
Η Ορέστεια του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Τερζόπουλου, επιστρέφει φέτος στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου για δεύτερη χρονιά (22 & 23 Αυγούστου) κλείνοντας τον επιδαύριο κύκλο του επετειακού Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου με τη ΔΕΗ μεγάλο χορηγό. Πρόκειται για την πρώτη συνεργασία του Εθνικού Θεάτρου με τον διεθνώς αναγνωρισμένο σκηνοθέτη, μια παράσταση που ήδη έχει ταξιδέψει σε Ελλάδα, Κύπρο, Ιταλία και Κίνα, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές.
Στον ρόλο του Ορέστη συναντάμε τον Κωνσταντίνο Ζωγράφο, έναν νέο ηθοποιό που γνωρίζει από κοντά την αυστηρή αλλά απελευθερωτική μέθοδο του Τερζόπουλου. Όπως μας είπε στην πρόσφατη κουβέντα μας, η συνεργασία τους γεννήθηκε τον Ιούνιο του 2023, όταν ο σκηνοθέτης αναζητούσε νέους ηθοποιούς για την Ορέστεια. «Ήταν μια συγκυρία που δεν θα μπορούσε να είναι πιο κατάλληλη», θυμάται. Για τον ίδιο, η παράσταση αποτελεί όχι μόνο μια καλλιτεχνική επιτυχία αλλά και το ώριμο όραμα ενός δημιουργού που άφησε το έργο να ζυμωθεί μέσα του για χρόνια, μέχρι να έρθει η σωστή στιγμή.
Ο ηθοποιός μιλά για τον Ορέστη ως τον «πρόγονο του Άμλετ, ανέτοιμο για την πράξη», για το πώς δούλεψε με τις λέξεις πριν ακόμα βρεθεί στην πρώτη πρόβα, για την απελευθέρωση που προσφέρει η σωματική μέθοδος του Τερζόπουλου, αλλά και για τη μοναδική εμπειρία να στέκεσαι στην Επίδαυρο μπροστά σε 10.000 θεατές που κρατούν την ανάσα τους ταυτόχρονα. Η Ορέστεια, όπως τονίζει, μας αφορά ακόμα σήμερα γιατί θέτει ανοιχτά τα μεγάλα πολιτικά και οντολογικά ερωτήματα του ανθρώπου – για τη φύση της ενοχής, τα όρια της εξουσίας, τους μηχανισμούς καταστολής και υπέρβασης.

Πώς γεννήθηκε η συνεργασία σου με τον Θεόδωρο Τερζόπουλο και τι σηματοδότησε για εσένα;
Τον συνάντησα πρώτη φορά στο γραφείο του τον Ιούνιο του 2023. Έψαχνε νέους ηθοποιούς για την Ορέστεια, που είχε προγραμματιστεί από το Εθνικό για τον επόμενο χρόνο. Δεν μπορώ να σκεφτώ πιο κατάλληλη συγκυρία. Εγώ είχα ήδη δουλέψει κάποια χρόνια στο θέατρο και έτσι νιώθω ότι ήμουν σε θέση να εκτιμήσω και να αφομοιώσω περισσότερα από τη μέθοδό του, ενώ ο ίδιος καταπιανόταν με ένα έργο που το ετοίμαζε μέσα του χρόνια, όπως μου είπε αργότερα. Ένα έργο που τον αφορούσε, που τον έκαιγε ως καλλιτεχνική αναμέτρηση. Η παράσταση της Ορέστειας, πέρα από την όποια επιτυχία της, έχει για μένα και κάτι αρκετά συγκινητικό: είναι το όραμα ενός σκηνοθέτη που το άφησε μέσα του να ωριμάσει, που δεν το βιάστηκε, αλλά περίμενε υπομονετικά την κατάλληλη στιγμή.
Ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που σου είπε για τον Ορέστη;
Ότι είναι ο πρόγονος του Άμλετ· ανέτοιμος για την πράξη, παλεύει σε όλο το έργο να γίνει ο δολοφόνος.
Ο Ορέστης δεν είναι ούτε μόνο θύτης ούτε μόνο θύμα. Πώς βρήκες την εσωτερική σου διαδρομή;
Το πολύ βοηθητικό με αυτά τα έργα είναι ότι οι ήρωες δεν κρύβουν τις προθέσεις τους, στέκονται στη σκηνή και μας τα λένε όλα. Τις σκέψεις τους, τους φόβους τους, τις επιθυμίες τους. Ακόμα και το συναίσθημά τους, όσο ακραίο κι αν είναι, όσο επώδυνο, προσπαθούν να το περιγράψουν, να το εντοπίσουν πάνω στο σώμα τους, μέσα στο σώμα τους, στα σπλάχνα, του δίνουν χρώμα και σχήμα. Αν σκύψεις όντως πάνω στο κείμενο, μπορείς να ακούσεις πολύ καθαρά την αγωνία των προσώπων, γιατί η δική τους εσωτερική διαδρομή αποτυπώνεται στις λέξεις, άρα και η δική σου διαδρομή εκεί, στις λέξεις πρέπει να σχηματιστεί. Για τον Ορέστη δούλεψα πολύ καιρό με το κείμενο πριν πάω στην πρώτη πρόβα.
Η μέθοδος του Τερζόπουλου είναι σωματική, απαιτητική, σχεδόν τελετουργική. Πώς σε επηρέασε;
Είναι όλα αυτά, όπως ακριβώς τα είπατε. Και είναι τύχη για έναν νέο ηθοποιό να δουλεύει με έναν σκηνοθέτη που έχει σύστημα εργασίας τόσο καλά δομημένο. Γιατί τελικά όσο πιο συγκεκριμένη είναι μία μέθοδος τόσο περισσότερο σε απελευθερώνει, αν την εμπιστευτείς. Εγώ ως ιδιοσυγκρασία δεν αφήνουμε εύκολα στην παρόρμηση, είμαι του ελέγχου, ο οποίος όμως πολλές φορές λειτουργεί σαν αυτολογοκρισία πάνω στη σκηνή. Η μέθοδος με βοήθησε πολύ, ιδιαίτερα σε στιγμές της πρόβας που είχα κουραστεί, που το σώμα είχε χαλαρώσει και είχε αφεθεί στην αναπνοή. Τότε είναι που άκουσα τη φωνή μου να πηγαίνει σε τονισμούς μη συνηθισμένους, που με ξεβόλευαν, κι αυτό είχε τεράστιο ενδιαφέρον.


Πώς ήταν να σταθείς στην Επίδαυρο;
Είναι υπέροχη εμπειρία η Επίδαυρος. Όλος αυτός ο κόσμος απέναντι σου, που με το φως της σκηνής δεν τον βλέπεις, μόνο τον αισθάνεσαι. Ένας γιγάντιος σκοτεινός όγκος μπροστά σου που αναπνέει στη σιωπή και σε κοιτάζει. Και οι στιγμές που όλο αυτό σύνολο ανθρώπων κρατάει την ανάσα του. Αυτό το ευλογημένο σκηνικό δευτερόλεπτο που συντονίζει την άπνοια 10.000 θεατών.
Υπάρχει κάποια στιγμή από την πρεμιέρα που δεν θα ξεχάσεις;
Μία στιγμή από τη φετινή πρεμιέρα μας στη Βουδαπέστη. Μαζί με την Μυρτώ (Ροζάκη) που παίζει φέτος την Ηλέκτρα, ήμασταν οι μόνοι δύο ηθοποιοί του θιάσου, που κάναμε πρεμιέρα με άλλους ρόλους στη φετινή διανομή. Είχα πολλή χαρά, αλλά και αγωνία μαζί. Λίγο πριν αρχίσει η παράσταση, ερχόντουσαν σε ανύποπτο χρόνο ένας ένας οι ηθοποιοί του χορού, που είμαστε πάνω κάτω στην ίδια ηλικία, και ο καθένας με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο με υποδεχότανε στην παράσταση. Λίγο πριν αυτή αρχίσει. Ο καθένας με μια δική του κίνηση τρυφερότητας και υποστήριξης. Άλλος με ένα νεύμα, άλλος με μια αγκαλιά, άλλος με δυο λέξεις, με δυο φράσεις: «ό, τι και να συμβεί, θα είμαστε εκεί μαζί σου». Αυτό κρατώ από την πρεμιέρα. Αυτή την κρυμμένη από τα φώτα της σκηνής αλληλεγγύη, που δεν είναι αυτονόητη και που όταν συμβαίνει δικαιώνει τον κόπο και την αγωνία αυτής της δουλειάς.
Γιατί πιστεύεις ότι η Ορέστεια μας αφορά ακόμα;
Γιατί ο μύθος της κάνει μια βουτιά στον ανεξερεύνητο χώρο των ενστίκτων και των βασικών οντολογικών θεμάτων που από καταβολής κόσμου απασχολούν τον άνθρωπο. Ποια είναι η φύση του θεού και ποια η συμμετοχή του στα ανθρώπινα; Ποια είναι η αρχή της ενοχής, πώς διαιωνίζεται από γενιά σε γενιά, πώς στήνεται ο πολιτισμός, μέσω ποιων μηχανισμών άμυνας, καταστολής, υπέρβασης ή και αυθαιρεσίας; Ποια και πόση νόμιμη βία μετέρχεται η εξουσία προκειμένου να επικρατήσει απέναντι σε όσους διαφωνούν; Πολιτικά και οντολογικά ερωτήματα άλυτα, που μάλιστα εκτίθενται επί σκηνής μέσω μιας πολύ υψηλής ποίησης. Μιας ποίησης που αφομοιώνει πλήρη τον ανθρώπινο πόνο, για να τον σηκώσει με όλο του βάρος και να τον δικαιώσει.

Έχεις περάσει από τη Νομική, τη Φιλολογία και το Θέατρο. Πώς συνυπάρχουν μέσα σου;
Όπως είπατε, έχουν και τρεις να κάνουν με τις λέξεις, με τη γλώσσα. Και γίνονται στην πραγματικότητα ένας κόσμος που τον διατρέχει το μότο: «ο λόγος είναι πράξη». Η νομική έχει τεράστιο ενδιαφέρον, ως επιστήμη, ως τρόπος και δομή σκέψης. Είναι η καθαρή λογική. Με ενδιέφεραν πολύ τα μαθήματα δημοσίου δικαίου, ιδιαίτερα το διεθνές και το συνταγματικό. Όπως επίσης θυμάμαι να διαβάζω μαθήματα φιλοσοφίας δικαίου και να κάνω συνεχώς συνάψεις με τα θεατρικά έργα, με το σύμπαν των σχέσεων που δημιουργούν. Ειδικά στην τραγωδία, αλλά και σε όλη την καλή δραματουργία, όσο περισσότερο διαβάζεις το κείμενο, τόσο συνειδητοποιείς ότι όλα τα πρόσωπα της ιστορίας έχουν δίκιο. Ένα ακόμα πράγμα που κράτησα από τα νομικά είναι η ακρίβεια στη διατύπωση. Ότι κάθε λέξη έχει πάντα ένα αντίκρισμα ζωής. Ένα «και» αν προστεθεί ή αν αφαιρεθεί από μια διάταξη, αλλάζει τα πάντα. Στη Φιλολογία σπούδασα μετά το Εθνικό, ξεκίνησα το 2020 και αποφοίτησα πέρυσι. Από το πρωί μέχρι το απόγευμα έκανα μαθήματα λογοτεχνίας, αρχαίας ελληνικής, λατινικής και νέας, ιστορίας της τέχνης, αφηγηματολογίας, ένας παράδεισος… Και το βράδυ δούλευα στο θέατρο. Συνειδητοποίησα ότι η εμπειρία της πρακτικής δουλειάς στη σκηνή, σε κάνει πιο ευαίσθητο αναγνώστη, πιο υποψιασμένο, εκτιμάς διαφορετικά την τυπωμένη σελίδα.
Πώς διαλέγεις τις δουλειές σου; Τι σε κινεί περισσότερο: το κείμενο, ο σκηνοθέτης, το ρίσκο, η ομάδα, η εποχή;
Θα έλεγα ο σκηνοθέτης, γιατί είναι αυτός που συνήθως σου εξασφαλίζει και όλα τα υπόλοιπα. Τη συνθήκη και το πλαίσιο της δουλειάς, την ομάδα, την πρόταση πάνω στο κείμενο, που είναι πάντα και θέση απέναντι στην εποχή, το ρίσκο και τις δυνατότητες που σου ανοίγει με τον κάθε ρόλο. Είναι για μένα πολύ σημαντικός παράγοντας η επικοινωνία που ο ηθοποιός θα αναπτύξει με τον σκηνοθέτη του. Πόσο θα τον αφουγκραστεί, ώστε να καταλάβει πού το πάει. Και να μπορέσει έτσι να βάλει το κομμάτι της δικής του προσωπικότητας στο όραμα ενός άλλου, για να σφραγίσει εντέλει κάτι που αποτελεί σύνθεση.
Πόσο ταυτίζεσαι με τους ρόλους σου;
Αν προσπαθήσεις να καταλάβεις το πρόσωπο που κάθε φορά υποδύεσαι, και να σκεφτείς την ιστορία του, τις συνθήκες μέσα στις οποίες δρα και αποφασίζει ή δεν αποφασίζει, η ταύτιση έρχεται αβίαστα. Γιατί η ζωή των ανθρώπων λίγο πολύ γύρω από τα ίδια θέματα περιπλέκεται. Η ταύτιση με τον ρόλο, παρά τους διάφορους μύθους που επικρατούν, είναι μια πολύ ευχάριστη διαδικασία για τους ηθοποιούς. Δεν «χάνεις τον εαυτό σου», αλλά τον επενδύεις μέσω της τεχνικής και της φαντασίας σε ένα πρόσωπο που πριν δεν υπήρξε ποτέ και υπάρχει τώρα με τη δική σου φωνή, με το δικό σου σώμα. Στο πρώτο έτος της σχολής, σε κάποιο μάθημα θυμάμαι τον Δημήτρη Ήμελλο να μου λέει μια φράση που μου άνοιξε τη σκέψη σε κάτι πολύ γόνιμο: «ο κόσμος, μου είπε, δεν θα έρθει να δει τον Ορέστη, δεν τον ενδιαφέρει αυτό, θα έρθει να δει τον δικό σου Ορέστη». Με την έννοια ότι αναπόφευκτα, δανείζουμε τη δική μας προσωπικότητα, τη δική μας ευαισθησία στους ρόλους. Η λειτουργία του ηθοποιού κρύβει μέσα της την ηδονή να μιλάει στην πραγματικότητα για τη δική του ζωή, αφηγούμενος τη ζωή ενός άλλου. Να βρίσκει μέσα στα λόγια του ήρωα τα δικά του λόγια. Δεν είναι θέμα αντοχής, αλλά συνείδησης και απόφασης. Σε σχέση με το πόση κατανόηση θα διαθέσει απέναντι σε κάτι που φαντάζει ξένο και με πόση ειλικρίνεια θα σταθεί απέναντι στον εαυτό του.

Τι αναζητάς στο θέατρο τα επόμενα χρόνια; Υπάρχουν πράγματα που έχεις ανάγκη να πεις, και ακόμα δεν έχεις βρει τον τρόπο ή τον τόπο;
Όλα αυτά τα χρόνια το θέατρο μου έχει δώσει πολύ χώρο για αναζήτηση και ωραίες συνεργασίες. Γι’ αυτό και είχα δώσει μια προτεραιότητα σε αυτό. Στο άμεσο μέλλον θέλω να δοκιμαστώ και σε πράγματα, εκτός θεάτρου, που καλλιτεχνικά μέχρι τώρα δεν είχα βρει τον χρόνο να τα κάνω, ενώ με ενδιαφέρουν πολύ.
Info παράστασης:
Εθνικό Θέατρο – Θεόδωρος Τερζόπουλος: Ορέστεια του Αισχύλου | 22/08 έως 23/08/2025 στις 21:00 | Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου – Χορηγός παράστασης ΔΕΗ

