Ανακαλούμε από προχθές το βράδυ στίχους του. Κάνουμε κάτι άλλο και η μουσική του εξακολουθεί να παίζει στο κεφάλι μας. Αν όμως ο Σαββόπουλος ήταν ποιητής -σκέτος ποιητής- πόσοι θα ήξεραν τους στίχους του; Πολύ περισσότερο, πόσοι θα είχαν περάσει τη ζωή τους με μερικούς στίχους του να μη σταματάνε να τους ανατινάζουν το μυαλό, λες και κάθε φορά τους συναντούν για πρώτη φορά, λες και είναι με έναν τρόπο δυνατό η χιλιοστή συνάντηση μαζί τους να τους αφήνει με ένα αίσθημα κατάπληξης; Κι αν ο Σαββόπουλος ήταν σκέτος μουσικός, αν τη μουσική του την ακούγαμε γυμνή, σκέτη, χωρίς λόγια συνοδευτικά, πόσοι θα είχαν περάσει τη ζωή τους με τη δική της σταθερή συντροφιά;  

Και στις δύο περιπτώσεις θα υπήρχαν τέτοιοι άνθρωποι. Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν ακούγοντας σκέτη μουσική ή διαβάζοντας σκέτη ποίηση. Δεν υπάρχουν όμως λαοί που ζουν έτσι. Όσο αυτοτελή αξία κι αν έχει και το ένα και το άλλο, το τραγούδι είναι μια σχέση, μια ένωση από την οποία δεν προκύπτει μόνο ένα ενιαίο αποτέλεσμα, αλλά ταυτόχρονα το ένα μέρος αναδεικνύει το άλλο, οι στίχοι τη μουσική κι η μουσική τους στίχους.

Στις νεκρολογίες συνήθως μιλάμε για πρόσωπα και για έργα του παρελθόντος. Η αίσθησή μου είναι ότι τα τραγούδια του Διονύση Σαββόπουλου δεν έφυγαν στιγμή και μέτρο μακριά, κατοικώντας το διαρκές παρόν μας. Ακόμα και στην περίπτωση του θανάτου του Μίκη Θεοδωράκη ήταν διαφορετικά, ήταν σαν είτε μια νέα γνωριμία είτε σαν μια υπενθύμιση του τεράστιου έργου του. Χωρίς να μπαίνω σε άλλου τύπου σύγκριση μεταξύ των δυο τους και περιοριζόμενος μόνο στο συγκεκριμένο χαρακτηριστικό, με τον Σαββόπουλο πάντως δεν ήταν έτσι. Δεν είχαν πάει πουθενά τα τραγούδια του, δεν τα ξαναθυμόμαστε τώρα. Εδώ ήταν. Με τον χρόνο να κυλά πάνω τους σαν χάδι. 

Στον άνθρωπο, στον πολίτη, στην προσωπικότητα Σαββόπουλο μπορεί να κύλησε διαφορετικά και πιο αγριευτικά, αλλά αυτά πάντα εξαρτώνται από το πώς τοποθετείται ο καθένας πολιτικοκοινωνικά απέναντι στα πράγματα, και, ναι, τελικά είναι υποκειμενικά και ζήτημα οπτικής. Για τους διαφορετικούς Σαββόπουλους είχαμε ξαναγράψει στη στήλη, μιλώντας για τον μόνο Σαββόπουλο που είχε ποτέ σημασία. Και κάθε φορά που εμάς τους επικριτές του δημόσιου λόγου του μας θύμωνε κάτι που έλεγε, την αμέσως επόμενη ερχόταν ξανά ένα παλιό του τραγούδι να μας διαλύσει, διαχωρίζοντας τα καίρια από τα ασήμαντα, τα φευγαλέα από τα διαχρονικά.

Πριν λίγα χρόνια τσακωνόμασταν σε μια παρέα για τον Σαββόπουλο. Όχι για τις απόψεις του, αλλά για το πόσο σπουδαίος τραγουδοποιός ήταν. Kαι σκέφτομαι ότι ακόμα κι αυτό είναι ακαταμάχητο τεκμήριο ενός πολιτισμού, ο οποίος υπήρξε και άνθισε με όλη την έννοια των λέξεων, ενός πολιτισμού που αφορούσε τους πάντες με τρόπο βιωματικό και όχι ξώφαλτσα ή ως μπαμ μπαμ αφορμή για νέο content.

Υπήρξαμε ευλογημένοι που ποτιστήκαμε με αυτά τα τραγούδια. Και κάθε φορά που τα ακούμε (όπως συνέβη ενδεχομένως σε πάρα πολλούς από εμάς που προχθές το βράδυ έβαλαν να ακούνε ξανά σε λούπα), μεταφερόμαστε όλοι μαζί (έστω σε αυτή την περίπτωση όχι σε μια συναυλία αλλά ο καθένας από το σπίτι του) σε κοινές σφαίρες, σε πιο ευγενικές σφαίρες, σε σφαίρες ουσίας και βάθους, σε σφαίρες δικαίωσης της ανθρωπινότητας. Ανήκουμε στο ανθρώπινο είδος, το οποίο, ό,τι κι αν του καταλογίσεις, διατηρεί πάντως την ικανότητα να συντονίζεται τόσο σπαρακτικά αλλά και τόσο εκστατικά με την ύπαρξη, με πομπούς που ερωτοτροπούν με τις μούσες όπως ο Σαββόπουλος και δέκτες εσένα κι εμένα που παθαίνουμε με τα τραγούδια του κάτι το οποίο δεν χωράει επαρκώς σε λόγια, δεν χωράει επαρκώς σε μουσικές, κάτι που θα χωρούσε επαρκώς μόνο σε ένα τραγούδι γραμμένο απ’ τον Διονύση Σαββόπουλο.

Όσο όμως μεγάλο κι αν υπήρξε το μέγεθός του, ο ίδιος ανήκε σε κάτι πολύ περιεκτικότερο και συνολικότερο: στο ελληνικό τραγούδι του 20ου αιώνα, σε αυτήν τη συγκλονιστική μορφή τέχνης, σε αυτήν την έκφανση νεοελληνικού πολιτισμού που υπήρξε απείρως επιδραστικότερη οποιασδήποτε άλλης έκφανσης νεοελληνικού πολιτισμού, διαπερνώντας έναν λαό από την κορυφή ως τα νύχια του, πλούσιους και φτωχούς, καλλιεργημένους και μη, δεξιούς και αριστερούς εξίσου.

Γράφω αυτό το κείμενο και στο μυαλό μου παίζουν τα τραγούδια του Σαββόπουλου. Διαβάζετε αυτό το κείμενο και στο μυαλό σας παίζουν τα τραγούδια του Σαββόπουλου. Μια τυχαία μέρα, είκοσι χρόνια από τώρα, θα αναζητήσετε μόνοι σας ή θα πέσετε πάνω σε ένα τραγούδι του Σαββόπουλου. Και για μυριοστή φορά κάτι θα συμβεί μέσα σας. Ανεξήγητα καταλυτικό.