Ο Πέτρος και η Ελπίδα δεν μπορούν πια να κοιμηθούν. Τριγυρνούν τη νύχτα στους δρόμους και γράφουν συνθήματα στους τοίχους της πόλης. Αποφάσισαν ότι δε θέλουν πια να ζουν έτσι. Έχουν ανάγκη να φύγουν από την κοινωνία όπου τα πάντα ελέγχονται. Μακριά από τους νόμους ενός παντοδύναμου κράτους που αστυνομεύει τα πάντα σαρκάζοντας τη ζωή. Μακριά από ψεύτικες ανάγκες, πακεταρισμένες χαρές και χρωματιστά περιτυλίγματα. Πνίγηκαν από κάθε είδους συνήθειες, τους βούλιαξαν στη σιωπή, έχτισαν άρρηκτους τοίχους γύρω τους, τους παγίδεψαν στο φόβο, θάβοντας κάθε ελευθερία σκέψης και δράσης. Η πτώση δείχνει αναπόφευκτη, είναι θέμα χρόνου. Τώρα πρέπει να φύγουν. Τώρα που μπορούν ακόμα να σκεφτούν, να συγκρίνουν, να μετρήσουν, να πετάξουν τα άχρηστα, να περπατήσουν προς καινούργιους ορίζοντες.

Ο Πέτρος και η Ελπίδα πρέπει να φύγουν. Δεν ξέρουν για πού, άλλωστε αυτό δεν έχει και τόση σημασία, το σημαντικό είναι να αλλάξουν ζωή, τρόπους και σκέψεις. Αρνούνται να υποταχτούν σε μια καθημερινότητα που έχει φιμώσει τις ψυχές τους, που τους στερεί τα όνειρα, κατασκευάζοντας πανομοιότυπους, αδύναμους υπηκόους με εφησυχασμένη συνείδηση, έτοιμους να υπακούσουν, να ακολουθήσουν και να υπηρετήσουν, ελαφρά τη καρδία, τη νοσηρή συνήθεια.

Και έφυγαν. Γυμνοί. Ακάλυπτοι πια. Με δύο σχεδόν άδειες βαλίτσες. Τώρα τα ρολόγια είναι χωρίς εξαρτήματα. Καταργούν το χρόνο. Αλλάζουν την ώρα κατά βούληση. Μπρος, πίσω ο χρόνος, μέρα ή νύχτα, αλλάζουν οι εποχές. Οι δύο τους δε θυμούνται πια τίποτα από το χθες. Δοκιμάζουν εμπειρίες. Ξαναμετρούν τα δικά τους όρια. Έξω από τον «παράδεισο» πια προσπαθούν να τα ορίσουν όλα από την αρχή, να τα αλλάξουν όλα. Άραγε θα τα καταφέρουν ή θα χαθούν; Ένα τέτοιο είδους ταξίδι, άλλωστε δε σου παρέχει εκ των προτέρων καμία ασφάλεια.

Ο Πουπουλένιος
ΕΥΡΥΔΙΚΗ