Την προηγούμενη Παρασκευή γράφαμε σ’ αυτή τη στήλη, σε σχέση και με τις συγκεντρώσεις για τα Τέμπη που είχαν προαναγγελθεί, πως «αν είναι να συμβεί κάτι μαζικό, ε, επιτέλους ας συμβεί». Και την προηγούμενη Κυριακή συνέβη. Επιτέλους συνέβη. Και δες τι αλυσίδα εξελίξεων άρχισε να συμβαίνει μόλις συνέβη κάτι μαζικό.
Θα πει κανείς πόσο μαζική να χαρακτηριστεί μια συγκέντρωση που στην Αθήνα, κατά τις εκτιμήσεις της Αστυνομίας, συγκέντρωσε περίπου 30.000 κόσμο. Απ’ την άλλη, τι λόγο θα είχε η Αστυνομία να δώσει εξόφθαλμα αναληθές και παραπλανητικό νούμερο; Δεν έχουμε εμπιστοσύνη στην Ελληνική Αστυνομία; Συνηθίζει να λέει συνειδητά ψέματα, ή, έστω, να κάνει λανθασμένες εκτιμήσεις; Σε τι χώρα θέλουμε να ζούμε; Σε μια χώρα έλλειψης θεσμικής εμπιστοσύνης, κραυγών, άναρθρου λόγου, ψεκασμένων θεωριών συνωμοσίας;
Εντάξει τώρα, κι αν ό,τι ήταν ως την προηγούμενη Τετάρτη το βράδυ μια εντελώς κατηγορηματικά απορριπτόμενη ψεκασμένη θεωρία συνωμοσίας μετατράπηκε ξαφνικά από τα πρωθυπουργικά χείλη σε μια υπαρκτή πιθανότητα, δεν θα τα χαλάσουμε εκεί. Είναι προτέρημα να αλλάζουν οι άνθρωποι κι οι γνώσεις τους κι οι γνώμες τους, μόνο τα ντουβάρια δεν αλλάζουν. Δυο χρόνια σερί η έκρηξη είχε προέλθει από τα έλαια σιλικόνης του τρένου, τώρα, ναι, ίσως και να κουβαλούσε παράνομα εύφλεκτες ουσίες η εμπορική αμαξοστοιχία. Ε και; Αναιρεί αυτό την ιδιότητα του πατέρα από τον πρωθυπουργό; Είναι ή δεν είναι πατέρας; Οπότε, τι συζητάμε άραγε;
Eπίσης, στη δεύτερη θέση της κατάταξης στην κατηγορία Τραύμα – Στενοχώρια – Οργή, αμέσως μετά τους συγγενείς των νεκρών, «υπάρχει κάποιος ο οποίος να μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι περισσότερο τραυματισμένος ή στενοχωρημένος ή οργισμένος από αυτή την υπόθεση» από ό,τι ο πρωθυπουργός της χώρας; Προφανώς και όχι, μόνο κάποιος ψυχικά ασθενής θα μπορούσε να ισχυριστεί κάτι τέτοιο. Οπότε, τι συζητάμε άραγε;
Τι συζητάμε και τι θέλουμε άραγε; Έχουμε πάψει να έχουμε εμπιστοσύνη, εκτός από την Ελληνική Αστυνομία και στην ανεξάρτητη Ελληνική Δικαιοσύνη; Εκεί έχουμε φτάσει; Ποιοι θέλουμε να δικάζουν στη θέση της; Οι όχλοι, των πλατειών και οι ψηφιακοί; Οι νεοαγανακτισμένοι; Οι εργαλειοποιητές των χαροκαμένων; Τα τρολ; Όταν καταρρέει κάθε εμπιστοσύνη στους θεσμούς ξέρετε τι έρχεται μετά; Δεν θέλετε να ξέρετε. Ακριβώς για αυτό, τους θεσμούς είναι απολύτως απαραίτητο να τους εμπιστευόμαστε. Τυφλά. Κι η Δικαιοσύνη τυφλή είναι. Τώρα, αν βγει κανείς να αντικρούσει κάτι τύπου «Μήπως κι οι θεσμοί θα έπρεπε να ενεργούν με έναν τρόπο που να μην κάνει την εμπιστοσύνη μας να εξαερώνεται;», η απάντηση είναι ένα βροντερό όχι. Όχι. Δεν είναι οι θεσμοί υπόλογοι σε σένα, στην ψέκα σου, στην τοξικότητά σου, στην άγνοιά σου, στην ευκολία σου, στο θυμικό σου, στον λαϊκισμό σου. Δεν είμαστε ρεμπέτ ασκέρ. Οργανωμένη κοινωνία είμαστε, οργανωμένη κρατική οντότητα, με διάκριση εξουσιών και εχέγγυα για την ανεξάρτητη λειτουργία τους. Και δίπλα τους η τέταρτη εξουσία, ο Τύπος, ο αμείλικτος και ακριβοδίκαιος ελεγκτής όλων.
Κι ακόμα πιο δίπλα ροζ μονόκεροι καλπάζουν στα καταπράσινα λιβάδια. Δεν τους αρκεί όμως ο καλπασμός, όσο ξέφρενος κι αν είναι, όσο κι αν χτυπά λαχανιασμένα η μονόκερη καρδιά τους. Θέλουν να αρχίσουν να πετούν. Πρέπει να τριπάρουν. Αρχίζουν να σνιφάρουν έλαια σιλικόνης. Ο εγκέφαλός του παίρνει φωτιά. Ω, κοίτα, μια διαβεβαίωση των ελεγχομένων! Ω, κοίτα, ένα πόρισμα της Πυροσβεστικής! Ω, κοίτα, μία πραγματογνωμοσύνη! Μες στο ψυχότροπο ταξίδι τους προσπαθούν να δουν και τα βαγόνια της εμπορικής αμαξοστοιχίας. Αλλά τα βίντεο έχουν χαθεί. 50 διαφορετικές κάμερες από 15 διαφορετικούς σταθμούς. Χαμένα όλα. Μαζί κι ο υπεύθυνος για την απώλεια. Δεν υπάρχει υπεύθυνος. Δεν υπάρχουν υπεύθυνοι. Όλοι ηθοποιοί.
Κι όποιος μιλάει για μπάζωμα είναι για τα μπάζα. Κι όποιος βλέπει την εμπιστοσύνη του στην Ελληνική Δικαιοσύνη να είναι σε ιστορικά χαμηλά, το κάνει επειδή έχει ροπή προς τον μηδενισμό, φαντασιώσεις χάους, άλυτα ψυχολογικά, το κάνει και φτιάχνεται, δεν το κάνει με μια κάποια εσωτερική παραίτηση μέχρι και συντριβή, το κάνει επειδή δεν προτιμούσε να ζει εντός ενός κοινωνικού συμβολαίου, όπου στο φαίνεσθαι τηρούνταν τουλάχιστον κάποια προσχήματα κι όπου στην ουσία παρέμεναν τουλάχιστον αδιαπραγμάτευτες κάποιες κόκκινες γραμμές.
Ή ίσως και να ισχύει το αντίστροφο, ίσως δηλαδή όλες αυτές οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που βγήκαν την Κυριακή σε όλη την Ελλάδα και μαζί τους τα εκατομμύρια που δεν βγήκαν αλλά βρίσκονται λίγο πολύ στο ίδιο μήκος κύματος, θα προτιμούσαν να μην αισθάνονται τόσο εξαπατημένοι, τόσο αδύναμοι, τόσο καχύποπτοι απέναντι σε όλους και σε όλα. Θα προτιμούσαν να εξακολουθούν να πιστεύουν στην απόδοση αληθινής δικαιοσύνης, αν όχι αναφορικά με το υπόλοιπο παιχνίδι εξουσίας, τουλάχιστον πάντως και κατ’ εξαίρεση, όταν πρόκειται για ένα δυστύχημα που σκότωσε με τέτοιον αδιανόητο τρόπο τα παιδιά τους.
