Βασισμένο στο βιβλίο της Πατρίσια Χάισμιθ «Ο Ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ», το Ripley είναι ένα νεο-νουάρ ψυχολογικό θρίλερ οκτώ επεισοδίων, με πρωταγωνιστές τους Andrew Scott, Dakota Fanning και Johnny Flynn.
Στη Νέα Υόρκη του 1960, ο Tom Ripley είναι ένας μικροαπατεώνας που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα, μέχρι την ημέρα που ένας πλούσιος τον προσλαμβάνει για να πείσει τον μοναχογιό του να επιστρέψει στο σπίτι από την Ιταλία. Όταν όμως ο Ripley συστηθεί με την πλουσιοπάροχη ζωή του Dickie Greenleaf, τότε αυτό θα είναι το πρώτο βήμα σε μια ζωή απάτης, ψέματος και φόνου.
«Ποιος είναι το Tom Ripley;»
Αυτή η ερώτηση φαίνεται να απασχολεί κάθε επεισόδιο της σειράς, ακόμα και το teaser trailer, όπου σε ένα μόλις λεπτό κατάφερε να μας «πουλήσει» την υψηλή αισθητική της καταπληκτικής νουάρ διεύθυνσης φωτογραφίας του Robert Elswit.
«Ποιος είναι ο Tom Ripley;». Είναι ένας ευαίσθητος ληστής ή ένας αδίστακτος δολοφόνος; Έχει σημασία μια απλοϊκή απάντηση ή με αυτόν τον τρόπο μουτζουρώνουμε το πορτραίτο που ο σεναριογράφος-σκηνοθέτης της σειράς, Steven Zaillian, και ο πρωταγωνιστής που ενσαρκώνει τον Ripley, Andrew Scott, προσπάθησαν να σκιαγραφήσουν;
Η αλήθεια είναι πως από την αρχή ξέρουμε ποιος είναι ο Tom Ripley, όπως και πολλοί απ’ αυτούς που συναναστρέφεται, οι οποίοι κρύβονται πίσω από εξυπηρετικά χαμόγελα ή καχύποπτα βλέμματα, ήδη γνωρίζουν την απάντηση. Αλλά εκείνοι, όπως και η σειρά, την κρατάνε για τον εαυτό τους, γιατί η ερώτηση που διασπείρει τον μύθο είναι πιο σημαντική από την απάντηση που τον καταρρίπτει.
Ό,τι ξέρουμε για τον Tom Ripley είναι τα εγκλήματα που τον βλέπουμε να διαπράττει. Είμαστε μάρτυρες, σχεδόν συνεργοί του, και ανακουφιζόμαστε κάθε φορά που ξεφεύγει έπειτα από μια άθλια πράξη του. Γιατί όμως; Η σειρά δοξάζει το έγκλημα; Κάθε άλλο· θα έλεγα πως η σειρά αναδεικνύει τέλεια τον μεγάλο βαθμό δυσκολίας που υπάρχει πίσω από μια εγκληματική πράξη. Αν θέλετε να αποτρέψετε κάποιον από μια εγκληματική συμπεριφορά, δείξτε του σκηνές όπου ο Ripley προσπαθεί να καλύψει τα εγκλήματά του. Είναι εξουθενωτικές και γεμάτες λεπτομέρειες, τόσο πολλές που ο θεατής συνεχώς ρωτάει «εγώ τι θα έκανα;», μεταδίδοντάς μας την παράνοια που βιώνει ο πρωταγωνιστής. Κάποιος ξέρει κάτι ‒ αυτό μαρτυρά το εξεταστικό βλέμμα του Andrew Scott, το οποίο το σενάριο πανέξυπνα προβάλλει εκτενώς δίχως διάλογο.
Ένας από τους λόγους που νιώθουμε συμπόνια είναι επειδή τον βλέπουμε να ανεβοκατεβαίνει σκάλες. Κυριολεκτικά σε κάθε επεισόδιο ο Ripley ανεβοκατεβαίνει δεκάδες, μπορεί και εκατοντάδες, σκαλοπάτια μέχρι να φτάσει στον στόχο του. Υποσυνείδητα, αυτό μας κάνει να συμπάσχουμε μαζί του και να κατανοούμε καλύτερα τις προσπάθειες που καταβάλλει.
Εκ πρώτης όψεως, αν και αδιαμφισβήτητα έξυπνος, φαίνεται πιο σίγουρος για τον εαυτό του απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Λανθασμένα πιστεύουμε πως πρόκειται για έναν εγκληματία του βεληνεκούς του Χάνιμπαλ Λέκτερ, αλλά γρήγορα συνειδητοποιούμε πως ο Ripley είναι απλώς ένας ατζαμής απατεώνας, ο οποίος μεταλλάσσεται μπροστά στα μάτια μας σε κατά συρροή δολοφόνο. Οι φόνοι του δεν είναι καν προμελετημένοι, γίνονται εν βρασμώ ψυχής. Ό,τι κάνει, ακόμα και τα ψέματα που λέει, είναι καθαρά αντανακλαστικά και αυτοσχεδιασμός της στιγμής.
Όμως, δεν είναι μόνο οι σκάλες, καθώς λειτουργούν συμβολικά, που μας κάνουν να υποστηρίζουμε έναν τέτοιο χαρακτήρα, αλλά και τα πτώματα που προσπαθεί να κρύψει. Είναι πιο εύκολο να σκοτώσεις κάποιον από το να κρύψεις το πτώμα του. Σε πολλές ταινίες-σειρές, οι σεναριογράφοι προσπερνάνε τις επιπτώσεις που υπάρχουν ύστερα από έναν φόνο· δείχνουν τους δολοφόνους να απομακρύνονται απλώς από τη σκηνή του εγκλήματος, κάνοντας τη ζωή των χαρακτήρων εύκολη, δίχως να τους φέρνουν αντιμέτωπους με τις συνέπειες των πράξεών τους. Στο Ripley, όπως σε κάθε σενάριο που σέβεται τον εαυτό του, κάθε δράση έχει αντίδραση, και ο σεναριογράφος δεν αποσκοπεί στον θρίαμβο του ήρωά του, αλλά στην ανάδειξη των συνεπειών τής παρορμητικής συμπεριφοράς του. Ο Steven Zaillian τοποθετεί την κάμερα πανέξυπνα, έτσι ώστε να βλέπουμε συνεχώς τις αντανακλάσεις των χαρακτήρων του· μας κάνει να αναρωτιόμαστε πόσα κομμάτια θα γίνει ο Ripley μέσα από τα ψέματα και τις δολοπλοκίες, μέχρι να επιτύχει τον στόχο του;
Ποιος είναι ο Tom Ripley, λοιπόν; Μια άλλη πτυχή του σεναρίου είναι αυτή που παραλληλίζει τη ζωή και τις πράξεις του πρωταγωνιστή με τη ζωή και τις πράξεις του Καραβάτζιο, ο οποίος, όπως και ο Ripley, διέπραξε φόνο και κρυβόταν από τις αρχές, ζωγραφίζοντας εκείνον τον καιρό κάποια από τα πιο σημαντικά έργα του. Οπότε είναι ένας καλλιτέχνης στο είδος του, σωστά; Ίσως, αλλά αν εμβαθύνουμε περισσότερο και κοιτάξουμε τους χαρακτήρες που συναναστρέφεται ο Ripley καθόλη τη διάρκεια της σειράς (πολλοί εκ των οποίων παριστάνουν τους καλλιτέχνες), αυτό μπορεί να μας δώσει παραπάνω στοιχεία για τον χαρακτήρα του ίδιου.
Ο Dickie Greenleaf παριστάνει τον ζωγράφο και ο κύριος λόγος που μένει μόνιμα στο Ατράνι είναι για να αναπτύξει τις δεξιότητές του – κάτι που δεν καταφέρνει. Η Marge Sherwood προσπαθεί να ολοκληρώσει το βιβλίο της και μέσω του Ripley μαθαίνουμε πως ίσως να μην είναι πολύ καλή στη συγγραφή, ενώ τέλος έχουμε τον Freddie Miles, που παριστάνει τον σεναριογράφο, αλλά -αν και δεν γίνεται καμιά αναφορά στα έργα του- μπορούμε να συμπεράνουμε από τον χαρακτήρα του πως δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να αναπτύξει την τέχνη του. Συνεπώς, κρίνοντας τον Tom με βάση τον περίγυρό του, είναι ένας ερασιτέχνης που παριστάνει τον καλλιτέχνη και προσπαθεί να βάλει τις αποτρόπαιες πράξεις του στο ίδιο βάθρο όπου καλλιτέχνες με παρόμοιες προσωπικότητες τοποθετούν τα έργα τους. Όπως προαναφέραμε, μπορεί με μια πρώτη ματιά ο Tom να φαίνεται ένα ιδιοφυές εγκληματικό μυαλό, αλλά γρήγορα συνειδητοποιούμε την αδεξιότητά του, και εύκολα κάποιος μπορεί να επιχειρηματολογήσει λέγοντας πως πολλές φορές γλυτώνει από καθαρή τύχη και όχι λόγω ικανότητας.
Ο Tom Ripley είναι ένας χαμαιλέοντας, μην γνωρίζοντας ούτε ο ίδιος μέχρι πού είναι ικανός να φτάσει για να πραγματοποιήσει τους στόχους του. Από τη μια θεωρεί πως μπορεί να κρυφτεί στις σκιές των ασπρόμαυρων πλάνων, μα από την άλλη γνωρίζει πως πάντα κάποιος παρακολουθεί και πως πάντα υπάρχει μια ατέλεια στα σχέδιά του. Το ζητούμενο είναι αν θα καταφέρει να την ανακαλύψει πριν από τους αντιπάλους του.
Για εμένα, η σειρά είναι ένα μοντέρνο νουάρ αριστούργημα, που όμοιό του δεν έχουμε ξαναδεί όλο το 2024, χρονιά με ομολογουμένως πολύ αξιόλογες νέες σειρές. Είναι μια υπενθύμιση πως ζούμε ακόμα στη χρυσή εποχή της τηλεόρασης, όπου μπορούν να υπάρξουν οχτάωρες ταινίες, οι οποίες αξίζει να προβληθούν ξανά και ξανά και δεν είναι απλώς content μιας συνδρομητικής υπηρεσίας, αλλά ένας καλλιτεχνικός θρίαμβος υψίστης αισθητικής και έκφρασης που καταφέρνει να ξεπεράσει ακόμα και το ίδιο το βιβλίο στο οποίο βασίζεται. Ελπίζω στο μέλλον όλοι οι συντελεστές να ενώσουν τις δυνάμεις τους για μια δεύτερη σεζόν, μιας και υπάρχουν αρκετά βιβλία με πρωταγωνιστή τον Ripley, όχι γιατί πιστεύω πως θα είναι εξίσου καλή με τον πρώτο κύκλο, μα γιατί θα ήθελα να ξαναδώ ακόμα μια τέτοια καλλιτεχνική απόπειρα. Από την άλλη, αν μείνουμε μονάχα με μία σεζόν, εγώ την έχω ήδη παρακολουθήσει δύο φορές μέσα σε λίγους μήνες και σκοπεύω να το επαναλάβω.
Το Ripley προβάλλεται στο Netflix.
Ο Λευτέρης Αναγνωστόπουλος ασχολείται με τη συγγραφή και τη σκηνοθεσία. Από τις εκδόσεις Άνω Τελεία κυκλοφορεί το πρώτο του έργο, ένα δυστοπικό, νεο-νουάρ, μυθιστόρημα με τίτλο «Το Κόκκινο Δεξί Χέρι».






