Αναρωτιέμαι πώς να προσεγγίσω ένα έργο σαν τον Βασιλιά των Ξωτικών, από πού να το πιάσω, πώς να ταιριάξω τα διάφορα κομμάτια του, ώστε όχι μόνο να καταφέρω να το περιγράψω και να το πλαισιώσω επαρκώς για τον επίδοξο αναγνώστη, αλλά και για να καταφέρω να το κατανοήσω εγώ ο ίδιος. Γιατί το μυθιστόρημα του Τουρνιέ είναι ένα πολύ σύνθετο, τολμηρό, φιλόδοξο, προκλητικό, αινιγματικό έργο, ένα έργο που ελίσσεται και γλιστράει, που αντιστέκεται και «κλωτσάει», ένα έργο που σε θαμπώνει αλλά και ενίοτε σε οδηγεί εκνευρισμένο στην απόγνωση.

Όσο πιο πολύ το σκέφτομαι, συνειδητοποιώ ότι το βραβευμένο μυθιστόρημα του Τουρνιέ που κυκλοφόρησε το 1970 αποτελεί ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της γαλλικής πεζογραφίας: φέρει γονίδια από τον Ουισμάν, τον Σελίν και τον Σαρτρ και με τη σειρά του αποτελεί έναν από τους λογοτεχνικούς προγόνους σύγχρονων έργων – σταθμών της σύγχρονης γαλλικής διανόησης – για παράδειγμα νομίζω ότι διακρίνει κάποιος εμφανείς αντηχήσεις του στα έργα του Ματίας Ενάρ (τη Ζώνη και την Πυξίδα). Το μεγάλο ερώτημα εδώ όμως είναι πώς κολλάνε μεταξύ τους τα κομμάτια του ψηφιδωτού του Τουρνιέ. Μυθολογία, παραμύθια και λαϊκές δοξασίες, ζωολογία και βοτανική, ψυχανάλυση και φετιχισμός, γερμανική και ναζιστική ιστορία, λυρισμός και σχολαστικισμός, λειτουργία και χειραγώγηση των συμβόλων. Είναι υπερβολικά ετερογενής αυτή η σύνθεση; Η κεντρομόλος ή η φυγόκεντρος δύναμη επικρατεί;

Ο Βασιλιάς των Ξωτικών είναι η ιστορία του Αβέλ Τιφόζ, ενός κοινωνικά αποξενωμένου γιγαντόσωμου άντρα που εργάζεται ως μηχανικός αυτοκινήτων αλλά ουσιαστικά αδιαφορεί για κάθε πτυχή της καθημερινότητάς του και κρατάει ένα ημερολόγιο με τις σκέψεις του, έχοντας εμφανώς το χάρισμα της αναλυτικής ματιάς και μία αλλόκοτη αίσθηση πεπρωμένου η οποία πηγάζει από τις εμπειρίες του όταν ήταν μικρό παιδί σε οικοτροφείο. Ο Τιφόζ έχει διαστροφική εμμονή με την αγνότητα των παιδιών, εμμονή που, συνειδητά τουλάχιστον, δεν είναι σεξουαλική αλλά συμβολική. Έτσι, όταν ένα κοριτσάκι πέφτει θύμα βιασμού ο ίδιος κατηγορείται αδίκως για την επίθεση αλλά τα πάντα ανατρέπονται όταν λόγω της έναρξης του πολέμου το 1939 καλείται να υπηρετήσει στον γαλλικό στρατό, στις διαβιβάσεις. Εκεί, αιχμαλωτίζεται από τους Γερμανούς και μεταφέρεται σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στη Γερμανία, κάτι που για τον ίδιο αποτελεί λύτρωση καθώς το ερμηνεύει ως το επόμενο βήμα στην εκπλήρωση του πεπρωμένου του. Ο Τουρνιέ μας εξιστορεί τις περιπέτειές του και τις διάφορες μεταθέσεις του στην επικράτεια του τρίτου Ράιχ, καταλήγοντας στην ανατολική Πρωσία και το Κλάτενμπουργκ, σε ένα από τα εκπαιδευτικά κέντρα για παιδιά που προορίζονται να υπηρετήσουν στα SS. Εδώ λοιπόν, είναι που ο Τουρνιέ αναπτύσσει ένα από τα κεντρικά μοτίβα του μυθιστορήματος, την έννοια του δράκου.

 

 

Η ίδια η έννοια του «βασιλιά των ξωτικών» παραπέμπει στο ποίημα του Γκαίτε που με τη σειρά του βασίζεται σε έναν παλιό γερμανικό μύθο. Ο περίφημος βασιλιάς των ξωτικών είναι ο «δράκος» που βγαίνει από το δάσος προκειμένου να κλέψει τα μικρά παιδιά των περαστικών. Με βάση αυτό τον αρχέτυπο μύθο, ο Τουρνιέ παρουσιάζει διάφορες εκδοχές του δράκου, σε παράλληλα συμβολικά επίπεδα. Το βασικό μοτίβο είναι η ίδια η διαδικασία του θηρευτή, η ιεροτελεστία του κυνηγού. Ένα από τα πόστα του Τιφόζ ήταν στο κυνηγετικό περίπτερο στο δάσος του Ρομίντεν, το οποίο υπαγόταν στον «αρχικυνηγό» του Ράιχ, δηλαδή στον ίδιο τον Χέρμαν Γκέρινγκ, ο οποίος λάτρευε το κυνήγι και είχε εντρυφήσει στη μελέτη των ελαφιών. Ο Γκέρινγκ διοργάνωνε κυνηγετικά πάρτι στο Ρομίντεν με στόχο να παίρνει σαν τρόπαια τα πιο περήφανα ελάφια με τα περισσότερα και πιο πυκνά κέρατα. Να λοιπόν ένας δράκος του παραμυθιού: ο ίδιος ο Γκέρινγκ, ένας λαμπρός δράκος, βαθιά μέσα στο γερμανικό δάσος των παραμυθιών, οργάνωνε το κυνήγι των ελαφιών, ενώ παράλληλα ήταν ο γενικός επιτελάρχης του γερμανικού στρατού, υπεύθυνος για την απόλυτα οργανωμένη δολοφονία σε παγκόσμια κλίμακα.

Όμως ο μεγαλύτερος δράκος όλων δεν ήταν άλλος από τον φύρερ, τον ίδιο τον Αδόλφο Χίτλερ. Ιδιαίτερα όταν η ισορροπία δυνάμεων άρχισε να γέρνει εις βάρος των ναζί, ο Χίτλερ στράφηκε στην επιστράτευση όλο και νεότερων ανδρών, πολλοί εκ των οποίων ουσιαστικά παιδιά ακόμα, τα οποία και οδηγούσε στο μέτωπο και τη σφαγή, χωρίς κανένα νόημα και καμία προοπτική. Ο μέγας δράκος της Ευρώπης, μάγευε τα παιδιά του λαού του εκμεταλλευόμενος τα φετιχιστικά σύμβολα και τη μυθολογία του παρελθόντος, της γερμανικής γης, του αγνού αίματος των προγόνων, και τα έστελνε στην καταστροφή.

Και βέβαια καταλήγουμε στον ίδιο τον Τιφόζ. Από υπάκουο και λεπτοκαμωμένο αγοράκι στα χρόνια του οικοτροφείου, έγινε ένας γίγαντας που τρώει ωμό κρέας με τάσεις παιδοφιλίας, (έστω και σε φιλοσοφικό επίπεδο). Οι αρμοδιότητες του Τιφόζ στο Κλάτενμπουργκ είναι να διασχίζει την ευρύτερη περιοχή προκειμένου να στρατολογεί παιδιά για το εκπαιδευτικό ίδρυμα των ανερχόμενων SS, τα οποία μετά από λίγο καιρό οδεύουν προς τα πολυβόλα και τις νάρκες του μετώπου. Και πάλι λοιπόν, το πεπρωμένο του Τιφόζ είναι εκείνο του δράκου, εκείνου που «κυνηγάει» παιδιά, τα οποία κατόπιν συμβολικά «φέρει» μέχρι το λημέρι του, τη σχολή στο κάστρο του Κλάτενμπουργκ.

Τρία επίπεδα δράκου, ένας τελετουργικός παραλληλισμός ανάμεσα σε παιδιά και ελάφια, σε αίμα που χύνεται πάνω στη γη, είτε από κυνήγι είτε από πόλεμο, σε σάρκα που διαλύεται και αποσυντίθεται στο χώμα, το χώμα των προγόνων, των μύθων, των παραμυθιών, της αρχέγονης γης. Η τραγωδία μιας χώρας που βουτηγμένη στους μύθους του παρελθόντος και στην αγνότητα του αίματος, τελικά βουλιάζει στο ίδιο το αίμα των παιδιών της, καθοδηγούμενη εκεί από τον αρχιδράκο του ερέβους, τον φύρερ της. Οι διαρκείς αναφορές του Τουρνιέ στην παράδοση της μυθολογίας και των παραμυθιών είναι εύστοχες όχι μόνο αισθητικά αλλά αγγίζουν και την ουσία του νοήματος. Δεν είναι άλλωστε οι μύθοι και μια απόπειρα οριοθέτησης των πολιτισμικών και σεξουαλικών ταμπού και τοτέμ; Δεν αποτελούν την κωδικοποίηση συλλογικών ορίων που προστατεύουν από το «έτερο»;

Όσον αφορά στη γραφή του Τουρνιέ, πρέπει να σημειώσω τα εξής: το ύφος του συνδυάζει έναν αναλυτικό σχολαστικισμό με υπερανάλυση και πληθωρική, εξαντλητική πληροφόρηση και περιγραφικότητα από τη μία, και έναν κομψό, δεξιοτεχνικό λυρισμό από την άλλη. Το πρώτο είναι μεν συχνά εκνευριστικό. Πόσες σελίδες μπορείς να αντέξεις διαβάζοντας για υποκατηγορίες και διακλαδώσεις κεράτων σε ελάφια ή για την υφή των περιττωμάτων των θηραμάτων στο δάσος; Όμως ταυτόχρονα δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις την ακρίβεια της γλώσσας, το εύρος της έρευνας που προφανώς έχει προηγηθεί, τον εμμονικό σχολαστικισμό που θεωρώ ότι πηγάζει από τη δομή της ίδιας της γαλλικής γλώσσας.

Από την άλλη, υπάρχουν αποσπάσματα εκπληκτικής ομορφιάς στο βιβλίο, τα οποία αποδίδονται υπέροχα και στα ελληνικά λόγω της υποδειγματικής μετάφρασης, αποσπάσματα που δείχνουν τη δεινότητα του Τουρνιέ ως συγγραφέα:

«Με τα πρώτα κιόλας βήματα που επιχείρησε βυθιζόμενος βαθιά στο χιόνι, [η σιγουριά του] επιβεβαιώθηκε στα χνάρια πουλιών, τρωκτικών και μικρών σαρκοβόρων που διασταύρωναν την ντελικάτη στενογραφία τους πάνω στη μεγάλη λευκή σελίδα, ορθάνοιχτη μπροστά στα πόδια του».

Ή το ακόλουθο απόσπασμα όταν ο Τιφόζ σε πρώτο πρόσωπο και εμφανώς σοκαρισμένος από την έκρηξη μιας νάρκης, όταν ένα παιδί από τη σχολή έπεσε πάνω της άθελά του:

«Είδα μια λευκή λάμψη να λαμπαδιάζει ξάφνου στη θέση του παιδιού και, αμέσως μετά, μια αστραφτερή θύελλα, μια ριπή ματωμένου αέρα με τύλιξε και μ’ έριξε καταγής…Ένας μεγάλος κόκκινος ήλιος σηκώθηκε ξάφνου μπροστά στο πρόσωπό μου. Κι ο ήλιος αυτός ήταν ένα παιδί. Μια πορφυρή θύελλα με έριξε μες στη σκόνη, σαν τον κεραυνοβολημένο Σαούλ στον δρόμο προς τη Δαμασκό. Και η θύελλα αυτή ήταν ένα αγοράκι. Ένας άλικος κυκλώνας πίεσε το πρόσωπό μου στη γη…και ο κυκλώνας αυτός ήταν ένας νεαρός του Κλάτενμπουργκ. Ένας ολοπόρφυρος μανδύας έπεσε με ασήκωτο βάρος πάνω στους ώμους μου, πιστοποιώντας το αξίωμά μου του βασιλιά των ξωτικών».  

Επιπρόσθετα όμως ο Τουρνιέ μπολιάζει το μυθιστόρημα με αναρίθμητα στοιχεία που αποζητούν ψυχαναλυτική μελέτη, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον Τιφόζ. Μεγαλωμένος χωρίς αγάπη από την οικογένειά του, έχοντας δεχθεί τον χλευασμό για τον «μικροφαλλισμό» του, εμμονικός με την έννοια της αφόδευσης και των περιττωμάτων, ο Τουρνιέ δίνει στον Τιφόζ όλα τα συμπλέγματα της οικουμένης, δημιουργώντας έναν χαρακτήρα που αποτελεί την ονείρωξη κάθε ψυχιάτρου. Απόδειξη; Ο Φιλίπ ντε Μονέ, ένας ψυχίατρος,  αφού διάβασε το βιβλίο μόλις κυκλοφόρησε έγραψε τις σκέψεις του γι’ αυτό και τις έστειλε σε μορφή επιστολής στον συγγραφέα. Εκείνος, επέμεινε αυτή η ανάλυση να συνοδεύει το κείμενο στις ακόλουθες επανεκδόσεις ως επίμετρο.  

Συνεπώς τι είδους δράκος είναι ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ο ίδιος ο Τιφόζ; Ένας δράκος που δεν αναζητάει μονάχα παιδιά, παιδιά που λατρεύει όμως, αλλά ένας δράκος που ουσιαστικά αναζητάει το παιδί μέσα του. Γι’ αυτό και ο Τιφόζ είναι ένας καλοκάγαθος γίγαντας, «μικροφαλλικός», άρα με παιδικό πέος, διαστροφικός αλλά και αθώος. Κρύβει μέσα του το ίδιο παιδί που δεν γνώρισε ποτέ την στοργή από τους γονείς του, το ίδιο παιδί που έπεφτε θύμα εκφοβισμού στο οικοτροφείο. Η ανάγκη του Τιφόζ να βρίσκει παιδιά και να τα προστατεύει ουσιαστικά είναι η ανάγκη του να ξαναβρεί την ίδια του την παιδική αθωότητα και να λυτρωθεί. Αυτό είναι που καθιστά ακόμη πιο σπαρακτική την τελευταία σκηνή, με τον Τιφόζ να κουβαλάει το μικρό εβραιόπουλο για να το προστατεύσει από το χάος της επέλασης των Σοβιετικών, και να βυθίζεται σταδιακά μέσα στον βάλτο, να επιστρέφει και πάλι στην ίδια τη γη κρατώντας όμως το παιδί ψηλά, ώστε να αναπνέει.

Έτσι λοιπόν, ο Τουρνιέ γεμίζει το μυθιστόρημα με συμμετρίες, σύμβολα, παραλληλισμούς και αντιστροφές, αλληγορίες και μυθολογικές διακειμενικές αναφορές, σπόρους ψυχανάλυσης, κλωστές κάθε είδους που όταν κάποιος προσπαθήσει να τις τραβήξει ξετυλίγεται ένα πληθωρικό κουβάρι από προοπτικές και προεκτάσεις. Αν ο όποιος επιμελητής του Τουρνιέ του είχε επιβληθεί και είχε καταφέρει να κόψει αρκετές περιττές σελίδες προσδίδοντας σφρίγος στη δομή και τη δυναμική της αφήγησης, θα είχαμε ένα αναμφισβήτητο αριστούργημα και ένα από τα κορυφαία μυθιστορήματα της μεταπολεμικής γαλλικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Ακόμα κι έτσι όμως, Ο βασιλιάς των ξωτικών για μένα παραμένει ένα αριστούργημα. Ατελές, ίσως, ελαττωματικό, ίσως, υπερφίαλο, ίσως, αλλά αριστούργημα. Ένα επίτευγμα που προκαλεί δέος.