Από τη μια είναι εντελώς αστείο ως κωμικοτραγικό, από την άλλη είναι και κάπου τρυφερό, είναι πάντως σίγουρα «ανθρώπινο»: γιατί μπορεί ένα από τα θεμελιώδη διακριτικά γνωρίσματα του ανθρώπου να είναι η επίγνωση της θνητότητάς του, αλλά ταυτόχρονα κάθε φορά που πεθαίνει ή κινδυνεύει να πεθάνει κάποιος, αντιδρούμε σαν το διακύβευμα να είναι αν θα πεθάνει ή αν θα μείνει αθάνατος. Κάθε φορά που πεθαίνει ή κινδυνεύει να πεθάνει όμως κάποιος, το μόνο που κρίνεται είναι το αν θα πεθάνει τώρα ή κάποια στιγμή αργότερα στο μέλλον.
Το αληθινό διακύβευμα δηλαδή δεν είναι το ζωή εναντίον θανάτου, αλλά ο χρόνος του θανάτου, το πρόωρο του ή μη (το οποίο μπορεί πράγματι, εφόσον είναι πρόωρος, να τον καταστήσει τραγικό), καθώς και οι υπόλοιπες συνθήκες που τον περιβάλλουν, το πώς του θανάτου, τόσο το πώς του θανάτου το γενικό, δηλαδή το σε ποια στιγμή και κατάσταση βρίσκει τον άνθρωπο, το τι ζωή πρόλαβε να ζήσει, με τι γέμισε τη ζωή του, τι έχει να αφήσει πίσω του, ποιο το αποτύπωμα που άφησε σε όσους τον γνώρισαν και σε όσους πιθανώς δεν τον γνώρισαν, όσο και το πώς του θανάτου το ειδικό: πρόκειται για συνθήκες βασανιστικές, ατυχείς, δόλια ή αμελώς εγκληματικές, ηλίθιες, συνήθεις και χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο, ή πρόκειται για συνθήκες απ’ τις οποίες μπορεί να βγει κάποιου είδους νοηματοδότηση;
Η «κατάρρευση» της Μαρινέλλας στο Ηρώδειο προσωπικά με γεμίζει νόημα, φως και δέος. Και μου φαίνεται και τόσο αυτονόητο, ώστε με ξεπερνούν οι περισσότερες από τις υπόλοιπες αντιδράσεις. Μακάρι να αναρρώσει, να αποκατασταθεί, μακάρι να ζήσει για χρόνια ακόμα μια καλή ζωή. Αλλά είναι αυτοτελώς και αμιγώς συγκλονιστικό, αντί στα ογδόντα έξι σου να είσαι στην πλήρη απόσυρση και να φιλοδοξείς να φτάσεις στα εκατόν είκοσι, λες και νικητής στο παιχνίδι της ύπαρξης είναι όποιος καταφέρει να ζήσει τις περισσότερες δεκαετίες σε βαθύ γήρας κόβοντας τελευταίος το νήμα, να είσαι στη σκηνή του Ηρωδείου, ολοζώντανη, με χιλιάδες κόσμο να έχει έρθει να σε ακούσει ξανά να τραγουδάς, να τραγουδάς και να καταρρέεις ολοζώντανη εκεί, απ’ όλες τις σκηνές του κόσμου, στο Ηρώδειο, με τα τελευταία λόγια σου, απ’ όλα τα λόγια του κόσμου, να είναι «Εγώ κι εσύ, Θεέ μου μας έμαθες εσύ, τόσο πολύ να αγαπάμε». Ποιος ροκ σταρ δεν θα ζήλευε την τύχη σου; Ποιος άνθρωπος μπορεί να μην ζηλεύει την τύχη σου; Τι δυσκολευόμαστε τόσο να καταλάβουμε; Σε ποια άραγε συλλογική παραίσθηση ζούμε;
«Φεύγεις και φεύγω, και πού πάμε;» ήταν οι αμέσως προηγούμενοι στίχοι. Ποιος ξέρει πού πάμε; Πιθανότατα πουθενά. Το μόνο που ξέρουμε με σχετική σιγουριά (κι αν όλα αυτά δεν ήταν ένα όνειρο στο μυαλό μας ή στο μυαλό κάποιου άλλου που μας φαντάστηκε), είναι ότι πριν φύγουμε ήμασταν εδώ. Κάποιοι ανέβηκαν στη σκηνή, κάποιοι ήταν θεατές που τους χειροκροτούσαν. Αλλά τελικά όλοι μαζί τραγουδήσαμε. Και ελάχιστα αν κουνήσουμε το κεφάλι μας και επιτρέψουμε στην ψυχή μας να ταρακουνηθεί, θα καταλάβουμε κι ότι όλοι μαζί χθες βράδυ στο Ηρώδειο γίναμε μάρτυρες μιας ολοφώτεινης και μεγαλειώδους ιστορίας. Σκέτο δέος. Τα υπόλοιπα είναι το χώμα που βλέπουμε έχοντας βουτήξει τα κεφάλια μας εκεί, όχι σαν στρουθοκάμηλοι που παριστάνουμε τους νεκρούς, αλλά σαν υπεράνθρωποι που παριστάνουμε τους αθάνατους.
