνάστη, αλλά κατά προέκταση και από τα δεσμά μιας ασφυκτικής ύπαρξης. Όμως είναι σαφές ότι αυτό το τούνελ είναι μια κάθοδος προς την κόλαση του εαυτού του, ένα ταξίδι προς τα εσώτερα της συνείδησης, ένα ταξίδι αυτογνωσίας, ή μήπως αυτοτιμωρίας;

Τώρα, πολλά έχουν γραφτεί σχετικά με την περίτεχνη αρχιτεκτονική δομή του μυθιστορήματος, η οποία υποτίθεται πως αντιστοιχεί στα διάφορα στάδια σκαψίματος αυτού του τούνελ. Ότι το έργο χωρίζεται σε τρεις βασικές ενότητες και δώδεκα θεματικές υπο-ενότητες που καθρεφτίζουν μια σύνθετη φιλοσοφία της ιστορίας, μια σειρά από ζεύγη αντιθέσεων, μοτίβα που επαναλαμβάνονται με παραλλαγές σαν συμφωνική αντίστιξη, μέχρι και το ότι ο Γκας γλωσσικά επιχειρεί να εφαρμόσει τον δωδεκαφθογγισμό της μουσικής θεωρίας των Σένμπεργκ και Μπεργκ.

Όλα τα παραπάνω είναι σίγουρα αληθή, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Γκας τα είχε στο μυαλό του όταν σχεδίαζε το εν λόγω μυθιστόρημα. Όμως όποιος ισχυρίζεται ότι μπορεί να τα ανιχνεύσει στο βιβλίο μάλλον ψεύδεται. Ο λόγος που τα γνωρίζουμε όλα αυτά είναι απλά το ότι ο ίδιος ο Γκας ήταν λαλίστατος και τα είχε αναλύσει διεξοδικά σε συνεντεύξεις και κείμενά του. Αλλιώς, πιστέψτε με, είναι αδύνατον να εξάγει κανείς τέτοια συμπεράσματα όσο προσεκτικά κι αν διαβάσει το κείμενο. Εδώ εισερχόμαστε στον πυρήνα του κομπογιαννιτισμού.

Το βιβλίο αυτό είναι πράγματι βίβλος για αυτάρεσκους συγγραφείς και κριτικούς, το απόλυτο φετίχ για πομπώδεις υποκριτές που κατά πάσα πιθανότητα δεν αντιλαμβάνονται τι διαβάζουν αλλά ποντάρουν στο ότι κανείς δεν πρόκειται να επιχειρήσει καν να διαβάσει το εν λόγω βιβλίο.

Εν ολίγοις αποτελεί εύκολο στόχο για τον Βιντάλ και τον Μάιερς λόγω όλων των παραπάνω χαρακτηριστικών που ανέλυσα. Στα πιο «βατά» του τμήματα, η γραφή του Γκας είναι μια πυκνή και απαιτητική συνειδησιακή ροή του όψιμου μοντερνισμού, γεμάτη διακειμενικές αναφορές, αλλαγές κατεύθυνσης και χωρίς σαφή σημεία αναφοράς. Τα λιγότερο «βατά» και πιο πειραματικά τμήματα του βιβλίου είναι παροξυσμοί λογοδιάρροιας χωρίς ειρμό, πειραματισμοί με τον φόντο της γραμματοσειράς, τη διάταξη των λέξεων στη σελίδα, ένα σουρεαλιστικό χάος που καταλήγει σε ατόφια, καθαρή γλώσσα, η οποία αποδομεί τον ίδιο της τον εαυτό, φέρνοντας στο μυαλό τον Μπέκετ του «Ακατονόμαστου». Τα τμήματα αυτά δεν διαβάζονται. Μπορεί κανείς να τα διαβάσει μηχανικά αν το έχει κάνει τάμα, αλλά ουσιαστικά υπάρχουν για να απωθήσουν την ανάγνωση.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι υπερβολές του μυθιστορήματος εμποδίζουν πολλούς σκεπτόμενους αναγνώστες από το να απολαύσουν και να προβληματιστούν από τα πραγματικά εκπληκτικά του στοιχεία, γιατί υπάρχουν τέτοια και μάλιστα είναι πολλά και ποικίλα. Ο Γκας μπορεί να γράψει ορισμένες από τις πιο όμορφες προτάσεις στην αγγλική γλώσσα, είναι ένας εστέτ, ένας ποιητής κατά βάθος, στην παράδοση του Ναμπόκοφ, του Τζέιμς, του Φόκνερ και του Προυστ. Στα καλύτερά του, ο Γκας μπορεί να γεμίσει το γραπτό του με αξιομνημόνευτες και εντελώς απρόβλεπτες προτάσεις, με τον αναγνώστη να μην ξέρει τι να περιμένει αλλά να τις θαυμάζει υπνωτισμένος και αποσβολωμένος:

«Κατέβηκε τη σκάλα αργά, με στητό κορμί, σαν να προσπαθούσε να ισορροπήσει το κεφάλι της σε έναν σπασμένο λαιμό, ώσπου με βρήκε να κλαψουρίζω στους αστραγάλους της σαν κουτάβι. Δεν ήταν λες και είχε σταματήσει ο χρόνος, αλλά λες και ο παγοκόφτης ενός απρόσεχτου παγοπώλη είχε πελεκήσει αυτές τις στιγμές από το βασικό κομμάτι και τις είχε αφήσει να λιώσουν μόνες τους. Τότε ένιωσα το χέρι της μητέρας μου να με αγγίζει στην πλάτη και μια απαλή στεγνή βροχή στον σβέρκο, σαν από άμμο».

 Το χιούμορ του είναι μαύρο και αυτοσαρκαστικό, η ενέργεια που εκλύει είναι τρομακτική, το ύφος κυμαίνεται από το μεγαλοπρεπές μέχρι το χυδαίο και συχνά αποτελεί έναν συνδυασμό των δύο.

Όμως δεν μιλάμε απλώς για λεκτικές ακροβασίες με αισθητική μονάχα ποιότητα. Ο Γκας θίγει σύνθετα και ουσιαστικά ζητήματα. Η περίφημη φράση «ο φασισμός της καρδιάς» που συχνά αναφέρει και την οποία πολλοί θεωρούν ερμηνευτικό κλειδί του βιβλίου, παραπέμπει στη σύγκρουση ανάμεσα στην υποκειμενική συνείδηση του ατόμου και την «αντικειμενική» υπόσταση της ιστορίας, του συλλογικού.

Η επικίνδυνη ροπή του ανασφαλή και ταπεινωμένου ανθρώπου προς τον ολοκληρωτισμό αποτελεί και μια προειδοποίηση προς τάσεις που υπάρχουν σε κάθε κοινωνία, και ιδιαίτερα στις Η.Π.Α. και την «ψυχή» τους, τις μεσοδυτικές δηλαδή πολιτείες. Ο Κόλερ περιγράφει ιμπρεσιονιστικά τα παιδικά του χρόνια για να εξηγήσει το πώς αυτά τον οδήγησαν σε επικίνδυνες ατραπούς. Πολλοί παράγοντες εισέρχονται στην εξίσωση: το καλβινιστικό υπόβαθρο και η καταπίεση της σεξουαλικότητας, η ευτελής μαζική κουλτούρα, η ρευστή έννοια του χρόνου και η πεσιμιστική προσέγγιση για την ανθρώπινη φύση. Οι εικόνες που δημιουργεί για να περιγράψει τη μαζική ύπνωση του ναζισμού είναι αποκαλυπτικές:

«Πελώρια κυματιστά λάβαρα, κόκκινα σαν το αίμα. Και μπάντες πνευστών. Και ο αρρενωπός γδούπος από αρβύλες που χτυπούν το έδαφος ταυτόχρονα. Και η οργή μέσα στις χαρούμενες κραυγές. Εκατό χιλιάδες χολές έχουν βρει στόμα…Η κόλαση έχει γονιμοποιήσει τον παράδεισο. Και τώρα έρχεται ο ήρωας – η σάλπιγγα του λαού του… Βρυχάται, ουρλιάζει εκφράζοντας τους πάντες…Είναι ο Υιός του Θεού αν ο Θεός είναι η Πικρία. Ένας Φαραώ των απογοητευμένων».

Το ότι κατά πάσα πιθανότητα όποιος καταπιαστεί με αυτό το βιβλίο δεν θα το τελειώσει δεν σημαίνει ότι δεν θα μπορέσει να αποκομίσει σημαντικά στοιχεία από αυτό, ούτε και ότι δεν πρόκειται να απολαύσει κάποια τμήματά του. Είναι κρίμα που η ακραία αντίληψη του Γκας για τη λογοτεχνία (την οποία σέβομαι αλλά σε καμία περίπτωση δεν ενστερνίζομαι) εμποδίζει τον αναγνώστη από το να απολαύσει τη λαμπρή γλωσσική του ικανότητα και την ευρύτητα του πνεύματός του.

…Τελικά σκέφτομαι ότι, όπως και ο πρωταγωνιστής του, Γουίλιαμ Κόλερ, οι φορμαλιστικές του ακροβασίες στρέφονται κατά του ίδιου του εαυτού ως δημιουργού. Όμως η ομορφιά δεν κρύβεται, όσο άσχημα κι αν την ντύσεις, περιμένει υπομονετικά όποιον θέλει να την ανακαλύψει.

«Το τούνελ» του Γουίλιαμ Χ. Γκας κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη 

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Κάθε βδομάδα μπορείτε να λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc mag με τις προτάσεις μας