Γίνεται να διαβάζεις ένα βιβλίο και να βιώνεις την εξής σχιζοφρενική εμπειρία: αφενός να διακρίνεις ότι ο συγγραφέας είναι ένα λαμπρό μυαλό με πληθωρικό ταλέντο και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς ότι αυτό που διαβάζεις είναι μέτρια λογοτεχνία; Όχι απλά γίνεται, αλλά είναι κάτι που παρατηρείται αρκετά συχνά. Πολύ ευφυείς και καλλιεργημένοι συγγραφείς έχουν τη βαθιά ανάγκη να πρωτοτυπήσουν, να ξεχωρίσουν, να προκαλέσουν αναγνώστες και κριτικούς, χωρίς όμως να διαθέτουν ως συγγραφείς το ανάλογο βάθος για να το υποστηρίξουν. Το αποτέλεσμα συνήθως είναι ένα τεκμήριο της πιο συχνής και συνάμα ανώριμης αδυναμίας ενός συγγραφέα: την αμαρτία της ρηχής επιδειξιομανίας. Τα ψήγματα της ευφυίας τους είναι φανερά μεν, αλλά όχι αρκετά για να ισοσκελίσουν τις τρανταχτές αδυναμίες και την ύβρη της αλαζονικής γραφής.
Η Έλεν Ντε Γουίτ είναι πολύ ανορθόδοξη περίπτωση συγγραφέα καθώς και ένα αναμφίβολα λαμπρό μυαλό. Δεν έχει παρά να ρίξει κάποιος μια ματιά στο βιογραφικό της: κόρη διπλωματών μεγάλωσε σε πολλά και διαφορετικά μέρη του κόσμου, σπούδασε κλασική φιλολογία στην Οξφόρδη από όπου και πήρε το διδακτορικό της, και μιλάει πολλές σύγχρονες όσο και κλασικές γλώσσες, από αρχαία Ελληνικά και Λατινικά μέχρι Γαλλικά, Γερμανικά και Ιαπωνικά.
Η μεγάλη της επιτυχία ήρθε πριν από εικοσιπέντε χρόνια με το μυθιστόρημα Ο Τελευταίος Σαμουράι, όμως η ίδια δεν κατάφερε να εκδώσει δεύτερο βιβλίο για μία δεκαετία, έχοντας αφενός απογοητευτεί από την εμπειρία της με τους εκδότες και αφετέρου περάσει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα που την οδήγησαν σε απόπειρα αυτοκτονίας και νοσηλεία σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Μερικά χρόνια αργότερα δημοσίευσε ένα πειραματικό βιβλίο της σε μορφή pdf στην ιστοσελίδα της επιτρέποντας σε όλους να το διαβάσουν δωρεάν και αν τους αρέσει να δωρίσουν ένα χρηματικό ποσό.

Ο τελευταίος σαμουράι αποθεώθηκε από πολλούς κριτικούς και πούλησε εκατό χιλιάδες αντίτυπα, αλλά κατά τη γνώμη μου ανήκει ακριβώς σε αυτό το είδος της επιδεικτικής γραφής που χαρακτηρίζεται περισσότερο από εξυπνακισμούς παρά από το βάθος ειλικρινών συναισθημάτων. Είναι η ενδιαφέρουσα ιστορία μιας νεαρής Αμερικανίδας που μεγαλώνει μόνη της τον γιο της στο Λονδίνο (ο οποίος είναι σπάνια ιδιοφυία) χρησιμοποιώντας ένα ιδιαίτερο τρόπο εκπαίδευσης, ενώ περνάνε τις περισσότερες μέρες του χειμώνα στο μετρό αφού δεν έχουν χρήματα για θέρμανση στο διαμέρισμά τους. Ο μικρός δεν γνωρίζει τίποτα για τον πατέρα του και η μητέρα του, έστω κι αν δεν θέλει, του αποκαλύπτει επιλεκτικά λιγοστές πληροφορίες σαν επιβράβευση για τη διαρκή του μόρφωση στις γλώσσες (ελληνικά, ιαπωνικά κλπ). Είναι συνεπώς ένα βιβλίο τόσο για την έννοια της ίδιας της γλώσσας και της εναλλακτικής παιδείας, όσο και για την ανορθόδοξη παιδική ηλικία. Όμως είναι και ένα βιβλίο που κυνηγάει τον εύκολο εντυπωσιασμό παρά την πραγματική καινοτομία με διάφορα κόλπα, (κεφάλαια που αποτελούνται μόνο από αριθμούς ή την επανάληψη της ίδιας λέξης κλπ). Τα λέω όλα αυτά γιατί η νουβέλα της Οι Άγγλοι καταλαβαίνουν το μαλλί είναι εν πολλοίς ένας αντεστραμμένος καθρέφτης του Τελευταίου Σαμουράι. Όμως εδώ το αποτέλεσμα είναι καλύτερο.
Και σε αυτή την περίπτωση λοιπόν έχουμε να κάνουμε με μία εντελώς ανορθόδοξη παιδική ηλικία ενός επίσης πολύ ευφυούς παιδιού (κοριτσιού αυτή τη φορά, της Μαργκερίτ, η οποία και αφηγείται την ιστορία σε πρώτο πρόσωπο), η οποία όμως δεν χαρακτηρίζεται από ανέχεια αλλά από τουίντ υφάσματα σε ράφτες στο Λονδίνο, εκλεκτά τυριά στο Παρίσι, ιδιωτικές σουίτες σε πολυτελή ξενοδοχεία, μαθήματα Μπαχ στο πιάνο και υπηρέτες σε βίλα στο Μαρακές. Δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες της πλοκής και άρα να αναλύσω ουσιαστικά τη νουβέλα, καθώς θα έπρεπε να αποκαλύψω την ανατροπή που λαμβάνει χώρα στα μέσα του βιβλίου και άρα να στερήσω από τον αναγνώστη την αναγνωστική απόλαυση. Όμως αυτό που μπορώ να πω είναι ότι η μικρή φόρμα εδώ λειτουργεί προς όφελος της ντε Γουίτ και συντελεί σε μια πιο σφιχτή, οικονομική και άρα αποτελεσματική ιστορία, έστω και αν δεν φαντάζει καθόλου ρεαλιστική αλλά περισσότερο φέρνει στο μυαλό ένα στιλιζαρισμένο ύφος που θυμίζει ελαφρά τις ταινίες του Γουές Άντερσον (θα ήταν καλή ιδέα, είναι αλήθεια, η μεταφορά της εν λόγω νουβέλας από τον Άντερσον, τα στιλ τους ταιριάζουν).
Οι βασικές «εμμονές»της ντε Γουίτ είναι παραπάνω από εμφανείς: η έννοια της αντισυμβατικής διαπαιδαγώγησης, η αυτονομία του συγγραφέα απέναντι σε ένα αδηφάγο εκδοτικό σύστημα που επιθυμεί να του ρουφήξει το αίμα, οι δυνατότητες της γλώσσας. Είναι μια μικρή σε έκταση νουβέλα, με σύντομα κεφάλαια και μια ιδιόρρυθμη όσο και ενδιαφέρουσα ιστορία, με αποτέλεσμα να διαβάζεται πανεύκολα σε ένα κάθισμα. Δεν είναι ρεαλιστικό να ισχυριστεί κάποιος ότι είναι ένα σημαντικό έργο, είναι όμως λογικό να το χαρακτηρίσουμε ως μια αναγνωστική λιχουδιά από μια ευφυέστατη συγγραφέα. Τι καλύτερο για τις γιορτές;
