Πέντε χρόνια μετά την «Ευτυχία», ο Άγγελος Φραντζής επιστρέφει με την έβδομη μεγάλου μήκους ταινία του. «Ο Νόμος του Μέρφυ» έκανε την πρεμιέρα του την Τρίτη 5 Νοεμβρίου το βράδυ στο 65ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, με την υποστήριξη της ΔΕΗ και θα αρχίσει να προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 21 Νοεμβρίου. Μέχρι τότε ακολουθεί μια πρόγευση με μια συνέντευξη που είχαμε τη χαρά να πάρουμε απ’ τον σκηνοθέτη:

 

Να ξεκινήσω με κάτι που λέγεται μέσα στην ταινία. Το πόσο δύσκολο μας είναι να λέμε μπράβο. Οπότε από μένα μπράβο – και το εννοώ.

Σε ευχαριστώ πολύ. 

Με την ευκαιρία, πιστεύεις όντως ότι αυτό είναι ένα γνώρισμα της εποχής; Δυσκολευόμαστε στο μπράβο;

Ναι, νομίζω ότι δεν είμαστε γενναιόδωροι με το μπράβο γενικά. Και το βλέπω αυτό πολύ συχνά σε πολύ κόσμο, τόσο ως προς την τέχνη, όσο και ως προς την ίδια τη ζωή. Νομίζω δηλαδή ότι έτσι κι αλλιώς τα πράγματα λειτουργούν μέσα από την ενθάρρυνση. Μόνο έτσι μπορούν να λειτουργήσουν. Και είναι ένα μπράβο που αν δεν το πεις στον άλλον, δεν θα μπορέσεις ποτέ να το πεις και στον εαυτό σου.

Κι αυτό πιστεύεις έχει να κάνει με κάποιου είδους ζήλια; Βλέπουμε ανταγωνιστικά τους άλλους;

Ξέρεις όλα αυτά καταλήγουν να γίνουν γενικεύσεις και με τις γενικεύσεις προφανώς απομακρύνεσαι πολύ απ’ την αλήθεια. Νιώθω όμως ότι αυτή η έλλειψη γενναιοδωρίας στους ανθρώπους υπάρχει επειδή δεν είναι γενναιόδωροι με τον ίδιο τους τον εαυτό.

 

 

Μπορείς να κάνεις με δυο δικά σου λόγια τη σύνοψη του «Νόμου του Μέρφυ»;

Είναι η ιστορία μιας γυναίκας που φτάνει στα σαράντα της, έχει τα γενέθλιά της και τίποτα δεν πάει καλά στη ζωή της: από τις σχέσεις της μέχρι την επαγγελματική της ζωή, μέχρι ένα ακόμα θέμα που την απασχολεί πολύ και είναι η μητρότητα. Είναι μπερδεμένη, είναι σε σύγχυση, προσπαθεί να βρει πράγματα για τον εαυτό της – και προσπαθεί πάρα πολύ. Πάνω σε αυτό το μπαράζ των κακοτυχιών της όμως, έχει ένα ατύχημα που θα την ταξιδέψει σε έναν κόσμο όπου θα κληθεί να παίξει όλους τους ρόλους που δεν είχε την ευκαιρία να παίξει ποτέ στη ζωή της, τους ρόλους που θα είχε παίξει αν είχε κάνει διαφορετικές επιλογές στο παρελθόν. Και μέσω αυτού θα πρέπει να ανακαλύψει ποια είναι. Αυτό είναι το όλο στοίχημα.

Οπότε, χαριτολογώντας ή σοβαρολογώντας, μπορούμε να πούμε ότι έχουμε εδώ μια ελληνική multiverse ταινία;

Αυτό το θέμα με το multiverse η ταινία το αντιμετωπίζει πολύ σκωπτικά. Δηλαδή η ηρωίδα λέει «Τι είμαι, ο Σπάιντερμαν;». Και το αντιμετωπίζει σκωπτικά γιατί όντως είναι πια ένας κοινός τόπος που τον έχουμε δει τόσο πολύ στο σινεμά. Παρόλα αυτά υπάρχει μια περιοχή εκεί που εμένα με ενδιαφέρει πολύ και έχει να κάνει με το τι είναι η πραγματικότητα. Και είναι κάτι που από πολύ παλιά με απασχολεί και ως άνθρωπο και στις ταινίες μου και γενικότερα. Αυτό το παιχνίδι με την πραγματικότητα, του τι σημαίνει πραγματικότητα, κατά πόσο είναι φτιαγμένη απ’ την ίδια τη συνείδησή μας, τι λέει η φυσιολογία μας η οποία είναι ελλιπής και κατανοεί ένα πολύ μικρό μέρος του κόσμου, ερμηνεύοντάς τον με βάση τις αισθήσεις που είναι έτσι κι αλλιώς ελλιπείς. Όλο αυτό το ζήτημα των πραγματικοτήτων και του τι είναι πραγματικό, εμένα με ενδιαφέρει πολύ, τόσο από άποψη φυσική όσο και από άποψη μεταφυσική. Οπότε ήταν μια ωραία περιοχή για να αποκαλύψει ουσιαστικά όλα αυτά που κρύβει μέσα του ο ψυχισμός της ηρωίδας. 

 

 

Μίλησε μου λίγο για το σενάριο. Πώς φτιάχτηκε, ποια ήταν η διαδικασία; Το δουλέψατε τρεις άνθρωποι μαζί. Η αρχική ιδέα φαντάζομαι ήταν δικιά σου;

Ξεκίνησε από μια δικιά μου ιδέα, που πήρε όμως πολλές μορφές μέχρι να καταλήξει στο συγκεκριμένο σενάριο. Κι αυτό είναι κάτι που μου συμβαίνει γενικά στις ταινίες μου: μπορώ να γράψω τέσσερα, πέντε, έξι διαφορετικά ντραφτ, που το καθένα να πηγαίνει πραγματικά πολύ αλλού την ιστορία, κρατώντας όμως όλα έναν πυρήνα πολύ κοινό. Προσπαθώ έτσι να δω κάπως πολυπρισματικά το τι είναι αυτό που εν τέλει ταιριάζει, ποια φόρμα είναι που ταιριάζει πιο πολύ στην ταινία. Οπότε αυτή η μορφή που πήρε τώρα η ταινία, που ήταν μια πραγματικά υπέροχη συλλογική συνεργασία που είχαμε με τον Κωστή τον Σαμαρά και την Κατερίνα την Μπέη …

Σε διακόπτω, φαίνεται έργο ομοιογενές σεναριακά, δεν είναι ότι λες εδώ έχει γράψει ένας άνθρωπος, εδώ ένας άλλος.

Ναι, βέβαια, δουλεύαμε πάρα πολύ μαζί. Υπήρχαν και κάποια κομμάτια που έγραφε ο καθένας μόνος του, αλλά μετά τα ξαναφιλτράραμε όλοι μαζί. Και ήταν πολύ γόνιμο… Έχω δουλέψει πολλές φορές με συν-σεναριογράφο, αλλά ήταν η πρώτη φορά που συνεργάστηκα με άλλους δύο ανθρώπους. Ήταν μια πολύ ωραία ισορροπία, γιατί είμαστε κι οι τρεις πολύ διαφορετικοί, φέρναμε διαφορετικά πράγματα, αλλά είχαμε στο μυαλό μας την ίδια ταινία. Οπότε κάπως η ταινία βρήκε τον δρόμο της το περσινό καλοκαίρι, όπου κι εγώ ήμουν σε μια προσωπική φάση αρκετά δύσκολη, μετά από έναν μεγάλο χωρισμό, πολλούς θανάτους γύρω μου, κι αυτό ήταν κάτι το οποίο με ώθησε να το πάω ακόμα πιο πολύ στην κωμωδία. Το πρότζεκτ είχε απ’ την αρχή χιούμορ δηλαδή, αλλά με ώθησε να να το πάω πολύ περισσότερο προς τα εκεί. Η ταινία μιλάει άλλωστε για πολύ σοβαρά θέματα και είναι νομίζω πολύ ενδιαφέρον να τα αντιμετωπίσεις χωρίς καμία σοβαροφάνεια, να αντιμετωπίσεις την ελαφρότητα ενός θέματος που είναι από μόνο του πολύ βαρύ, όπως είναι ο θάνατος ή όλη αυτή η υπαρξιακή αναζήτηση.

Και κατά τη γνώμη μου είναι πολύ στα υπέρ της ταινίας η πιο κωμική της προσέγγιση και ότι δεν αφήνει το βάρος να την καπελώσει.

Ναι, βρίσκω πολύ πιο ενδιαφέρον να μιλήσεις με πολύ σοβαρότητα για ένα πολύ απλό πράγμα, παρά για κάτι τόσο βαρύ. Αλλά είναι και λίγο και σε τι φάση είναι ο καθένας. Ήμουν σε μια φάση της ζωής μου που ήθελα να δω τα πράγματα απ’ τη μεριά της κωμωδίας κι όχι του δράματος. Κι επειδή είμαι και φανατικός λάτρης των screwball comedies της δεκαετίας του 1930, με ιντρίγκαρε φοβερά να το δουλέψω προς αυτή την κατεύθυνση.

 

 

Νομίζω φαίνεται πολύ αυτό και στους διαλόγους και τις ατάκες. 

Αλλά και ερμηνευτικά προσπαθήσαμε να το πάμε προς τα εκεί. Να έχει το ρυθμό που έχουν τα screwball. Mε την Κάτια Γκουλιώνη που πρωταγωνιστεί κάναμε πολλή δουλειά με αναφορές σε ταινίες του Λιούμπιτς, του Κάπρα, του Χοκς. Η Κάτια έκανε πολλή μελέτη πάνω στον Κάρι Γκραντ και την κινησιολογία του και είναι πράγματα που αγαπάμε και οι δύο πάρα πολύ.

Κι αφού το έφερε η κουβέντα, νομίζω της δίνεις τη δυνατότητα να παίξει πολλά διαφορετικά είδη μέσα σε μια ταινία, να αλλάξει ένα σωρό εκφράσεις, διαθέσεις…

Ναι, κι αυτή ήταν η δυσκολία. Είναι μια ταινία που είναι πάρα πολύ πάνω στις πλάτες της Κάτιας, κι αν η Κάτια δεν ήταν στο 100% συνέχεια, τότε το πλάνο δεν θα λειτουργούσε. Έπρεπε κάποιος να το κουβαλάει στις πλάτες του στο 100% συνέχεια και η Κάτια το έκανε. Και γενικά ήταν πάρα πολύ κουραστική διαδικασία για τους ηθοποιούς κι ένας λόγος παραπάνω είναι ότι το 90% της ταινίας είναι γυρισμένο με μονοπλάνα, κάτι το οποίο δεν φαίνεται γιατί η πρόθεσή μου ήταν να τα κάνω κάπως αόρατα.

Ναι, θέλει μεγάλη προσοχή για να τα καταλάβεις. 

Ναι, δεν δίνεις σημασία, γιατί έχει γίνει μια πολλή μεγάλη δουλειά στο blocking των ηθοποιών και τη χορογραφία της κάμερας και των κινήσεων των ηθοποιών. Aυτό όμως είναι μια πρόσθετη δυσκολία για τους ηθοποιούς, γιατί πρέπει να είναι οργανικοί σε ένα μονοπλάνο που θα έχει διάρκεια από δύο ως οκτώ λεπτά (όπως ας πούμε το πλάνο στο πατρικό σπίτι διαρκεί σχεδόν οκτώ λεπτά, αλλά επειδή αλλάζει συνέχεια χώρους δεν το καταλαβαίνεις). Σκέψου όμως ότι ο ηθοποιός δεν μπορεί να κάνει έτσι ούτε ένα λάθος. Και δεν είναι μόνο θέμα λάθους, πρέπει να κρατήσει τον ρυθμό, σαν να κάνει μικρές περφόρμανς, και ταυτόχρονα να έχει τριάντα σημάδια για το πού πρέπει να σταθεί κάθε φορά για να πει ποια ατάκα κλπ.

Η προηγούμενη ταινία σου η «Ευτυχία» σάρωσε στα ταμεία, φτάνοντας κοντά στα 700.000 εισιτήρια. Φαντάζομαι ότι μοιάζει με αρκετά υψηλό πήχη για να τον πλησιάσει τώρα «Ο Νόμος του Μέρφυ» ή μήπως έχεις άλλη γνώμη;

Κοίτα, δεν ξέρω καθόλου. Αυτά τα πράγματα δεν μπορεί κανείς να τα προβλέψει. Και το βλέπεις πως δεν μπορεί να το προβλέψουν ούτε τα μεγάλα στούντιο στο Χόλιγουντ. Εκεί που περιμένουν μια μεγάλη επιτυχία γίνεται πανωλεθρία κι από εκεί που περιμένουν κάτι ότι «ΟΚ, μπορεί να πάει …αλλά», ξαφνικά γίνεται χαμός. Είναι φοβερά απρόβλεπτο κομμάτι, οπότε δεν στοιχηματίζω πάνω σε τίποτα, να σου πω την αλήθεια.

 

 

Με δεδομένο ότι είναι μια ταινία φιλική στον θεατή, που δεν θα τον έδιωχνε απ’ την αίθουσα, τι πιστεύεις ότι θα τον έκανε να φτάσει ως εκεί; Πρέπει ο μη σινεφίλ θεατής να ξεπεράσει κάποια προκατάληψη που έχει απέναντι σε ελληνικές ταινίες, όταν δεν έχει να κάνει συγκεκριμένη θεματολογία;

Έχουμε πολλή ανάγκη να πατάμε πάνω σε γνωστά. Είδες και η «Ευτυχία» πατάει πάνω σε κάτι γνωστό. Είναι μια βιογραφία, είναι μια γυναίκα που θέλουμε να δούμε την αλήθεια της και ταυτόχρονα είναι κι όλα αυτά τα τραγούδια που έχει γράψει. Δηλαδή πατάει σε μια βάση που ο άλλος νιώθει κάπως καλά, νιώθει ασφαλής. Εμένα αυτό μου κάνει πολύ εντύπωση. Οι βιογραφίες ας πούμε δεν είναι ένα είδος που μου αρέσει να βλέπω στο σινεμά.

Δεν πήγε άσχημα πάντως όταν καταπιάστηκες με μία.

Nαι, γιατί με γοήτευσε πολύ αυτή η γυναίκα, αυτός ο χαρακτήρας. Αλλά εμένα μου αρέσει να πηγαίνω στο σινεμά πραγματικά σαν εξερευνητής. Δηλαδή δεν θέλω να βλέπω τα τρέιλερ. Θέλω να βλέπω τις εικόνες της πρώτη φορά, μου αρέσει κάτι να μου αποκαλύπτεται, να μην ξέρω τα πάντα. Δηλαδή οι θεατές θα πρέπει να γίνουν λίγο εξερευνητές. Να μην πηγαίνουν μόνο στο γνωστό. Γιατί θεωρώ ότι «Ο Νόμος του Μέρφυ» είναι όντως μια ταινία που μπορεί να μιλήσει σε πολύ κόσμο αν αφεθεί και της δώσει την ευκαιρία. Όπως είπες είναι μια ταινία πολύ ανοιχτή. Για μένα ήταν μεγάλο στοίχημα αυτό, να κάνω κάτι πολύ προσωπικό, το οποίο ταυτόχρονα να είναι πολύ ανοιχτό και εξωστρεφές προς το κοινό. Είναι και entertaining η ταινία, αλλά και άμα θέλεις να την αναλύσεις από διάφορες πλευρές θα βρεις διάφορα πράγματα εκεί μέσα. Σίγουρα είναι πολύ δική μου, πολύ προσωπική.

 

 

Πριν λίγες μέρες ο Ρέιφ Φάινς στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης τα έβαλε με τη διάκριση arthouse και εμπορικού κινηματογράφου. Εσύ πιστεύεις ότι είναι μια διάκριση ψευδής, που μας μπερδεύει;

Η αγορά έχει ανάγκη να βάζει ταμπέλες για να μπορεί να κατηγοριοποιήσει τα πράγματα και να μπορεί να τα πουλήσει. Δεν είναι τίποτα άλλο. Είναι απλά ένα τρικ του καπιταλισμού. Για να μπορεί να ξέρει πού θα απευθυνθεί. Αυτό είναι όλο κι όλο. Ο Ταρκόφσκι έλεγε ότι οι ταινίες δεν είναι ούτε για τους πολλούς ούτε για τους λίγους, είναι για τον καθένα ξεχωριστά. Και ο καθένας μας έχει μια άλλη εμπειρία θέασης όταν βλέπει κάτι, φτιάχνει μια άλλη ταινία στο μυαλό του, κι αυτό είναι το γοητευτικό στην τέχνη. Ο καθένας μας έχει μια πολύ προσωπική σχέση με τις ταινίες που λατρεύουμε ή που μισούμε. Κι αυτό είναι το ενδιαφέρον. Σε σχέση τώρα με την ισορροπία, νομίζω μόνο στο σινεμά το αμερικάνικο των σέβεντις έγινε. Βρέθηκε μια φοβερή χρυσή τομή, επειδή ήταν σκηνοθέτες πολύ επηρεασμένοι από την Ευρώπη, τη νουβέλ βαγκ κλπ, είχαν όμως κάπως και το ένα πόδι τους και στο κομμάτι του να επικοινωνούν αυτά που κάνουν. Κι έτσι ξαφνικά γεννήθηκαν όλα αυτά τα αριστουργήματα με την τεράστια ελευθερία, όπως οι ταινίες του Κόπολα, του Σκορσέζε, του Φρίντκιν. Ο «Εξορκιστής» ας πούμε είναι ένα από τα αριστουργήματα του κινηματογράφου, όντας με μια έννοια ακραιφνώς arthoυse και ταυτόχρονα ένα απ’ τα πιο εμπορικά πράγματα που έγιναν ποτέ. Ο «Νονός» επίσης τι είναι, arthouse ή όχι; Μέχρι που κατέρρευσε όλο αυτό μετά την παταγώδη αποτυχία της «Πύλης της Δύσης»  (που για μένα είναι αριστούργημα) και όλο το σύστημα έγειρε στα μπλοκμπάστερ τύπου “Star Wars”. Που έχουν το δικό τους ενδιαφέρον προφανώς, αλλά σταμάτησε να δίνεται αυτή η ελευθερία στους δημιουργούς που βρίσκονταν ανάμεσα στο όριο.  

 

 

Αν έπρεπε να επιλέξεις, τι θα προτιμούσες: έναν θεατή που θα απολάμβανε τον «Νόμο του Μέρφυ», αλλά δεν θα έβρισκε κάποιο βαθύ νόημα, ή έναν που θα διασκέδαζε λιγότερο, αλλά θα θεωρούσε ότι η ταινία λέει κάτι πολύ ουσιώδες, πολύ καίριο;

Σίγουρα το δεύτερο. Γιατί το λέω αυτό; Γιατί νομίζω ότι το ωραίο στη θέαση μιας ταινίας είναι να βρεις κάτι να σε συνδέσει με τον εαυτό σου και με αυτό που βλέπεις. Να αποκτήσεις μια σύνδεση. Η σύνδεση αυτή μπορεί να γίνει μέσα απ’ το γέλιο, μέσα απ’ τη χαρά, μέσα από χίλια συναισθήματα, απ’ τη θλίψη, απ’ τον τρόμο. Αυτό είναι που κάνει η τέχνη, το μοίρασμα δια μέσου ενός συναισθήματος. Κι όταν υπάρχει αυτό το μοίρασμα είναι κατ’ ανάγκη και κάτι βαθύ.

Η ταινία περιγράφει πολύ εύστοχα τα πάμπολλα αντικρουόμενα μεταξύ τους μηνύματα, που όλα μας προτρέπουν να βρούμε τον εαυτό μας. Φτιάχνοντάς την ήθελες να δείξεις τη σχετικότητα αυτής της κατάστασης ή να πεις ότι υπάρχει τελικά κάποιος δρόμος προς τα εκεί; 

Με κάποιον περίεργο τρόπο και χωρίς να σποϊλάρουμε την ταινία, νομίζω ότι η ηρωίδα βρίσκει κάτι όταν χάνει το εγώ της. Όπως λέει το tagline της («Μια κωμωδία για να βρεις ή για να χάσεις τον εαυτό σου»), όντως βρίσκει τον εαυτό της όταν τον χάνει. Και νομίζω ότι αυτό συμβαίνει σε όλους. Όσο λιγότερο εγώ, τόσο κάτι βρίσκεις για τον εαυτό σου. Υπάρχει αυτό το παράδοξο. 

Υπάρχει μια χιουμοριστική φράση στην ταινία ότι ακόμα και για να χαλαρώσουμε, χρειάζεται να προσπαθούμε πια. Θεωρείς ότι είναι ενδεικτικό της εποχής αυτό;

Όλα είναι προσπάθεια. Αλλά ξέρεις τι γίνεται; Και μένα με απασχολεί πάρα πολύ αυτή η ισορροπία ανάμεσα στην προσπάθεια και στη μη προσπάθεια. Ανάμεσα στο ότι, ναι, πρέπει να προσπαθείς για τα πράγματα, αλλά ταυτόχρονα δεν πρέπει και να προσπαθείς, γιατί άμα παραπροσπαθείς ούτε αυτό βοηθάει. Ζούμε σε μια εποχή νεύρωσης. Σε ένα τέτοιο σύστημα ζούμε, όπου είναι πολύ δύσκολο να κρατήσεις την ισορροπία σου μέσα σε ένα τέτοιο νευρωτικό περιβάλλον.

Πάντως για να κάνεις ταινίες -και δη στην Ελλάδα- θέλει πολλή προσπάθεια.

Θέλει πάρα πολλή και είναι προσπάθεια όλων των συντελεστών. Και σε αυτήν την ταινία ήμουν τρομερά τυχερός να έχω υπέροχους συντελεστές, απ’ τον Σταμάτη τον Κραουνάκη που νομίζω ότι έχει κάνει μια καταπληκτική δουλειά, μέχρι τον Γιώργο Καρβέλα στη διεύθυνση φωτογραφίας, ως τον Μιχάλη τον Σαμιώτη στα σκηνικά, που τα περισσότερα είναι σκηνογραφία απ΄όλα αυτά που βλέπουμε. Και βεβαίως όλους τους ηθοποιούς, που ο καθένας φέρνει κάτι πολύ δικό του στην ταινία.

Και νομίζω ότι είναι μια πλούσια ταινία, όχι μόνο από πλευράς οπτικής και σκηνικών, αλλά γενικά στο περιεχόμενό της, δεν αρκείται στα λίγα, δεν είναι μια κρατημένη ταινία. 

Ναι, η ιδέα ήταν να είναι μια φαντασμαγορία όλο αυτό. Σαν παραμύθι. Να έχει έναν αέρα φαντασμαγορίας.

 

 

Η ΔΕΗ στηρίζει το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ως στρατηγικός συνεργάτης – Για να είμαστε όλ@ ένα #μετονπολιτισμό