Τρεις άντρες διανυκτερεύουν επί 5 μέρες μπροστά στο γκισέ ενός γηπέδου, καθένας για τους δικούς του λόγους. Αυτό όμως που τους ενώνει δυστυχώς δεν είναι μόνον ο φανατισμός και το ποδόσφαιρο, αλλά και η ανεργία που ο ένας κρύβει από τον άλλον. Δυστυχώς, σε πολύ οικείες καταστάσεις στην Ελλάδα, μας οδηγεί το έργο του Ισπανού Μάξι Ροντρίγκεθ, μια τρελή κωμωδία που καταφέρνει στο τέλος να μας παγώσει το γέλιο και τις καρδιές.

Επιτέλους, το ποδόσφαιρο στη σκηνή. Το ισπανικό θέατρο πετάει τις παρωπίδες, ξεφεύγει από τη μουχλιασμένη του ατμόσφαιρα, παρακάμπτει την παράλογη καχυποψία και κάνει ανάλυση ούρων σε αυτή την πολύπλοκη κοινωνία.
Με αφετηρία το ναό της ματαιοδοξίας που είναι κάθε γήπεδο ποδοσφαίρου και με σημείο αναφοράς τρεις χαρακτήρες που συγχέουν το σημαντικό με το δευτερεύον, ο Μάξι Ροντρίγκεθ θέτει όλη την κριτική του ικανότητα στην υπηρεσία ενός φρέσκου έργου. Ο συγγραφέας βγάζει το θέατρο στο δρόμο για να συλλογιστεί τι μας συμβαίνει. Επιλέγει το ποδόσφαιρο ως αφορμή, γιατί γνωρίζει ότι το πάθος απογυμνώνει τον άνθρωπο, τον κάνει ειλικρινή, κι αν τα συμπεράσματα που προκύπτουν είναι ολέθρια, οφείλεται στο γεγονός ότι η σημερινή πραγματικότητα δεν προσφέρεται για κάτι άλλο.

Ο Βεράνιο, ο Τονίτο και ο Αμάνθιο είναι οικείοι, γκροτέσκοι και τρυφεροί χαρακτήρες που φτάνουν μοιραία στην ουσία των πραγμάτων. Και οι τρεις θέλουν να ξεφύγουν από μια απογοητευτική πραγματικότητα και πνίγουν την πικρία τους στο ποδόσφαιρο, ίσως γιατί δεν πιστεύουν σε τίποτα πια, ούτε νιώθουν κάτι να τους αντιπροσωπεύει. Το ποδόσφαιρο που είναι μια καλή δικαιολογία για να ξεφύγει κανείς από το σοβαρό, μετατρέπεται έτσι σε κάτι ουσιώδες για εκείνους που αρχίζουν να χάνουν την ελπίδα και καταλήγουν να χάνουν το δρόμο τους. Μέσα σ’ αυτήν τη στρεβλή λογική, η τηλεόραση, υπεύθυνη για μια τραγική διαδικασία αποβλάκωσης, ανάγεται στο μοναδικό θεό που δίνει νόημα στη ζωή τους.
 
Το «Οέ, οέ, οέ!» προδιαθέτει με τον τίτλο του για μια ψεύτικη χαρά· όλο το έργο είναι εμποτισμένο με ένα χιούμορ που σε πρώτο χρόνο γαργαλάει, σε δεύτερο όμως γρατζουνάει. Ο Βιτόριο Γκάσμαν δήλωσε κάποτε ότι «το θέατρο είναι σαν ένας ποδοσφαιρικός αγώνας, γιατί είναι απελευθερωτικό, σε κάνει να ιδρώνεις και προσφέρει ερωτική ευτυχία»· από το δικό μου μετερίζι, εκείνο του ποδοσφαιριστή, πίστευα πως όλοι οι ποδοσφαιρικοί αγώνες είναι σαν μια θεατρική παράσταση όπου κανείς δεν ξέρει πώς θα εξελιχθεί. Φράσεις όπως «ο ποδοσφαιριστής είναι ένας ηθοποιός χωρίς κείμενο», «κάθε γκολ είναι το τέλος μιας πράξης» ή ο «φόβος της σκηνής» δεν είναι παρά απλοϊκές προσπάθειες να βρεθεί ο κοινός παρανομαστής ανάμεσα σε δυο θεάματα που αξίζει να έρθουν σε επαφή. Ο Μάξι Ροντρίγκεθ στέλνει ένα ακόμα συμφιλιωτικό μήνυμα, ενώ η κριτική που φιγουράρει στο φόντο σε καμιά περίπτωση δεν το αλλοιώνει.
 
Η κουλτούρα καταδύεται στον κόσμο του ποδοσφαίρου για να έρθει σε επαφή με το λαϊκό, για να γνωρίσει τον απλό κόσμο και να στοχαστεί για (και με αφετηρία) το πιο καθημερινό μας πάθος. Επιτέλους το ποδόσφαιρο ανεβαίνει στη σκηνή: Οέ, οέ, οέ, οέ.

Οι Ηλίθιοι
The flick skrow