Είναι αληθινά χαρά και τιμή μου που αναλαμβάνω τη στήλη της θεατρικής κριτικής του ελculture ως η τρίτη διαδοχικά drama queen, μετά την πρώτη διδάξασα της στήλης, την πολυαγαπημένη μου Τώνια Καράογλου, και την εξαιρετική Σοφία Ευτυχιάδου, που αναλαμβάνει σημαντικά και δύσκολα καθήκοντα στο Εθνικό Θέατρο.
Ο υπερπληθωρισμός που εξακολουθεί να μαστίζει τη θεατρική σκηνή της Αθήνας, κάνει τη δουλειά της κριτικής εξαιρετικά χρήσιμη, παρόλο που οι ημέρες της παντοδυναμίας ορισμένων κριτικών έχουν -ευτυχώς- παρέλθει ανεπιστρεπτί: η απόλυτη εξουσία δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στη διαφθορά, και όντως αυτό συνέβη (ονόματα και καταστάσεις προτιμώ να μην αναφέρω). Θεωρώ καλή ιδέα ξεκινώντας να καταθέσω, όχι ένα μανιφέστο, καθώς η εποχή μάλλον δεν τα ευνοεί, αλλά τουλάχιστον κάποιες αρχές που θα καθιστούν σαφή τον τρόπο που θα συντάσσονται τα κείμενα που θα διαβάζετε εδώ.
Το βασικότερο όλων είναι πως ο καλλιτέχνης είναι άξιος σεβασμού ακόμα και στην αποτυχία του. Μακριά από μένα το να εξευτελίζω ή να ακυρώνω ένα δημιουργό επειδή θεωρώ πως αυτή τη φορά -ή και πολλές φορές- δεν τα κατάφερε. Καθώς δεν ανήκω στη συμπαθή κατηγορία των θεωρητικών, αλλά προέρχομαι από τη θεατρική πράξη, γνωρίζω πως αυτό μπορεί να συμβεί σε όλους επειδή το έχω γευτεί στο πετσί μου. Η επισήμανση των αστοχιών μιας θεατρικής παράστασης ή των (καθ’ημάς, πάντα) παρανοήσεων ή παραναγνώσεων ενός κειμένου, αν επιτύχει τον σκοπό της, μάλλον επιβεβαιώνει στον ίδιο τον σκηνοθέτη υποψίες που -αν δεν έχει πλανηθεί υπερβολικά- μάλλον ήδη είχε: σίγουρα δεν γνωρίζει τη δουλειά του καλύτερα από τον ίδιο κάποιος που την παρακολούθησε μία φορά.
Ο κριτικός είναι ένας έμπειρος και ιδιότροπος θεατής που έχει περάσει πολλές ώρες στις πλατείες των θεάτρων, αλλά μπορεί να συμβεί και στον ίδιο να σφάλλει –και του συμβαίνει. Άλλωστε το να κάνει θέατρο κανείς υπό τις συνθήκες που επικρατούν στην Ελλάδα σήμερα, αποτελεί ήδη πράξη μάλλον ηρωική. Εξαιρούνται όσοι προσπαθούν να εξαπατήσουν ανήθικα το κοινό με δηθενιές, ή να το παρασύρουν σε ιδεολογικές ατραπούς ύποπτες και ανελεύθερες.
Πιστεύω πως δεν μπορεί κανείς να έχει την ίδια αντιμετώπιση σε νεανικές ομάδες που προσπαθούν να βρουν τον δρόμο τους ή καλλιτέχνες που στερούνται οικονομικής στήριξης και ανεβάζουν παραστάσεις με το υστέρημά τους αμειβόμενοι με ποσοστά επί των εισπράξεων αν και εφόσον αυτές υπάρξουν, και σε καλλιτέχνες υποστηριζόμενους από κρατικά ιδρύματα (Εθνικό Θέατρο, Φεστιβάλ Αθηνών κλπ) ή ιδιωτικούς θεσμούς. Κάτι τέτοιο θα ήταν άδικο εκ προοιμίου: δεν μπορούμε να απαιτούμε να παραγάγουν το ίδιο αποτέλεσμα. Όταν κάποια μη προνομιούχα ομάδα φτάνει σε αξιόλογο αποτέλεσμα, θα το διαβάζετε εδώ με την προτροπή να παρακολουθήσετε και να στηρίξετε τη δουλειά της. Όταν δεν το πετυχαίνει, οι όποιες σκέψεις μου θα κατατίθενται σε αυτούς κατ’ ιδίαν.
Τέλος, ο καλλιτέχνης οφείλει να κριθεί για το αν πέτυχε τους στόχους που ο ίδιος έθεσε, αν κατάφερε να τεκμηριώσει σκηνικά την εκδοχή που εκείνος επέλεξε να υποστηρίξει. Όταν διαβάζω συναδέλφους που εξηγούν πώς κατά την άποψή τους θα έπρεπε να ανέβει ένα έργο ή το ποια ερμηνεία ενός κειμένου οι ίδιοι θεωρούν σωστή, σκέφτομαι πάντα πως μια παράσταση δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι ο φούρνος του Χότζα, που θα στρέφεται ανάλογα με τα γούστα μας. Κανείς δεν μας εμποδίζει να δοκιμάσουμε την ορθότητα των σκέψεών μας ανεβάζοντας τη δική μας παράσταση.
Ο λόγος που τα παραπάνω κατατίθενται εγγράφως, δεν είναι μόνο για να γνωρίζει ο αναγνώστης τι να περιμένει, ή τις προθέσεις του κριτικού. Είναι για να υπάρχει και μια δημόσια δέσμευση την οποία, όποτε ενδεχομένως παραβαίνω, να μπορεί κανείς να μου την υπενθυμίσει τραβώντας μου το αυτί. Ο Πήτερ Μπρουκ είχε πει πως γίνεται κανείς σκηνοθέτης όταν κατορθώσει να πείσει τους άλλους ότι είναι. Υποθέτω πως κάτι παρόμοιο ισχύει και για τον κριτικό: η νομιμοποίησή του έρχεται από το κύρος που κατακτά –αν τα καταφέρει- σε καλλιτέχνες και κοινό.
Αυτά, και καλή μας αρχή…
