Το 27ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης συνεχίζει την πορεία του στις σκοτεινές αίθουσες γεμίζοντας μία πόλη με σινεμά από όλο τον κόσμο, με σημαντικά ονόματα στη Θεσσαλονίκη να δίνουν το «παρών», με masterclass και τα επίκαιρα ζητήματα όλου του πλανήτη να εξετάζονται και να αναλύονται μέσα από συζητήσεις, ντοκιμαντέρ, QnA αλλά και την εικαστική εγκατάσταση LAUREN: Anyone Home? της Λορέν Λι ΜακΚάρθι.

 

 

Με κεντρικά μηνύματα «#μετοΦεστιβαλ», «Για να είμαστε όλ@ #έναμετονπολιτισμο», η ΔΕΗ στρέφει τα φώτα στη Θεσσαλονίκη και ως στρατηγικός συνεργάτης του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, επιδιώκει να ενισχύσει τον πολιτιστικό πλούτο και τη διαπολιτισμική ανταλλαγή, προωθώντας παράλληλα την καλλιτεχνική ποικιλομορφία και την καινοτομία.

Ας δούμε τα highlights των πρώτων ημερών του 27ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης:

 

 

Τιμητικός Χρυσός Αλέξανδρος στον Νικολά Φιλιμπέρ: «Σας καλώ να κάνουμε τη δημοκρατία και πάλι σπουδαία»

 

Ο πολυβραβευμένος Νικολά Φιλιμπέρ, ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς ντοκιμαντέρ της εποχής μας και καλεσμένος του 27ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, παρέλαβε τιμητικό Χρυσό Αλέξανδρο την Παρασκευή 7 Μαρτίου, στο Ολύμπιον, πριν την προβολή της βραβευμένης με Χρυσή Άρκτο ταινίας Στο ποταμόπλοιο (On the Adamant, 2023). Στον Γάλλο σκηνοθέτη απένειμαν το βραβείο η γενική διευθύντρια του Φεστιβάλ, Ελίζ Ζαλαντό, και ο επικεφαλής προγράμματος, Γιώργος Κρασσακόπουλος, οι οποίοι καλωσόρισαν το κοινό.

«Απόψε έχουμε την τιμή να απονείμουμε τον Χρυσό Αλέξανδρο σε έναν από τους σημαντικότερους ντοκιμαντερίστες της εποχής μας, τον Νικολά Φιλιμπέρ. Έναν δημιουργό που χαρακτηρίζεται από την υπομονή, την ευαισθησία και τη βαθιά του δέσμευση να καταγράψει με ακρίβεια, σεβασμό και ανθρωπιά την πολυπλοκότητα και την ομορφιά της καθημερινής ζωής. Ο Νικολά Φιλιμπέρ έχει βρεθεί κοντά μας ξανά και, μέσα στα χρόνια, είχαμε τη χαρά να προβάλλουμε σχεδόν ολόκληρο το έργο του. Από το εμβληματικό Είμαι και Έχω, που έγινε σημείο αναφοράς για το σύγχρονο ντοκιμαντέρ, μέχρι την τρυφερή καταγραφή μιας μονάδας φροντίδας ψυχικής υγείας στην ταινία Στο ποταμόπλοιο που θα προβάλλουμε απόψε, οι δημιουργίες του διαμόρφωσαν τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε την τέχνη του ντοκιμαντέρ», ανέφεραν.

 



Στη συνέχεια, στάθηκαν στην ικανότητα του Νικολά Φιλιμπέρ να ακούει και να παρατηρεί τους ήρωές του:

«Αυτό που ξεχωρίζει τον Νικολά Φιλιμπέρ είναι η σπάνια ικανότητά του να ακούει, να παρατηρεί και να επιτρέπει στους ήρωές του να αποκαλύπτονται με τους δικούς τους όρους. Οι ταινίες του δεν επιβάλλονται — μας προσκαλούν να εισέλθουμε στον κόσμο τους, να ανακαλύψουμε τις λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης ύπαρξης με ευαισθησία, χιούμορ και μια ηθική στάση που είναι ριζοσπαστική και αναγκαία. Από μια μικρή σχολική αίθουσα μέχρι τους διαδρόμους ενός μουσείου ή τους χώρους μιας ψυχιατρικής κλινικής, ο Νικολά Φιλιμπέρ αναδεικνύει τις φωνές όσων συχνά μένουν στο περιθώριο, φέρνοντας στο φως την κρυμμένη ποίηση της καθημερινότητας.

Οι ταινίες του μας υπενθυμίζουν ότι το ντοκιμαντέρ δεν είναι απλώς ένα μέσο καταγραφής της ζωής — είναι μια οδός κατανόησης, ένας τρόπος να θέτουμε ερωτήματα και, τελικά, να αγκαλιάζουμε την πραγματικότητα με όλες τις αντιφάσεις και την ομορφιά της».

Ολοκληρώνοντας, προτού τον προσκαλέσουν στη σκηνή, τον ευχαρίστησαν για τις ταινίες του, το όραμά του και την αφοσίωσή του στο ντοκιμαντέρ και στον άνθρωπο. «Σας ευχαριστώ πάρα πολύ μέσα από την καρδιά μου, πραγματικά είναι υπέροχο όλο αυτό.», δήλωσε αρχικά ο Νικολά Φιλιμπέρ. Συνεχίζοντας: «Είναι πολύ σημαντικό για μένα να μοιραστώ αυτό το βραβείο με τη Λίντα, τη σύντροφο και συνοδοιπόρο μου σε όλη αυτή τη διαδρομή, η οποία κάνει το έργο μου πιο φωτεινό και πιο λαμπερό και η οποία είναι και σήμερα μαζί μου εδώ, στη Θεσσαλονίκη. Θα ήθελα να σας πω ότι αυτό το πάρα πολύ όμορφο δώρο που μου κάνατε θα βρει τη θέση του στο σπίτι μου, και πιο συγκεκριμένα σε έναν διάδρομο από τον οποίο περνάω σίγουρα 20 με 30 φορές την ημέρα, που σημαίνει ότι θα σας σκέφτομαι πολύ συχνά. Εντάξει, ίσως όχι και 30 φορές την ημέρα, αλλά σίγουρα πολύ».

Παράλληλα, ευχήθηκε το βραβείο να μην του δημιουργήσει προβλήματα ασφαλείας όπως η Χρυσή Άρκτος πριν δύο χρόνια, βρίσκοντας αφορμή να διηγηθεί μια απολαυστική ιστορία στο κοινό:

«Πριν δύο χρόνια, η Μπερλινάλε με τίμησε με τη Χρυσή Άρκτο, για την ταινία Στο ποταμόπλοιο, και την επόμενη μέρα είχα προβλήματα στο αεροδρόμιο. Η Χρυσή Άρκτος είναι στη βαλίτσα μου, ήσυχη ήσυχη και, προφανώς, όταν την περνάω από το μηχάνημα, εκείνο αρχίζει να χτυπάει. Η κυρία πίσω από τον υπολογιστή της μου λέει να την ανοίξω. Βγάζω το μικρό αγαλματάκι και η κυρία φωνάζει αμέσως τον προϊστάμενό της. Ο προϊστάμενος φωνάζει με τη σειρά του τον δικό του προϊστάμενό, και εκείνος καταλήγει να φωνάξει την αστυνομία. Σας ορκίζομαι ότι όλα αυτά που σας διηγούμαι είναι αλήθεια. Φτάνουν δυο Γερμανοί αστυνομικοί, τεράστιοι, με αλεξίσφαιρα γιλέκα, και κοιτάζουν τη μικρή αρκουδίτσα πολύ διερευνητικά. Και φωνάζουν κι αυτοί τον προϊστάμενό τους. Εκείνος φτάνει, αναγνωρίζει το αντικείμενο και μου σφίγγει το χέρι, δίνοντάς μου συγχαρητήρια», ανέφερε ο Νικολά Φιλιμπέρ.

«Ξέρω ότι αυτή είναι η 27η διοργάνωση του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και σίγουρα πολλά έχουν αλλάξει σε σχέση με την πρώτη φορά που διοργανώθηκε αυτό το φεστιβάλ, είναι πολύ διαφορετικά τα πράγματα σχετικά με το πώς αντιλαμβάνεται πλέον ο κόσμος τα ντοκιμαντέρ, καθώς λαμβάνουν πολύ μεγαλύτερη αναγνώριση. Σίγουρα όμως, εκείνοι που ξεκίνησαν αυτό το Φεστιβάλ θα πρέπει να είχαν πολύ μεγάλη θέληση. Σήμερα, 27 χρόνια αργότερα, τα πράγματα στον χώρο του ντοκιμαντέρ είναι διαφορετικά, πολύ πιο άνετα και εύκολα. Παρ’ όλα αυτά, τίποτα δεν είναι αιώνια κερδισμένο, τίποτα δεν είναι δεδομένο. Κι όσοι ασχολούνται με το ντοκιμαντέρ σίγουρα μπορούν να μας διαβεβαιώσουν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν δυσκολίες, μια συνεχόμενη μάχη, ένας συνεχής αγώνας για εύρεση επιχορηγήσεων και χρηματοδότησης. Είναι ένα πολύ ευαίσθητο θέμα, όπως ευαίσθητο θέμα είναι συνολικά το θέμα του πολιτισμού», συμπλήρωσε σχετικά.

 

 

Όσο για τη σύνδεση του πολιτισμού με τη δημοκρατία, ο Νικολά Φιλιμπέρ υπογράμμισε τα εξής: «Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου η ευαισθησία για τον πολιτισμό είναι πολύ έντονη. Και όπως όλοι ξέρουμε, ο πολιτισμός συνδέεται άμεσα με τη δημοκρατία. Βρισκόμαστε στην Ελλάδα, τη χώρα που έχει γεννήσει τη δημοκρατία, αλλά και σε μια εποχή που η δημοκρατία βρίσκεται σε μεγαλύτερο κίνδυνο από ποτέ. Επομένως, πρέπει να είμαστε πολύ ευαισθητοποιημένοι. Σας καλώ να κάνουμε τη δημοκρατία και πάλι σπουδαία».

Μετά την ολοκλήρωση της προβολής, ακολούθησαν ερωτήσεις από το κοινό. Απαντώντας για το πόσο καιρό πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα είχε ξεκινήσει να επισκέπτεται τη δομή που φιλοξενείται στο ποταμόπλοιο, ώστε να αναπτυχθεί μια σχέση εμπιστοσύνης με τους ανθρώπους που εμφανίζονται στην ταινία, ο Νικολά Φιλιμπέρ απάντησε:

«Χρειάστηκε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα μέχρι να μας εμπιστευτούν. Αυτή δεν είναι η πρώτη ταινία που γυρίζω σε σχέση με την ψυχική υγεία, είχε προηγηθεί μία ακόμη πριν περίπου 30 χρόνια, η οποία είχε μείνει διάσημη στον ψυχιατρικό χώρο — φανταστείτε πως την ξέρουν τόσο οι ασθενείς όσο και οι φροντιστές τους. Πηγαίνοντας στο Adamant για να γυρίσω αυτή την ταινία που μόλις παρακολουθήσατε, ήταν ήδη γνωστή η φήμη μου και οι άνθρωποι μού ανοίχτηκαν πολύ εύκολα. Πραγματικά, δεν προσπάθησα σχεδόν καθόλου για να μου ανοιχτούν και να με εμπιστευτούν. Τους εξήγησα την ιδέα, τι είναι αυτό που είχαμε κατά νου και ήταν όλοι έτοιμοι να διηγηθούν την ιστορία τους».

Μιλώντας στη συνέχεια για το Adamant, η Λίντα ντε Τσίτερ, σύντροφος του Νικολά Φιλιμπέρ, τόνισε ότι η θεραπεία που προσφέρεται εκεί βασίζεται στην τέχνη και στη δημιουργία, σε μια προσπάθεια να γίνει κατανοητή και σεβαστή η ευαισθησία κάθε ανθρώπου, αλλά και να αναδειχθούν οι δυνατότητές του. Προσαρμόζεται, δηλαδή, η θεραπεία στις ανάγκες και στα χαρίσματα του κάθε ατόμου, χρησιμοποιώντας την τέχνη ως μέσο έκφρασης και θεραπείας και βοηθώντας τους ασθενείς να ανακαλύψουν πράγματα για τους εαυτούς τους που και οι ίδιοι δεν ήξεραν.

Τέλος, σε ερώτηση για τα μαθήματα που αποκόμισε από τη διαδικασία της ταινίας, ο Νικολά Φιλιμπέρ απάντησε: «Η δημιουργία αυτής της ταινίας μού προσέφερε πολλά, αλλά το πιο σημαντικό ήταν οι άνθρωποι που γνώρισα. Αυτοί οι ξεχωριστοί άνθρωποι, με τα μοναδικά ενδιαφέροντα και την πλούσια καλλιέργεια, με έκαναν να ανοίξω τα μάτια μου και να δω τον κόσμο διαφορετικά. Μέσα από αυτές τις συναντήσεις, ανακάλυψα νέες πτυχές του εαυτού μου και των δυνατοτήτων μου. Η ταινία δεν έχει σκοπό να διδάξει κάτι συγκεκριμένο για την ψυχιατρική, αλλά να προσκαλέσει τον θεατή να εξερευνήσει έναν άγνωστο κόσμο και να δει τα πράγματα από μια διαφορετική οπτική γωνία», κατέληξε ο Νικολά Φιλιμπέρ.

 

 

 

Συζήτηση – «Καστοριά: Ο ξανακερδισμένος τόπος του Τάκη Κανελλόπουλου»: «Η εθνογραφία μάς καλεί να την πάμε παρακάτω, όχι να την αντιμετωπίσουμε σαν ένα μουσειακό έκθεμα»

 



Το Σάββατο 8 Μαρτίου, στην αίθουσα Παύλος Ζάννας, πραγματοποιήθηκε η ανοιχτή συζήτηση «Καστοριά: Ο ξανακερδισμένος τόπος του Τάκη Κανελλόπουλου», με αφορμή την πρόσφατη ανακάλυψη του μικρού μήκους ντοκιμαντέρ Καστοριά (1969) του Θεσσαλονικιού δημιουργού, το οποίο συγκαταλέγεται στις 19 συνολικές ταινίες του φετινού αφιερώματος «Γεωγραφία του βλέμματος: Η εκτός σχεδίου Ελλάδα (1950-2000)». Πριν την έναρξη της συζήτησης το κοινό είχε την ευκαιρία να απολαύσει τη σπάνια αυτή ταινία, η οποία επέστρεψε στο Φεστιβάλ 56 ολόκληρα χρόνια μετά τη βράβευσή της ως Καλύτερου Μικρού Μήκους Ντοκιμαντέρ στη διοργάνωση του 1969.

Την εκδήλωση προλόγισε ο Γιάννης Παλαβός, συνεργάτης του Διεθνούς Προγράμματος του Φεστιβάλ:

«Είμαστε ιδιαίτερα χαρούμενοι που έχετε την ευκαιρία να παρακολουθήσετε μια ταινία που για εμάς ήταν κάτι σαν ιερό δισκοπότηρο. Μια ταινία που είχε θεωρηθεί χαμένη για τουλάχιστον πέντε δεκαετίες και η οποία αποτελεί το τελευταίο μέρος της άτυπης «Μακεδονικής τριλογίας» του Τάκη Κανελλόπουλου, που περιλαμβάνει επίσης τα μικρού μήκους ντοκιμαντέρ Μακεδονικός γάμος (1960) και Θάσος (1961)», ανέφερε λίγο πριν από την έναρξη της προβολής, διευκρινίζοντας πως η αρχική εκδοχή της ταινίας ήταν έγχρωμη.

 

 

Μετά την προβολή της ταινίας τον λόγο πήρε πρώτος ο σκηνοθέτης Νεριτάν Ζιντζιρία:

«Έχει πάντα ενδιαφέρον να βλέπω ξανά δημιουργούς που έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στην απόφασή μου να ασχοληθώ με το σινεμά. Αυτό που με συγκίνησε στην Καστοριά ήταν το πώς αντιλαμβάνεται η κάμερα τον τόπο. Διότι συνειδητοποίησα για πρώτη φορά ότι αρκεί ένας σκηνοθέτης και μια ξεχωριστή ματιά προκειμένου ένα χωριό να υπερβεί τους χωρικούς περιορισμούς και να εξυψωθεί σε ένα σημείο όπου μπορεί να συνδιαλεχθεί πλέον με τόπους και ανθρώπους που βρίσκονται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Αρκεί ένας εμπνευσμένος σκηνοθέτης ώστε το χωριό να αποκτήσει μια πνευματικότητα και να γίνει προσβάσιμο σε όλους και για πάντα. Στην Καστοριά, όπως και σε άλλες ταινίες του, ο Κανελλόπουλος φτιάχνει ένα παλίμψηστο από λεπτομέρειες, δημιουργώντας την προσωπογραφία ενός τόπου που –αν κάνεις ένα βήμα πίσω και δεις τη μεγάλη εικόνα– ξαφνικά σου φαίνεται γνώριμος».

Αμέσως μετά, αναφέρθηκε στο ιδιοσυγκρασιακό βλέμμα του Τάκη Κανελλόπουλου, το οποίο ξεκλειδώνει ένα βαθύτερο επίπεδο σύνδεσης και επαφής με την έννοια του τόπου:

«Σε αντίθεση με τον καιρό που ξεκίνησα να γυρίζω ταινίες, τώρα βιώνουμε μια περίοδο παράφορου έρωτα με το έθνικ, αλλά με όρους πορνογραφικής διαστροφής. Ασθητικοποιείται, δηλαδή, το έθνικ αλλά με έναν τρόπο που να είναι αρεστός στη δυτική αγορά. Υπάρχουν πάρα πολλοί σκηνοθέτες που ασχολούνται με τα εθνογραφικά, αλλά με μια πιο ποπ ματιά. Το πρόβλημα ξεκινάει όταν η λαογραφική σοφία δεν βρίσκει δίοδο να μεταβολιστεί μέσα από αυτή τη γλώσσα. Φυσικά, δεν είναι πάντα έτσι και χαίρομαι ιδιαίτερα όταν διασταυρώνομαι με σκηνοθέτες που το αντιμετωπίζουν διαφορετικά. Μια τέτοια περίπτωση ήταν κι αυτή του Τάκη Κανελλόπουλου. Ο χρόνος συνηγόρησε ευεργετικά στην περίπτωση της Καστοριάς – είναι λες και προσκαλεί το φαντασιακό του θεατή να μπορέσει να ποτίσει τα πίξελ με κάτι δικό του. Η εθνογραφία μάς καλεί να την πάμε παρακάτω, όχι να την αντιμετωπίσουμε σαν ένα μουσειακό έκθεμα», κατέληξε ο Νεριτάν Ζιντζιρία.

 

 

Τη σκυτάλη πήρε ακολούθως η σκηνοθέτις Χρυσιάννα Παπαδάκη:

«Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι η Καστοριά δεν είναι ένα ντοκιμαντέρ με τη στενή έννοια του όρου. Αποτελεί ένα είδος παραμυθιού με αργές, σουρεαλιστικές εικόνες, που προσεγγίζει τον τόπο φωτογραφικά. Παράλληλα, αποτελεί ένα είδος ιστορικού αρχείου για την περιοχή, αλλά και μια ιστορία, που βγαίνει εκτός χωροχρόνου. Δεν βλέπουμε την Καστοριά αποκλειστικά με τα δεδομένα της δεκαετίας του 1960. Ο μύθος της ιστορίας ανάγεται σε κάτι πολύ πιο διαχρονικό. Αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την πλατωνική ιδέα ενός τόπου, κάτι πιο καθολικό, το οποίο ξεπερνάει τα όρια της ίδιας της πόλης της Καστοριάς. Μπορώ να καταλάβω από τη ματιά του Κανελλόπουλου ότι προσέγγισε τόσο τον τόπο όσο και τους ανθρώπους του με μια βαθιά αγάπη. Κι αυτό ακριβώς το στοιχείο συνιστά και μέρος της μαγείας του ως σκηνοθέτη».

Στη συνέχεια, σχολίασε με τη σειρά της την πρόσφατη τάση επιλογής της επαρχίας ως κεντρικού σκηνικού σε πολλές ταινίες. «Υπάρχει μια ιδιαίτερη εμμονή με την επαρχία τα τελευταία χρόνια, κι αυτό είναι μια τάση που χαρακτηρίζει πολύ έντονα τη γενιά μου. Αντιλαμβάνομαι το φαινόμενο ως μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια νέου είδους ταυτότητα, η οποία θα απορρίπτει τις πιο ευρωπαϊκές γενικεύσεις και θα υιοθετεί μια πιο εσωτερική ματιά, με το βλέμμα στραμμένο περισσότερο προς τα μέσα. Για παράδειγμα, όταν ήμουν πιο μικρή δεν ήταν κουλ να είσαι από χωριό, ούτε να ασχολείσαι με την επαρχία. Προσωπικά μιλώντας, πάντως, δεν αντιμετωπίζω με θετική διάθεση ή αισιοδοξία τη ζωή στα μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Αθήνα».

«Πιστεύω ότι ο Τάκης Κανελλόπουλος θα ήταν ιδιαίτερα ευτυχής αν είχε τη δυνατότητα να ακούσει δύο νέους ανθρώπους που κάνουν σινεμά να μιλούν με αυτόν τον τρόπο και να κατέχουν τόσο πολλές γνώσεις», σημείωσε ο κριτικός κινηματογράφου Μανώλης Κρανάκης. Αμέσως μετά, αναφέρθηκε στη διαδικασία εύρεσης και ανάκτησης της κόπιας της Καστοριάς, καθώς και στο βραβείο που είχε αποσπάσει στο Φεστιβάλ του 1969: «Υπάρχουν πολύ λίγα αρχεία κι έχουν γραφτεί ελάχιστα κείμενα. Η κόπια που είδαμε σήμερα είναι ασπρόμαυρη, εύλογα λοιπόν ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση για τις ταινίες που χάνουν το χρώμα τους. Το μόνο σίγουρο, ωστόσο, είναι πως η αναζήτηση συνεχίζεται», δεσμεύτηκε ο Μανώλης Κρανάκης.

 

 

Στο σημείο αυτό, ο Γιάννης Παλαβός έκανε μνεία στο αφιέρωμα του φετινού φεστιβάλ «Γεωγραφία του βλέμματος: Η εκτός σχεδίου Ελλάδα (1950-2000)», που περιλαμβάνει 19 ντοκιμαντέρ από εμβληματικούς Έλληνες κινηματογραφιστές, οι οποίες κατέγραψαν το συλλογικό θυμικό, τις παραδόσεις αλλά και το πνεύμα του τόπου σε χωριά, νησιά και μικρότερες πόλεις της Ελλάδας:

«Η Καστοριά θέτει το ζήτημα της συνθήκης ενός τόπου, ιδωμένης μέσα από την ιδιοπροσωπία ενός καλλιτέχνη. Πότε ένα καλλιτεχνικό έργο μπορεί να θεωρηθεί έγκυρο; Η αλήθεια είναι ότι πρέπει να εγγράψεις και να θάψεις κάτι ζωντανό από σένα τον ίδιο στο καλλιτέχνημά σου. Αυτό ακριβώς έκανε κι ο Τάκης Κανελλόπουλος με τις ταινίες Μακεδονικός γάμος, Θάσος και Καστοριά. Θελήσαμε να αναζητήσουμε κι άλλες ταινίες που πετυχαίνουν το ίδιο και, με μεγάλη μας χαρά, βρήκαμε αρκετές. Ολόκληρο το αφιέρωμα έχει αυτή την προσωπική, ιδιωματική, λίγο μελαγχολική –αλλά συγχρόνως, ελπίζω, καθόλου εξωτική– ματιά στους πιο μικρούς τόπους και στο αίσθημα που αναδύουν».

Από την πλευρά της, η επικεφαλής του Ελληνικού Προγράμματος Ελένη Ανδρουτσοπούλου εστίασε περισσότερο στο ζήτημα της διάσωσης σπάνιων ταινιών και στην αναγκαιότητα διαφύλαξης της ελληνικής κινηματογραφικής κληρονομιάς:

«Ως υπεύθυνη του Ελληνικού Προγράμματος βιώνω εδώ και χρόνια αυτή την περιπέτεια. Κάθε φορά που θέλουμε να ετοιμάσουμε ένα αφιέρωμα για παλαιότερες ταινίες ξεκινάει ένας αγώνας δρόμου για να βρεθούν αυτές οι ταινίες και, δυστυχώς, αυτός ο αγώνας δρόμου πολλές φορές δεν φτάνει στον τερματισμό. Είναι πολύ συχνό –και πολύ περισσότερο για τα ντοκιμαντέρ σε σχέση με τις ταινίες μυθοπλασίας– να μην υπάρχουν ουσιαστικές πληροφορίες ούτε για τους δικαιούχους των δικαιωμάτων ούτε για τις διαθέσιμες κόπιες. Έτσι, ένα πολύτιμο κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς σιγά σιγά πεθαίνει, με αποτέλεσμα τόσο οι δημιουργοί όσο και το κοινό να χάνουν μια σημαντική ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με ένα σπάνιο υλικό. Κρίναμε ότι είναι μια κατάλληλη καλή στιγμή, με αφορμή τη διαδρομή της Καστοριάς, να ανοίξει μια ουσιαστική κουβέντα για το πώς μπορεί να διασωθεί μια ταινία αλλά κυρίως για το πώς μπορεί μια ταινία να βρει τον δρόμο της για το κοινό, που είναι και ο πραγματικός προορισμός της. Το Φεστιβάλ επιμένει να κάνει “δύσκολα” αφιερώματα, ακόμη κι αν οι κόπιες δεν είναι στη μορφή που θέλουμε, διότι πιστεύουμε ότι αφιερώματα σαν κι αυτό της φετινής διοργάνωσης φέρνουν στο φως ένα ζωτικό κομμάτι της ελληνικής κινηματογραφικής ιστορίας και λειτουργούν υποστηρικτικά για το μέλλον του ελληνικού σινεμά, που τόσο πολύ αγαπάμε».

Έπειτα, ο λόγος δόθηκε στο κοινό, όπου βρέθηκαν και αρκετοί παλιοί φίλοι του σκηνοθέτη, οι οποίοι αναφέρθηκαν στον μοναδικό τρόπο που είχε να αποτυπώνει το πνεύμα του τόπου. Επιπλέον, ορισμένοι θεατές με καταγωγή από την πόλη της Καστοριάς μοιράστηκαν τη βαθιά συγκίνηση που ένιωσαν παρακολουθώντας σκηνές από την ταινία, απευθύνοντας παράλληλα μια έκκληση στους νέους δημιουργούς να επισκεφτούν την Καστοριά.

Σε ερώτηση του κοινού για το πώς βρέθηκε τελικά η κόπια, ο Μανώλης Κρανάκης εξήγησε πως η όλη διαδικασία δεν είναι ακριβώς ανιχνεύσιμη:

«Δεν υπάρχει ακριβής απάντηση στο πώς βρέθηκε η κόπια, καθότι αυτό συνέβη μέσω ενός δικτύου συλλεκτών. Όπως κι εμείς ανακαλύψαμε, πρόκειται για μια διαδεδομένη οδό εύρεσης όχι μόνο κινηματογραφικών ταινιών αλλά και μουσικής, εγγράφων ή σχεδίων. Τα δίκτυα αυτά, συνήθως, παραμένουν ανώνυμα και δουλεύουν υπόγεια. Αυτό που παρατήρησα, και έχει σαφώς μεγάλο ενδιαφέρον, είναι πως όταν αναζητάς κάτι με επιμονή καταλήγεις να ανακινείς τον χώρο γύρω σου. Φυσικά, η δημοσιότητα που έλαβε η αναζήτηση μέσω του πρόσφατου αφιερώματος του Φεστιβάλ στον Τάκη Κανελλόπουλο σαφώς και βοήθησε. Η αναφορά ότι έλειπε η Καστοριά πιστεύω πως δημιούργησε μια κάποια “αύρα”. Είναι πάρα πολύ κρίμα που στάθηκε αδύνατο να βρεθεί η Καστοριά στην πρωτότυπη έγχρωμη εκδοχή της. Ελπίζω το ταρακούνημα που προκλήθηκε να βοηθήσει στο μέλλον σε ανάλογες προσπάθειες».

Στην εκδήλωση παρευρέθηκε και ο νέος πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης Άκης Σακελλαρίου, ο οποίος έκλεισε τη συζήτηση σημειώνοντας ότι ο Τάκης Κανελλόπουλος ήταν ένας δημιουργός από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος εξωθήθηκε στο περιθώριο και παραγκωνίστηκε από τους ομότεχνούς του, ιδιαίτερα κατά τη δημιουργία της τελευταίας του ταινίας. Καταλήγοντας, σημείωσε ότι αυτή η δυσάρεστη τροπή δημιουργεί κάποια αισθήματα ενοχής στους καλλιτέχνες της μεγαλύτερης γενιάς για αυτήν την περιθωριοποίηση ενός αληθινά σπουδαίου δημιουργού.

 



Masterclass από τον Νικολά Φιλιμπέρ «Αυτοσχεδιασμός, μια ηθική αναγκαιότητα»: «Η ίδια η ταινία θα σας παρασύρει»


To πρωί του Σαββάτου 8 Μαρτίου, στην αίθουσα Παύλος Ζάννας, το κοινό του 27ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει ένα συναρπαστικό masterclass από τον δημιουργό Νικολά Φιλιμπέρ, επίσημο προσκεκλημένο της φετινής διοργάνωσης. Ένας από τους πιο εμβληματικούς ντοκιμαντερίστες των εποχών μας, με Χρυσή Άρκτο, Σεζάρ και βραβείο της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου στο ενεργητικό του, ο Νικολά Φιλιμπέρ διαχρονικά καταγράφει τα μυστήρια της ανθρώπινης πραγματικότητας. Στο masterclass που παρέδωσε με τίτλο «Αυτοσχεδιασμός, μια ηθική αναγκαιότητα» ο Φιλιμπέρ μοιράστηκε πτυχές της δημιουργικής του διαδικασίας, καθώς και τη σημασία της ανθρώπινης πλευράς στις ταινίες παρατήρησης.

Ο συντονιστής του masterclass σκηνοθέτης Μάρκο Γκαστίν καλωσόρισε το κοινό και τον Νικολά Φιλιμπέρ, κάνοντας μια σύντομη αναδρομή στο έργο και στην πορεία του Γάλλου δημιουργού από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 μέχρι και σήμερα. Ανοίγοντας τη συζήτηση, ο Μάρκο Γκαστίν σημείωσε πώς η κουβέντα θα είναι αυθόρμητη και αυτοσχεδιαστική, σε απόλυτη αρμονία τόσο με τον τίτλο του masterclass όσο και με τη συνολική σκηνοθετική προσέγγιση του Νικολά Φιλιμπέρ:

«Ο τρόπος του Φιλιμπέρ χαρακτηρίζεται από τη διάθεσή του να παρατηρεί και να μοιράζεται συναισθήματα και λόγια ανθρώπων διαφορετικών από τον μέσο όρο, αλλά και την προσπάθειά του να τους καταλάβει. Ένα από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά των ταινιών του είναι ότι παρατηρώντας τους άλλους, παρατηρεί τον εαυτό του την ίδια ακριβώς στιγμή, μετατρέποντας τη διαδικασία της κινηματογραφικής δημιουργίας σε μοίρασμα ζωής», είπε σχετικά.

 

 

Τον λόγο πήρε αμέσως μετά ο Νικολά Φιλιμπέρ, ο οποίος ευχαρίστησε και χαιρέτησε τους παρευρισκόμενους, αναφέροντας πως η λέξη «φεστιβάλ» οφείλει να εκφράζει και να συμπεριλαμβάνει όλους όσοι βρίσκονται στην αθέατη πλευρά της τέχνης. Σχολιάζοντας τη διαδεδομένη αντίληψη που αντιμετωπίζει τις ταινίες μυθοπλασίας και τα ντοκιμαντέρ ως δύο εξ ολοκλήρου διαφορετικά πεδία, ο Νικολά Φιλιμπέρ απάντησε:

«Πράγματι, συχνά ο κόσμος με ρωτάει “ωραία τα ντοκιμαντέρ αλλά πότε θα κάνεις κανονική ταινία;” Καταπιάστηκα με το ντοκιμαντέρ αφότου είχα ήδη μπει στον κόσμο του κινηματογράφου, έναν κόσμο που αγαπούσα έτσι κι αλλιώς. Εκείνη την εποχή, τα ντοκιμαντέρ που κυκλοφορούσαν ήταν λίγα, είχα δει ελάχιστα. Γυρίζοντας το πρώτο μου ντοκιμαντέρ άρχισα να ανακαλύπτω το είδος και να το απολαμβάνω. Ο κόσμος του ντοκιμαντέρ μπορεί να προσφέρει ευρύ έδαφος δημιουργίας. Στο ντοκιμαντέρ υπάρχουν χιλιάδες τρόποι να μιλήσει κανείς για τον κόσμο. Όσο και αν δεν ενθουσιάζομαι με τον χαρακτηρισμό “ντοκιμαντερίστας”, αυτός είναι που με έχει συνοδεύσει στην καριέρα μου», σημείωσε σχετικά.

Σε ερώτηση του Μάρκο Γκαστίν για την αφετηρία της δημιουργικής προσέγγισής του σε κάθε νέο εγχείρημα, ο Νικολά Φιλιμπέρ τόνισε πως δίνει τη μεγαλύτερη σημασία στο σημείο εκκίνησης:

«Για να ξεκινήσει κανείς μια ταινία χρειάζεται ένα σταθερό σημείο εκκίνησης, έναν βατήρα. Ωστόσο, όταν τελικά μπαίνω στη διαδικασία να γυρίσω μια ταινία, αυτό που δεν γνωρίζω είναι το σημείο άφιξης. Το λέω συχνά και στους φοιτητές μου: η ίδια η ταινία θα σας παρασύρει. Δεν είναι καν πρωτεύον ποιο θέμα πραγματεύεται, για μένα δεν υπάρχουν καλά ή λιγότερο καλά, μεγάλα ή μικρά θέματα. Μπορούμε κάλλιστα να δημιουργήσουμε ενδιαφέρουσες ταινίες για μικρά, σχεδόν μπανάλ, θέματα, αλλά και αδιάφορες ταινίες για μεγάλα ζητήματα. Η ομορφιά μιας ταινίας δεν είναι αναλογική του βεληνεκούς του θέματος το οποίο αναλύει. Για παράδειγμα η ταινία Στο Ποταμόπλοιο δεν είναι στην πραγματικότητα μια ταινία για την ψυχική υγεία, αλλά ένα ντοκιμαντέρ για τους ίδιους τους ασθενείς. Θέλω να νιώθω τη βεβαιότητα ότι έχω πλήρη πρόσβαση στον μικρόκοσμο της κάθε ιστορίας και ότι θα έχω την ευχέρεια να παρατηρώ όσα συμβαίνουν σε καθημερινή βάση.

Θέλω, επίσης, να είμαι σίγουρος –αν και είναι δύσκολο– ότι υπάρχει μια εδραιωμένη σχέση επικοινωνίας με τους ανθρώπους που θα παρατηρήσω. Θέλω να δημιουργώ τις αισθητικές, πολιτικές και οικονομικές σχέσεις έτσι ώστε οι άνθρωποι της ταινίας να διακατέχονται από την επιθυμία να προσφέρουν κάτι τόσο σε μένα όσο και στο κοινό. Στην αρχή του πρότζεκτ είναι αδύνατο να γνωρίζω τι θα μου προσφέρουν, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να τους ακούσω και να τους καταλάβω. Έχω μια αρχική ιδέα κατά νου και συλλέγω ό,τι επιλέγουν να μου χαρίσουν οι πρωταγωνιστές μου, ακόμη και αν δεν γνωρίζω εκ των προτέρων περί τίνος πρόκειται», υπογράμμισε. Στη συνέχεια, ο Μάρκο Γκαστίν αναφέρθηκε στον κομβικό ρόλο που διαδραματίζουν οι επιλεγμένες τοποθεσίες στο έργο του Φιλιμπέρ, καθώς και στις δυσκολίες που πιθανόν να προκύπτουν όταν προσεγγίζει, για παράδειγμα, ψυχιατρικά ιδρύματα.

«Πίσω από κάθε τοποθεσία υπάρχει μια κοινότητα με ανθρώπους. Είναι πολύ σημαντικό για μένα να μελετήσω τον τρόπο με τον οποίον καταφέρνουν να συνυπάρχουν. Σε κάθε ταινία λειτουργεί διαφορετικά αυτή η διαδικασία. Συνήθως δεν μου παίρνει πολύ χρόνο μέχρι να πάρω την κάμερα. Στην ταινία Είμαι και Έχω οι μαθητές είναι πολύ αυθόρμητοι, γι’ αυτό και μου πήρε ελάχιστο χρόνο να τους καταγράψω με την κάμερα. Τη μια μέρα μαζευτήκαμε με τους μαθητές, τους γονείς και τους δασκάλους και την επόμενη πήγα με κάμερες στο σχολείο. Άφησα τους μαθητές να επεξεργαστούν τον εξοπλισμό και τα μηχανήματα, και ξεκινήσαμε να δουλεύουμε.

Στην ταινία Στο ποταμόπλοιο δεν μπήκα απευθείας στην πλωτή δομή με την κάμερα, θα ήταν αγενές και επιθετικό από μέρους μου. Χρειάστηκα λίγο καιρό να εξηγήσω τι έψαχνα, ποιος ήταν ο λόγος που ήμουν εκεί. Προσπάθησα να εξηγήσω στους ανθρώπους εκεί ότι είχαν το απόλυτο δικαίωμα να δεχτούν ή όχι να συμμετάσχουν. Μου πήρε επίσης λίγο χρόνο για να εξηγήσω τι σημαίνει ταινία, προβολή, πλατφόρμα, μοντάζ, διότι νιώθω πως όποιος παίρνει μέρος σε μια ταινία οφείλει να γνωρίζει. Άλλες φορές μπορεί να χρειαστεί χρόνος για να κατασταλάξει κανείς στο αν θέλει να συμμετάσχει. Αδιαμφισβήτητα, είναι αρκετά τρομακτικό να εμφανίζεται ξαφνικά ένας άνθρωπος με μια τεράστια κάμερα στο πρόσωπό σου», σχολίασε ο Φιλιμπέρ.

Αναφορικά με το κατά πόσο η αυτοσχεδιαστική προσέγγιση τού έχει δημιουργήσει προβλήματα στη χρηματοδότηση των ταινιών του, ο Φιλιμπέρ εξήγησε πως παραμένει ειλικρινής προς τους χρηματοδότες όσον αφορά τις πιθανές προκλήσεις που ενδέχεται να προκύψουν: «Στην πρώτη μου ταινία δεν μπορούσα καν να πω με σιγουριά ότι θα την ολοκληρώσω. Γι’ αυτό και περιγράφω την ιδέα με όλες τις προκλήσεις που συνεπάγεται και όχι μόνο προεξοφλώντας κάποια μελλοντική επιτυχία. Θέλω να είμαι ειλικρινής για να έχω την εμπιστοσύνη των χρηματοδοτών. Δεν προσπαθώ να πείσω οποιονδήποτε ότι έχω τον απόλυτο έλεγχο», ανέφερε σχετικά.

Σε ερώτηση του Μάρκο Γκαστίν για το πώς και πότε αποφασίζει να ολοκληρώσει τα γυρίσματα και να συλλέξει το υλικό προκειμένου να περάσει στο στάδιο του μοντάζ, ο Νικολά Φιλιμπέρ απάντησε: «Τα γυρίσματα μπορεί να διαρκέσουν ατέλειωτες ώρες. Ωστόσο, έρχεται μια στιγμή που το μοντάζ ξεπροβάλλει ως ακαταμάχητη επιθυμία. Μια στιγμή που λέω στον εαυτό μου ότι θέλω πλέον να δω τι έχω στα χέρια μου και πώς μπορώ να το διαμορφώσω».

Η κουβέντα συνεχίστηκε με την προβολή ενός αποσπάσματος από την ταινία Τριλογία για έναν άνδρα (1987), η οποία ξεδιπλώνει την ιστορία ενός αλπινιστή που ρισκάρει τη ζωή του μπροστά στην κάμερα, επιχειρώντας να κατακτήσει επικίνδυνες κορυφές: «Ήθελα να σας δείξω το απόσπασμα γιατί δεν πρέπει να θεωρούμε τίποτα δεδομένο. Κάναμε μακροσκελείς συζητήσεις πριν αρχίσουμε τα γυρίσματα. Ήθελα να καταλάβω πώς νιώθει εκείνος με την κάμερα και να εξηγήσω ότι η παρουσία της δεν πρέπει να τον ωθήσει στα άκρα, γιατί οποιοδήποτε λάθος θα μπορούσε να του στοιχίσει τη ζωή. Δεν ήθελα να κάνει επίδειξη και να προσπαθεί να ξεπεράσει τις δυνάμεις του ορμώμενος από την παρουσία της κάμερας. Η πραγματικότητα αλλάζει όταν καταγράφεται. Οι κινηματογραφιστές έχουν ευθύνη απέναντι στους ανθρώπους που εμφανίζονται στις ταινίες τους», ολοκλήρωσε ο Φιλιμπέρ.

Το masterclass συνέχισε με συζήτηση του δημιουργού με το κοινό στη διάρκεια της οποίας ο Νικολά Φιλιμπέρ μίλησε για τις σπουδές του στη φιλοσοφία και κατά πόσο αυτές επηρέασαν το έργο του:

«Σπούδασα φιλοσοφία για τρία χρόνια αλλά δεν ολοκλήρωσα τις σπουδές μου. Βέβαια, το πλαίσιο αυτό διεύρυνε τον τρόπο σκέψης μου. Ωστόσο, στη δουλειά μου δεν βασίζομαι σε κάποιο φιλοσοφικό ρεύμα. Δεν προσπαθώ να πω κάτι συγκεκριμένο με τις ταινίες μου. Όταν η πρόθεση να διατυπώσουμε ένα συγκεκριμένο μήνυμα γίνεται τόσο ισχυρή τείνουμε να ξεχνάμε την ομορφιά τού να φτιάχνουμε ταινίες. Αν είναι τα πάντα ελεγχόμενα και προβλέψιμα, στήνουμε παγίδα στον εαυτό μας. Η ομορφιά γεννιέται από το απρόβλεπτο, το απροσδόκητο είναι που φωτίζει μια ταινία, γι’ αυτό και ο αυτοσχεδιασμός μετατρέπεται σε αναγκαιότητα. Η προσέγγιση μου είναι μάλλον απλή: προσπαθώ να καταλάβω και να συλλέξω στοιχεία. Υπάρχουν στιγμές που προσπαθώ να καταλάβω το κίνητρό μου πίσω από μια ταινία. Μερικές φορές τολμώ να σας πω ότι γυρίζω τελικά μια ταινία για να καταλάβω το κίνητρο που είχα αρχικά. Ίσως μάλιστα να την τελειώσω και ακόμη να μην έχω καταλάβει», σημείωσε σχετικά ο Νικολά Φιλιμπέρ.

Αναφερόμενος σε ερώτηση που του έγινε στο πλαίσιο της βράβευσής του με τον τιμητικό Χρυσό Αλέξανδρο, ο Γάλλος δημιουργός απάντησε:

«Χθες με ρώτησαν για την ομίχλη στην ταινία Στο ποταμόπλοιο. Στις δικές μου ταινίες το τελικό επιμύθιο αναδύεται πάντα μέσα από μια “ομίχλη”. Αν ήξερα από την αρχή το τελικό αποτέλεσμα, θα ήταν πολύ βαρετό. Γι’ αυτό και αποφεύγω τη μυθοπλασία. Ήθελα λοιπόν να κλείσω την ταινία με ομίχλη και να ξεκινήσω την επόμενη στο ίδιο σκηνικό. Αν και λόγω κλιματικής αλλαγής και αστικοποίησης στο Παρίσι, σχεδόν δεν έχουμε πια ομίχλη» αστειεύτηκε ο Νικολά Φιλιμπέρ.

Σε ερώτηση για το πώς συνδέεται με τους ανθρώπους που απεικονίζονται στις ταινίες, και ειδικά με τους ασθενείς των κλινικών, ο Νικολά Φιλιμπέρ ανέφερε: «Δεν γνωρίζω το ιατρικό ιστορικό των ανθρώπων. Δεν ξέρω το παραμικρό σχετικά με τη ρουτίνα ή τη φαρμακευτική αγωγή τους. Δεν είμαστε ειδικοί. Καθεμία από αυτές τις ταινίες έχει και ένα ανθρωπιστικό πρόσημο. Μου δίνει τη δυνατότητα να τους γνωρίσω και η σχέση μας συχνά συνεχίζεται και μετά την ολοκλήρωση της ταινίας. Την περσινή χρονιά ήρθε και με βρήκε μια κυρία που συμμετείχε στην ταινία Η χώρα των κωφών (1992), τριάντα χρόνια μετά την προβολή της. Ειδικά στις ψυχιατρικές κλινικές γνωρίζει κανείς ανθρώπους απέναντι στους οποίους δεν μπορεί να μείνει αμέτοχος. Ανθρώπους που σου ηλεκτρίζουν την ύπαρξη. Κάπως έτσι είναι και τα ντοκιμαντέρ. Μια ανοιχτή πόρτα στο αναπάντεχο».

 

 

Εγκαίνια εικαστικής εγκατάστασης LAUREN: Anyone Home? της Λορέν Λι ΜακΚάρθι

 

Τα εγκαίνια της εικαστικής εγκατάστασης Lauren: Anyone Home? της Λόρεν Λι ΜακΚάρθι πραγματοποιήθηκαν το Σάββατο 8 Μαρτίου, στο Momus-Πειραματικό Κέντρο Τεχνών, στο πλαίσιο του 27ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Την εκδήλωση προλόγισαν ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, Άκης Σακελλαρίου, η Γενική Διευθύντρια του Φεστιβάλ, Ελίζ Ζαλαντό, και η επιμελήτρια της έκθεσης, Χριστιάνα Καζάκου. Το έργο απέσπασε το Βραβείο Human AI Art Award.

Το κοινό καλωσόρισε ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, Άκης Σακελλαρίου:

«Η εγκατάσταση Lauren: Anyone Home? είναι μια μοναδική εμπειρία που συνδυάζει την τέχνη και την τεχνολογία ΑΙ, ενώ εντάσσεται και στο μεγάλο αφιέρωμα του Φεστιβάλ στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Στο πλαίσιο του αφιερώματος θα εξετάσουμε διάφορα πρότζεκτ και θα παρακολουθήσουμε συναρπαστικά ντοκιμαντέρ. Κυρίως, όμως, θα μας δοθεί η ευκαιρία να αναρωτηθούμε για τη θέση που καταλαμβάνει η ανθρώπινη διάσταση απέναντι στην Τεχνητή Νοημοσύνη».

Η Γενική Διευθύντρια του Φεστιβάλ, Ελίζ Ζαλαντό, συμπλήρωσε: «Έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε αυτή τη συναρπαστική διαδραστική έκθεση, η οποία συνδέει την τέχνη με την Τεχνητή Νοημοσύνη και καταλαμβάνει κεντρική θέση στο μεγάλο αφιέρωμα της 27ης διοργάνωσης στο ΑΙ. Στο πλαίσιο αυτού του αφιερώματος έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε ένα συναρπαστικό masterclass και να δούμε ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους σχετικές με το ΑΙ, ενώ η ειδική έκδοση του Φεστιβάλ αλλά και το αγαπημένο περιοδικό Πρώτο Πλάνο είναι αφιερωμένα στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Όλες οι δράσεις του αφιερώματος και η παρούσα εικαστική εγκατάσταση έχουν σκοπό να επανεξετάσουν τη σχέση της ανθρωπότητας με την Τεχνητή Νοημοσύνη».

 

 LAUREN / Anyone Home?

 

Στη συνέχεια, τον λόγο πήρε η επιμελήτρια της έκθεσης Χριστιάνα Καζάκου, η οποία έκανε μια σύντομη περιγραφή του βραβείου Human AI Art Award:

«Το βραβείο αυτό δόθηκε για πρώτη φορά με σκοπό να αναδείξει το πώς η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει την αντίληψή μας και τη δημιουργικότητά μας, και κατ’ επέκταση την ικανότητά μας να δημιουργήσουμε νέα τεχνολογία. Το έργο Lauren: Anyone Home?, που έχει λάβει αυτό το βραβείο, προσεγγίζει ευρηματικά την Τεχνητή Νοημοσύνη και στο πλαίσιο αυτό παρουσιάζουμε την εγκατάστασή του στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Η καλλιτέχνιδα εξετάζει τις κοινωνικές σχέσεις μέσω της αυτοματοποίησης, της παρακολούθησης μέσω ηλεκτρονικών συσκευών και της αλγοριθμικής ζωής. Η Λόρεν Λι ΜακΚάρθι διδάσκει Σχέδιο, ΜΜΕ και Τέχνες στο UCLA. Έχει προπτυχιακές σπουδές στις Ηλεκτρονικές Επιστήμες από το UCLA και στις Τέχνες και το Σχέδιο από το MIT στη Βοστώνη, καθώς και μεταπτυχιακές σπουδές στο UCLA στις Καλές Τέχνες.

Το Lauren: Anyone Home? συνδυάζει τους διαφορετικούς τομείς των σπουδών της. Στην εγκατάσταση η καλλιτέχνιδα παρακολουθεί ως μια ανθρώπινη Alexa τα σπίτια των συμμετεχόντων μέσα από έξυπνες συσκευές. Μικρόφωνα και κάμερες μετατρέπουν τον χώρο σε ένα πλήρως συνδεδεμένο, έξυπνο σπίτι. Σε αντίθεση με τις συνηθισμένες τεχνολογίες έξυπνου σπιτιού, το Lauren: Anyone Home? εστιάζει στην ανθρώπινη παρουσία. Ισορροπεί ανάμεσα στην οικειότητα και την ιδιωτικότητα, ενώ αναρωτιέται για το μέλλον της ανθρώπινης εργασίας, σε έναν κόσμο που αυτοματοποιείται ολοένα και περισσότερο», σημείωσε η Χριστιάνα Καζάκου.

Στο σημείο εκείνο έγινε διαδικτυακή σύνδεση με τη Λόρεν Λι ΜακΚάρθι, η οποία ανέλυσε το έργο της αλλά και την πηγή της έμπνευσής της:

«Το πρότζεκτ ξεκίνησε το 2017 όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά η Alexa ως τεχνολογία και ξεκίνησα να τοποθετώ ηλεκτρονικές συσκευές σε σπίτια ανθρώπων που δήλωσαν συμμετοχή. Τι σημαίνει να βάζεις AI σε χώρους οικειότητας; Πώς συμπεριφερόμαστε σε αυτούς τους χώρους; Ουσιαστικά έμπαινα σε προσωπικούς χώρους παρακολουθώντας την καθημερινότητά των ανθρώπων μέσω των ηλεκτρονικών συσκευών. Παρακολουθούσα την κάθε τους κίνηση μέσα στο σπίτι τους, να ποτίζουν τα λουλούδια, να διαβάζουν: οποιαδήποτε δραστηριότητα κάνει κάποιος στον οικείο χώρο του. Ωστόσο, εμείς κάνουμε κάτι καλύτερο από την Alexa: εστιάζουμε στο ανθρωπιστικό στοιχείο», τόνισε η καλλιτέχνις.

Στη συνέχεια, διευκρίνισε τις διαφορές ανάμεσα στην εγκατάσταση που παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη και εκείνη που είχε αρχικά: «Η εκδοχή της εγκατάστασης που παρουσιάζεται τώρα στο Momus-Πειραματικό Κέντρο Τεχνών είναι καινούρια, ενώ η παλιά ήταν διαθέσιμη στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Βόννης στη Γερμανία. Σε αυτή την εκδοχή άλλαξε η διάδραση, η οποία γίνεται σε έναν φυσικό χώρο, καθώς επίσης και η σχέση κοινού και καλλιτέχνιδος. Μέσω του συστήματος Lauren: Anyone Home?, προκαλώ τη σχέση μας με την τεχνολογία σε: έχοντας έναν performer στον πίσω χώρο της εγκατάστασης, δίνω τη δυνατότητα μιας διαφορετικής εμπειρίας. Έχει δημιουργηθεί ένα φουτουριστικό σπίτι όπου η διάδραση παίρνει έναν άλλο ρόλο. Τίθενται ερωτήματα γύρω από την τεχνολογία: ποιος την καθοδηγεί και τι μπορεί να θελήσουμε από αυτή στο μέλλον;», αναρωτήθηκε η καλλιτέχνιδα.

«Είναι τιμή μου να παρουσιάζω το έργο μου στη Γερμανία και στην Ελλάδα. Και είναι επίσης πολύ ενδιαφέρον να βλέπω πώς το κοινό αλληλεπιδρά με την εγκατάσταση σε διαφορετικές χώρες. Είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ με τοπικούς performers και να δω πώς ενσαρκώνουν τον ρόλο ενός ανθρώπινου ΑI. Ο τρόπος με τον οποίο ενσωματώνουν τον χαρακτήρα τους στον ρόλο αλλάζει ολόκληρο το έργο. Στην ουσία δεν δίνουν παράσταση μόνο ως Lauren, αλλά ως ένας ανθρωπόμορφος ΑΙ βοηθός, ο οποίος διατηρεί την προσωπικότητά του μέσα στο έργο. Όλη αυτή η σύνθεση είναι μια διευρυμένη φαντασία για το ποιος κρύβεται πίσω από το σύστημα του ΑΙ, ενώ προκαλεί ερωτήματα σχετικά με τη συνηθισμένη λειτουργία του αλλά και γύρω από την ταυτότητα αυτού που το καθοδηγεί», προσέθεσε σχετικά.

Όσον αφορά το πώς το ακαδημαϊκό της υπόβαθρο ενσωματώθηκε πρακτικά στην AI, η Λόρεν Λι ΜακΚάρθι ανέφερε: «Σπούδασα Ηλεκτρονικές Επιστήμες και Τέχνες και αυτό μου προκάλεσε ερωτήσεις γύρω από την κοινωνική υπολογιστική. Τα τέσσερα χρόνια που πέρασα στο MIT, αναρωτιόμουν για ποιον σχεδιάζονται αυτά τα συστήματα και επιπλέον πώς μπορούν να δημιουργηθούν. Με ενδιαφέρει πολύ η συμμετοχική παράσταση λόγω της σχέσης που αναπτύσσω με το κοινό και το πώς γίνεται η διάδραση σε διαφορετικά κοινωνικά υπόβαθρα. Σκέφτομαι πως οι παραστάσεις που κάνω μέσω του AI έχουν ενσωματωθεί στην καθημερινή μας ζωή. Με ενδιαφέρουν αυτές οι αλλαγές στο σύστημα, πώς αλληλεπιδρούμε με αυτό, τι συνιστά επιτυχημένη και τι αποτυχημένη επικοινωνία μαζί του. Οι ερωτήσεις που δημιουργούνται τελικά είναι: ποιος χτίζει αυτά τα συστήματα; Ποιες αξίες χρησιμοποιούμε για να τα φτιάξουμε; Τι ρόλο παίζει το φύλο στη δημιουργία τους; Ποια είναι τα όρια τους και τι σημαίνει να είμαστε παρόντες;», κατέληξε η Λόρεν Λι ΜακΚάρθι.

Info: Το installation θα είναι ανοιχτό για το κοινό:
 9-16 Μαρτίου, καθημερινά 10:00- 22:00
Το διαδραστικό μέρος του installation θα είναι ανοιχτό για το κοινό:
-Κυριακή 9 Μαρτίου: 11:00-14:00 και 18:00-21:00
-Δευτέρα 10 έως Παρασκευή 14 Μαρτίου: 18:00-21:00
-Σάββατο και Κυριακή 15 και 16 Μαρτίου: 11:00-14:00 και 18:00-21:00 | Είσοδος ελεύθερη

 

 

Μείνετε συντονισμένοι για όλα τα νέα του 27ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης στη στήλη μας #μετονΠολιτισμό