Θυμάμαι πολύ αχνά ένα σποτάκι στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ που έλεγε «Ανοίξαμε δίπλα και σας περιμένουμε» και μετά σχεδόν αυτόματα ο οικογενειακός μας dj, η μαμά μας, αποφάσισε πως αυτό θα ήταν το νέο soundtrack του σπιτιού μας, ο Μελωδία, που εξέπεμπε τότε στους 100. Η ώρα στον Μελωδία ήταν οχτώ κι είχαμε αργήσει για το σχολείο, η ώρα στον Μελωδία ήταν τέσσερις κι έπρεπε να φύγουμε για το φροντιστήριο, και την Κυριακή, τραγούδια από τα ελληνόφωνα χωριά της Κάτω Ιταλίας κι απ’ όλο τον κόσμο, με το «Αλάτι της Γης» και τη φωνή του Λάμπρου Λιάβα. Πολύ Αλεξίου, πολύ Πρωτοψάλτη, πολύ Γαλάνη, πολύ Τσανακλίδου, πολύ Μητσιάς, πολύ Μάλαμας, και το σήμα του Θάνου Μικρούτσικου που αργότερα έμαθα πως ήταν από το «Επέστρεφε» σε ποίηση Κ.Π. Καβάφη…

Περίπου στο Λύκειο, έβαλα κι εγώ το ραδιόφωνο στο δωμάτιό μου να παίζει μόνο Μελωδία, και δεν άλλαξα συχνότητα πάρα μόνο όταν ο σταθμός μετακόμισε λίγο πιο αριστερά, στους 99,2. Πολύ γρήγορα, άρχισα να οργανώνω το διάβασμά μου και τη ζωή μου με τρόπο ώστε να κάνω ασκήσεις μαθητικής ρουτίνας, που δεν απαιτούσαν δηλαδή μεγάλη συγκέντρωση μεταξύ 6 και 8 που έπαιζε ο Ιωάννου, ή να μη μπαίνω στη τάξη το πρωί πριν πει η Δέσποινα Μαυρογένη την πρώτη της ατάκα τύπου «Τούλα βγάλε τα παιδιά απ’ την πισίνα, έχει πολύ χλώριο είπανε». Κι ύστερα φοιτήτρια, πρώτα στο walkman, μετά στο ραδιόφωνο του κινητού και μετά στο αυτοκίνητο, ξυπνούσα με τις πιο γλυκές αντρικές φωνές του ραδιοφώνου, τον Νίκο Μωραΐτη και τον Βαγγέλη Περάκη, καταλάβαινα απ’ το πρώτο δεκάλεπτο τη διάθεση του Ιωάννου και μάντευα ποια τραγούδια θα βάλει – ειδικά τη Μεγάλη Παρασκευή πριν από τον Επιτάφιο, στοιχημάτιζα όσο όσο πως θα παίξει τέταρτο ή πέμπτο τραγούδι τους «Πόνους της Παναγιάς», έμαθα να πίνω καφέ μόνο με την απρόβλεπτη Όλγα Λασκαράτου, ξενυχτούσα με τον Παπαμιχάλη, που μου έμαθε τους Beirut, τον Yosebu και πολλά άλλα, και στην ερώτηση «τι μουσική ακούς;», απαντούσα Μελωδία…

Κάποια στιγμή, η μαμά μου θύμωσε με την αποχώρηση του κυρίου Λιάβα – ευτυχώς τον βρήκαμε σε άλλη συχνότητα κι αποκαταστάθηκε η ισορροπία στο σπίτι, αρχίσαμε όμως να ακούμε κι άλλους σταθμούς. Μετά άρχισαν να φεύγουν κι άλλοι, κι άλλοι, ο σταθμός άλλαξε, άλλαξα λίγο κι εγώ, ή άλλαξα μόνο εγώ κι ο σταθμός έμεινε ίδιος, ώσπου βαρέθηκα κι έπαψα να τον ακούω. Σε καμία περίπτωση δεν υποτιμώ την προσπάθεια που γίνεται από αυτούς που έχουν μείνει, ούτε φυσικά το 10% του κοινού που σύμφωνα με τις μετρήσεις μένει πιστό στον Μελωδία. Ο λόγος που δεν ακούω τον σταθμό πια, είναι ο ίδιος για τον οποίο δε πηγαίνω πια στο αγαπημένο μου μαγειρείο από τότε που άρχισε να βγάζει προτηγανισμένες πατάτες κι όλο τα ίδια φαγητά, ή στο αγαπημένο μου καφέ από τότε που έφυγαν τα κορίτσια που σέρβιραν – που είχαν γίνει φίλες μου, ή στην ίδια ερημική παραλία που δεν είναι ερημική πια, γιατί φύτρωσαν καντίνες και παράγκες δεξιά κι αριστερά…

Όσοι άκουγαν παλιά Μελωδία όπως κι εγώ, ξέρουν πολύ καλά πως ξεχώρισε ως ραδιοφωνικός σταθμός γιατί τον στελέχωνε μια πολύ δημιουργική παρέα ανθρώπων που ήξεραν να κάνουν εκπομπές με ροή, που έβαζαν τα τραγούδια με τρόπο ώστε να αφηγούνται μία ιστορία, που έπαιζαν το «Δοξαστικόν» από το Άξιον Εστί, κι αμέσως μετά Πρωτοψάλτη-Νικολακοπούλου-Αντύπα, το «Αιγαίο» ή το «Όταν έρχονται τα σύννεφα» από το «Χαμόγελο της Τζοκόντας» και μετά Τσιτσάνη «Πέφτουν της βροχής οι στάλες», που επέλεγαν τα “δύσκολα” τραγούδια του Μάλαμα και του Ιωαννίδη, που κατέβαζαν ιδέες όπως την ηχογράφηση του «Μονογράμματος» με τη φωνή της Καραμπέτη, τα χρονογραφήματα «πέντε επί πέντε», το αφιέρωμα στον Μάνο Λοΐζο, τη συναυλία Ιωαννίδη, Αλεξίου, Μάλαμα στον Λυκαβηττό και πολλά άλλα… Μια παρέα που την ένιωθες και δική σου, που επηρέαζε τις μουσικές σου επιλογές και το γούστο σου, που σε έκανε να νιώθεις οικεία και που ήξερε πολύ καλά να αυτοσαρκάζεται, για όσους θυμούνται τις αποκριάτικες εκπομπές με το δίδυμο Παπαμιχάλη-Χατζόπουλου…

Αυτή η παρέα λοιπόν, ανασυγκροτήθηκε, απέκτησε νέα μέλη, και τον ερχόμενο Απρίλη βγαίνει στον αέρα μέσα από ένα ολοκαίνουργιο web radio με χαρακτηριστική ονομασία, «Το ραδιόφωνο». Μόλις έσκασε η είδηση μέσω της σελίδας του στο facebook το τηλέφωνο του Παπαμιχάλη, ενός απ’ τους «πρωτεργάτες» του όλου εγχειρήματος έχει πάρει φωτιά. Τον πήρα κι εγώ, κι ας μη γνωριζόμαστε, μιλήσαμε σα δυο παλιοί συμμαθητές. Τον ρώτησα πώς ξεκίνησαν, ποιος είχε την ιδέα, τι καινούργιο θα φέρουν και άλλα, που δεν έχουν μεγάλη σημασία. Στο τέλος της κουβέντας ήμουν σίγουρη για ένα πράγμα, πως «άμα το ‘χει η κούτρα σου να κατεβάζεις ψείρες» δε γλιτώνεις εύκολα. Η Κυριακή Αιλιανού, η Ελένη Γιαννοπούλου (πρώην ΣΚΑΙ), ο Χρήστος Καρυώτης, ο Χρήστος Κορτσέλης, η Όλγα Λασκαράτου, η Βιβή Παπαστάθη, ο Χρήστος Παπαμιχάλης, η Βάσια Ρεντούμη (πρώην Δίεση) και ο θρυλικός πλέον ηχολήπτης Σώζων Ηρειώτης, είναι από αυτούς… Κι επειδή δεν μπορούν χωρίς ραδιόφωνο αλλά ούτε το ραδιόφωνο χωρίς αυτούς, είπαν να χτίσουν ένα δικό τους απ’ την αρχή, έκαναν δική τους εταιρεία και voilà! Προσοχή, δεν πρόκειται για παράρτημα του Μελωδία, αλλά για κάτι εντελώς καινούργιο και διαφορετικό που ξεκίνησε επειδή δε γινόταν αλλιώς :
-Κι ο Ιωάννου;
-Ο Ιωάννου όταν τον πήραμε τηλέφωνο είπε όχι. Πέντε λεπτά αργότερα μας πήρε κι είπε θα βοηθήσω. Δεν είναι μέλος της εταιρείας αλλά έρχεται για να συνδράμει…
Έτσι είναι, το χούι δε κόβεται…
-Και τι θα κάνετε μέσα από τη νέα συχνότητα;
-Ό, τι κάναμε και πριν. Ραδιόφωνο με τον τρόπο που ξέρουμε. Ελληνικό και ξένο ρεπερτόριο, και νέες μουσικές… Εμείς παίξαμε πρώτοι Μαραβέγια, Μόνικα, Χαρούλη, Μποφίλιου…θυμάσαι;

Πώς δε θυμάμαι…
-Κι όλοι αυτοί οι 55 και άνω που δεν είναι εξοικειωμένοι με το internet..;
-Ή θα εξοικειωθούν ή δε θα μας ακούνε. Θέλαμε έτσι κι αλλιώς να ρίξουμε τον μέσο όρο ηλικίας. Κι αν δεις τα like που μας έχουν κάνει είναι από ηλικίες 25-35.
-Όλα καλά ρε Χρήστο, αλλά δε θα μπορώ να σας ακούω όταν θα ’μαι  στο αυτοκίνητο.
-Ναι αλλά θα μας ακούς όταν θα ’σαι στη Νέα Υόρκη…
Για να δούμε…