Σαράντα χρόνια μετά το εμβληματικό έργο των Christo και Jeanne-Claude που μετέτρεψε το Pont Neuf σε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα έργα δημόσιας τέχνης του 20ού αιώνα, η ιστορική γέφυρα του Παρισιού αποκτά ξανά μια νέα μορφή.
Από τις 6 έως τις 28 Ιουνίου, ο Γάλλος καλλιτέχνης JR παρουσιάζει το La Caverne du Pont Neuf, μια προσωρινή εγκατάσταση που θα μεταμορφώσει την παλαιότερη γέφυρα της γαλλικής πρωτεύουσας σε ένα τεχνητό βραχώδες τοπίο, προσκαλώντας το κοινό να δει εκ νέου ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σημεία της πόλης.
Το έργο αποτελεί έναν άμεσο φόρο τιμής στο θρυλικό The Pont Neuf Wrapped των Christo και Jeanne-Claude, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1985 και άλλαξε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη σχέση της τέχνης με τον δημόσιο χώρο. Εκεί όπου το ζευγάρι των καλλιτεχνών επέλεξε να καλύψει τη γέφυρα με ύφασμα, αποκαλύπτοντας μέσα από την απόκρυψη νέες αναγνώσεις του μνημείου, ο JR επιλέγει να τη μεταμορφώσει σε μια σπηλιά, δημιουργώντας ένα φανταστικό γεωλογικό τοπίο στην καρδιά της πόλης.



Η ιδέα του La Caverne du Pont Neuf γεννήθηκε από μια λιγότερο γνωστή πτυχή της ιστορίας της γέφυρας. Ο JR στράφηκε στα λατομεία από τα οποία εξορύχθηκε ο ασβεστόλιθος που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή της, αλλά και για μεγάλο μέρος των εμβληματικών κτηρίων του Παρισιού. Με αυτόν τον τρόπο, η εγκατάσταση επιχειρεί μια συμβολική επιστροφή στις απαρχές της πόλης, φέρνοντας στο προσκήνιο το υλικό από το οποίο γεννήθηκε η αρχιτεκτονική της ταυτότητα.
Η επιλογή της σπηλιάς δεν είναι τυχαία. Η ακατέργαστη πέτρα, οι βραχώδεις σχηματισμοί και η αίσθηση ενός πρωτογενούς τοπίου έρχονται σε διάλογο με την κομψότητα και την αστική φινέτσα που χαρακτηρίζουν το Παρίσι. Το έργο δημιουργεί έτσι μια συνάντηση ανάμεσα στο φυσικό και το κατασκευασμένο, στο παρελθόν και το παρόν, στην προέλευση και τη σύγχρονη ζωή της πόλης.
Η Pont Neuf, παρά το όνομά της που σημαίνει «Νέα Γέφυρα», είναι η παλαιότερη γέφυρα του Παρισιού. Ολοκληρώθηκε το 1607 και αποτέλεσε ένα αρχιτεκτονικό επίτευγμα της εποχής του. Ήταν η πρώτη γέφυρα της πόλης που κατασκευάστηκε εξ ολοκλήρου από πέτρα, χωρίς ξύλινα στοιχεία, αλλά και η πρώτη που διέθετε πλακόστρωτα πεζοδρόμια, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση της δημόσιας ζωής και της καθημερινής κίνησης των Παριζιάνων. Τέσσερις αιώνες αργότερα εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τοπόσημα της γαλλικής πρωτεύουσας.


«Το όραμά μου για αυτό το έργο έχει τις ρίζες του τόσο στο παρελθόν όσο και στο παρόν αυτής της εμβληματικής γέφυρας», σημειώνει ο JR. «Θαυμάζω την κληρονομιά των Christo και Jeanne-Claude και συμμερίζομαι την ιδέα τους ότι η αποστολή της τέχνης είναι να μας κάνει να σκεφτόμαστε, να αμφισβητούμε όσα θεωρούμε οικεία. Η συζήτηση που μπορεί να προκαλέσει ένα έργο δημόσιας τέχνης έχει την ίδια αξία με την υλοποίησή του. Η τέχνη είναι μια μεταμόρφωση, ένας τρόπος να ανανεώνουμε το βλέμμα μας πάνω στον κόσμο που μας περιβάλλει. Μέσα από το όνειρο του La Caverne du Pont Neuf, αυτό είναι που ελπίζω να συμβεί στο Παρίσι».
Η εγκατάσταση θα παραμείνει ανοιχτή στο κοινό για τρεις εβδομάδες, με ελεύθερη πρόσβαση όλο το εικοσιτετράωρο. Θα μπορεί κανείς να τη δει από τις όχθες του Σηκουάνα, τις γύρω γέφυρες, τις προκυμαίες αλλά και από το ποτάμι, μέσα από τα δρομολόγια των ποταμόπλοιων και των κρουαζιέρων που διασχίζουν το ιστορικό κέντρο του Παρισιού.
Όπως και τα περισσότερα έργα των Christo και Jeanne-Claude, έτσι και το νέο εγχείρημα του JR χρηματοδοτείται αποκλειστικά από ιδιωτικές χορηγίες και από την πώληση έργων του καλλιτέχνη, χωρίς καμία κρατική επιχορήγηση. Η επιλογή αυτή διατηρεί ζωντανή μια παράδοση καλλιτεχνικής ανεξαρτησίας που συνδέει άμεσα το έργο του JR με εκείνο των δημιουργών που τιμά.
Το La Caverne du Pont Neuf αποκτά όμως μια επιπλέον διάσταση: για πρώτη φορά στην καλλιτεχνική του πρακτική, ο JR ενσωματώνει συστηματικά την όσφρηση ως μέρος της εμπειρίας του έργου. Σε συνεργασία με τη δημοσιογράφο και συγγραφέα Sarah Bouasse, η οποία επιμελείται την οσφρητική διάσταση της εγκατάστασης, και τον οίκο αρωμάτων Odore Scola, η ατμόσφαιρα της «σπηλιάς» αποκτά το δικό της αρωματικό αποτύπωμα.

Η Sarah Bouasse περιγράφει τη σπηλιά ως έναν τόπο που συνδέει τη γεωλογική πραγματικότητα με την ιδέα της επιστροφής στις απαρχές της ζωής. Με αυτό το σκεπτικό, η οσφρητική εμπειρία βασίζεται σε μόρια αρωμάτων που υπάρχουν στη φύση και συνδέονται με τις πρώτες μορφές ζωής πάνω στη Γη. Η όσφρηση γίνεται έτσι ένα ακόμη μέσο αφήγησης, ένα ακόμη επίπεδο ανάγνωσης του έργου.
Την υλοποίηση αυτής της εμπειρίας ανέλαβε ο οίκος Odore Scola, μέσα από τα εργαστήρια του Πανεπιστημίου του Μονπελιέ. Οι δημιουργοί του σχεδίασαν δύο διαφορετικές οσφρητικές συνθέσεις, οι οποίες διαχέονται σε διαφορετικά σημεία της εγκατάστασης και συνοδεύουν την πορεία του επισκέπτη. Όπως εξηγούν οι ίδιοι, οι μυρωδιές σχεδιάστηκαν ώστε να ενσωματώνονται οργανικά στο περιβάλλον της εγκατάστασης, δημιουργώντας την αίσθηση ότι αναδύονται φυσικά από το εσωτερικό της σπηλιάς. Το αποτέλεσμα είναι μια εμπειρία όπου εικόνα, υλικότητα, ήχος, κίνηση και όσφρηση συνυπάρχουν και αλληλοσυμπληρώνονται.
Σε μια εποχή όπου τα μουσεία και οι καλλιτεχνικοί οργανισμοί αναζητούν νέους τρόπους σύνδεσης με το κοινό, το La Caverne du Pont Neuf προτείνει έναν διαφορετικό τρόπο θέασης και βίωσης ενός έργου τέχνης. Για λίγες μόνο εβδομάδες, το αρχαιότερο γεφύρι του Παρισιού μετατρέπεται σε έναν τόπο εξερεύνησης, μνήμης και αισθήσεων, συνεχίζοντας τον διάλογο που άνοιξαν οι Christo και Jeanne-Claude πριν από σαράντα χρόνια και δίνοντάς του μια νέα, σύγχρονη μορφή.






